του Μάνου Ηλιάδη, ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΠΕΝΔΥΤΗ 30/1/2010

Οι άκριτες και χωρίς καμία μελέτη μειώσεις  πρώτα της στρατιωτικής θητείας και τώρα και του αμυντικού προϋπολογισμού έχουν προκαλέσει μία ορατή πλέον στρέβλωση του αμυντικού μηχανισμού της χώρας, η οποία -εκτός από το εμφανές  έλλειμμα αμυντικής επάρκειας που έχει προκαλέσει- αντανακλάται και στον τρόπο κατανομής των αμυντικών δαπανών. Με βάση τα παραπάνω, η στήλη επιχειρεί μία πρώτη  προσέγγιση του προβλήματος κατανομής των δαπανών σε συνδυασμό με την θητεία και την προϊούσα επαγγελματικοποίηση των Ε.Δ.,  στο πλαίσιο ενός προβληματισμού για τον εντοπισμό των αιτίων που οδήγησαν στην σημερινή κατάσταση και την έναρξη συζητήσεως για ένα νέο μοντέλο αναπτύξεώς τους.

Υπό το πρίσμα αυτό, μία εξέταση των αμυντικών δαπανών με κριτικό βλέμμα, παρέχει μία ιδιαίτερα αποκαλυπτική  εικόνα: Σε ένα σύνολο αμυντικού προϋπολογισμού 5,6 δισ. ευρώ για το 2010, τα  2 δισ. από αυτά  προορίζονται για εξοπλισμούς (και τούτο όχι για καινούργιους, αλλά για εξόφληση παλαιών, όπως έχει αναφέρει κατ΄επανάληψιν η στήλη), τα 2,4 δισ. πάνε  για αμοιβές προσωπικού και τα 1,2 δισ. για λειτουργικές δαπάνες (καύσιμα, πυρομαχικά, συντήρηση, εκπαίδευση κ.λπ.) για όλους τους Κλάδους των Ε.Δ. Με δεδομένο, δηλαδή,  το  πάγωμα των εξοπλισμών, η χώρα διαθέτει στην ουσία μόλις 3,6 δις. ευρώ για να διατηρεί Ε.Δ.  συνολικής αριθμητικής δυνάμεως 140.000 περίπου ανδρών, καλύπτοντας με το ποσό αυτό  (3,6 δισ.) τόσο τις αμοιβές του προσωπικού όσο και την εκπαίδευση και διατήρηση σε επιχειρησιακή κατάσταση όλων των μέσων του Ε.Σ., του Π.Ν. και της Π.Α.

Η σχέση 2:1  αμοιβών  προσωπικού προς λειτουργικές δαπάνες των  Ε.Δ. και δη  με τις ιδιαιτερότητες των ελληνικών και τις αυξημένες αμυντικές ανάγκες, είναι προφανές ότι πάσχει, διότι οδήγησε σε μία άνευ προηγουμένου κατάσταση την διαθεσιμότητα του συνόλου σχεδόν των μέσων του αμυντικού μηχανισμού της χώρας (διαθεσιμότητα αεροσκαφών, πολεμικών πλοίων, υποβρυχίων, αρμάτων μάχης, συστημάτων αντιαεροπορικής άμυνας κ.λπ.). Και τούτο, διότι η ανάγκη καλύψεως της μισθοδοσίας των επαγγελματιών στρατιωτών οδήγησε αναγκαστικά σε μία μείωση των κονδυλίων του λειτουργικού προϋπολογισμού, με αποτέλεσμα την πτώση της διαθεσιμότητας. Αν, εκτός από τα μέσα,  εξετάσει κανείς και τον άλλον παράγοντα της αμυντικής ισχύος, αυτόν του προσωπικού, η εικόνα είναι ακόμη χειρότερη. Γιατί με τις  μειώσεις της θητείας των περασμένων λίγων ετών, μία του Γιάννου Παπαντωνίου (στους 12 μήνες)  λίγο πριν από τις εκλογές του 2004, χωρίς φυσικά να ρωτήσει κανέναν, και μία ακόμη χειρότερη του Β. Μεϊμαράκη πέρυσι, στους 9 μόνο μήνες,  σε πλήρη αντίθεση με τις απόψεις της στρατιωτικής ηγεσίας, φθάσαμε στο εξής τραγελαφικό αποτέλεσμα: Η χώρα να διατηρεί  τις ίδιες ή έστω ελαφρώς μειωμένες (εφέτος)  αμυντικές δαπάνες,  με την αμυντική ισχύ της χώρας να πέφτει κάθετα και κάθε περαιτέρω μείωσή τους, όπως φαίνεται ότι επιδιώκει παρά ταύτα ο ΥΕΘΑ κ. Βενιζέλος,  να θεωρείται πλέον αδύνατη ή καταστροφική. Και τούτο, διότι εκτός από την μειωμένη επάνδρωση των μονάδων του Ε.Σ. κυρίως, δεν είναι δυνατή η ολοκλήρωση του κύκλου εκπαιδεύσεως μέσα σε 9 μόνο μήνες, με αποτέλεσμα το αξιόμαχο των στρατιωτών να είναι περιορισμένο και επιπλέον να μην  παράγεται   εκπαιδευμένη εφεδρεία. Ακόμη δε χειρότερα, αντί να μελετηθούν τρόποι μεταφοράς μέρους των κονδυλίων για την αμοιβή προσωπικού στον λειτουργικό προϋπολογισμό για αύξηση της διαθεσιμότητας, τα κονδύλια αυτά θα αυξάνονται γιατί, με την μείωση της θητείας στους 9 μήνες,  η  πρόσληψη περισσότερων επαγγελματιών οπλιτών (ΕΠΟΠ) είναι πλέον μονόδρομος.

Με άλλα λόγια, με τις δύο αυτές ανεύθυνες  αποφάσεις  για μείωση της θητείας πρώτα στους 12 μήνες το 2004 και μετά στους 9 το 2008, για ψηφοθηρικούς και μόνο λόγους (άσχετα αν τούτο ουδέποτε προέκυψε- απόδειξη η ήττα του ενός κόμματος το 2004 και του άλλου το 2008), οι προαναφερθέντες δύο υπουργοί κατάφεραν όχι μόνο να υπονομεύσουν την άμυνα της χώρας, αλλά να καταστήσουν κάθε μελλοντική προοπτική ανατάξεώς της ανέφικτη, λόγω του πανάκριβου μοντέλου του ημιεπαγγελματικού στρατού το οποίο υιοθέτησαν ακρίτως,  αδιαφορώντας τόσο για τις συνέπειες στην άμυνα της χώρας όσο και για την επιβάρυνση του προϋπολογισμού.

Αν ρίξουμε μία ματιά στα στοιχεία του κόστους των στρατεύσιμων (εφέδρων) οπλιτών και τα αντίστοιχα των επαγγελματιών οπλιτών, η εικόνα του πανάκριβου μοντέλου στο οποίο οδηγήθηκε εκ των πραγμάτων η χώρα, είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική.

 Αυτή την περίοδο, ο Ε.Σ., για παράδειγμα, διατηρεί ή θα διατηρεί σύντομα (με την εφαρμογή της θητείας των 9 μηνών)  στις τάξεις του περί τους 40.000 εφέδρους, οι οποίοι αμείβονται με το ποσό των 8,5 ευρώ (όχι την ώρα ή την ημέρα, αλλά) τον μήνα! Τούτο σημαίνει ότι η  διατήρηση αυτών των περίπου 40.000 ανδρών υπό τα όπλα κοστίζει 340.000 ευρώ τον μήνα (8,5Χ40.000), ή 3.060.000 ευρώ   για όλη την διάρκεια της 9μηνης θητείας τους (340.000Χ9).

Εκτός από τους εφέδρους, ο Ε.Σ. διατηρεί περί τους 17.000 ΕΠΟΠ (άλλοι 2000-2500 προσλαμβάνονται κατ’αυτάς), με τον καθέναν από αυτούς να κοστίζει στο κράτος (μαζί με ασφάλιση, ιατρική περίθαλψη, συνταξιοδοτικό κ.λπ.) περί τα 1300 ευρώ τον μήνα. Τούτο σημαίνει ότι οι 17.000 ΕΠΟΠ επιβαρύνουν τον αμυντικό προϋπολογισμό με 309.400.00 ευρώ (17.000Χ1300Χ14 μήνες) και τούτο χωρίς τα επιπλέον ποσά για εκτός έδρας, σε περίπτωση ασκήσεων κ.λπ., που ανεβάζουν το ποσό αυτό ακόμη πιο πάνω. Αν, για λόγους συγκρίσεως, υπολογίσουμε τον ίδιο χρόνο υπηρεσίας για εφέδρους και ΕΠΟΠ, σε ετήσια δηλαδή βάση, το κόστος υπηρεσίας 12 μηνών 40.000 εφέδρων   θα ανερχόταν  σε 4.080.000 ευρώ και των 17.000 ΕΠΟΠ σε 309.400.000!!

Με την πρόσληψη άλλων 2000-3000 ΕΠΟΠ στο αμέσως προσεχές διάστημα (εντός του 2010), οι ΕΠΟΠ θα φτάσουν τους 20.000 (με όριο τις 25.000, βάσει του ισχύοντος ακόμη αλλά υπό αναθεώρηση, προς τα πάνω, νόμου) το κόστος τους θα ανέλθει εντός του έτους στο εξωφρενικό ποσό των 364.000.000  ευρώ, θα αντιστοιχεί δηλαδή, σχεδόν στο 1/3 του λειτουργικού προϋπολογισμού (1,2 δισ.), ενώ αν γίνουν 25.000, το κόστος τους θα είναι 455.000.000 ευρώ!  Και επειδή οι άνθρωποι αυτοί, όπως κάθε εργαζόμενος, θα πρέπει να πληρώνονται και ο αμυντικός προϋπολογισμός -με την παρούσα κατάσταση να συνεχίζεται για άγνωστο ακόμη χρόνο- θα μειώνεται ή στην καλύτερη περίπτωση θα παραμένει στα ίδια επίπεδα, είναι προφανές ότι τα τεράστια αυτά ποσά θα βαρύνουν είτε τον λειτουργικό προϋπολογισμό (με αποτέλεσμα την ολοσχερή διάλυση) είτε τις εξοπλιστικές δαπάνες που, ακόμη και αν ξεπαγώσουν κάποτε, θα είναι και αυτές μειωμένες ….

Αν όλα αυτά τα ποσά τα δίνουμε για να έχουμε έναν στρατό κοντά στις 80.000 (εκεί θα πάμε με την νέα μείωση της θητείας), όταν η ισχύουσα σήμερα οροφή είναι 93.500 άνδρες (η στρατιωτική ηγεσία, βέβαια,  προσδιόρισε  πρόσφατα την ανάγκη αυξήσεως της οροφής σε 103.500), χωρίς ανανέωση του εξοπλισμού του εδώ και πολλά χρόνια και με την διαθεσιμότητα των κύριων οπλικών του συστημάτων στην χειρότερη κατάσταση των τελευταίων 40 περίπου ετών λόγω ελλείψεως ανταλλακτικών  και παρόλα αυτά δεν έχει γίνει ακόμη αισθητή η ανάγκη αναθεωρήσεως του ακολουθούμενου μοντέλου και κυρίως η διάρκεια της θητείας, τότε τα πράγματα είναι σοβαρά. Και  όταν αντί μίας ριζικής αναθεωρήσεως του μοντέλου αναπτύξεως των Ε.Δ. και της κατανομής των αμυντικών δαπανών σε άλλη βάση, περικόπτουμε τα φύλλα πορείας και τα εκτός έδρας των καταπονημένων στελεχών, ή τα αυτοκίνητα μερικών ταξιάρχων, για να εξοικονομήσουμε μερικές εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ ή, έστω, λίγα εκατομμύρια, τότε τα πράγματα γίνονται αστεία….

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s