Βία και Δημοκρατία

του Κώστα Λάβδα, Κόσμος του Επενδυτή 28/12/2008

Σημειώναμε σε αυ­τήν εδώ τη σελίδα, πριν από ενάμιση χρόνο, ότι η ελλη­νική πραγματικότητα προ­σφέρει καθημερινά παρα­δείγματα προσφυγής στη βία: «Από τον οδηγό που συμπερι­φέρεται επιθετικά και τον φί­λαθλο που αντιμετωπίζει τον α­πέναντι οπαδό ως εχθρικό εισβολέα, μέχρι το όργανο της τάξης που χάνει την αυτοκυ­ριαρχία του και τον φοιτητή που διαλύει μια συνεδρίαση της συγκλήτου όταν διαπιστώνει ότι το σώμα δεν εν­στερνίζεται τις απόψεις του» («Ο ανορθολογισμός της βίας», «ΚτΕ», 2-3/06/2007). Ο δο­μικός ρόλος της βίας στην κοι­νωνία μας επιβεβαιώνεται με τρόπο τραγικό. Ο θανάσιμος τραυματισμός ενός νέου αν­θρώπου από αστυνομικό στα Εξάρχεια αποτελεί αποκρου­στική υπενθύμιση (6/12/2008), όπως αποκρου­στικό ήταν και το κύμα βαν­δαλισμών που ακολούθησε το τραγικό συμβάν των Εξαρχεί­ων.

Λίγες ημέρες νωρίτερα, παραλίγο να θρηνήσουμε άλ­λο νεκρό όταν η βίαιη εισβο­λή σε εκδήλωση τμήματος του Πανεπιστημίου Αθηνών είχε ως συνέπεια τον σοβαρό τραυ­ματισμό του προέδρου του τμή­ματος (27/11/ 2008). Τα πιο πρόσφατα από μια σειρά συ­χνών και -δυστυχώς- προβλέ­ψιμων γεγονότων. Προβλέψιμων διότι η κοι­νωνία μας πάσχει από δύο θε­μελιώδη ελλείμματα: το έλ­λειμμα εμπιστοσύνης σε θε­σμούς και διαδικασίες και το έλλειμμα σε νόρμες πραγμα­τισμού και αυτοσυγκράτησης.

Είναι ίσως υπερβολικό να λέ­γεται ότι ορισμένοι πολιτικοί σχηματισμοί υποθάλπουν τη βία. Αναμφίβολα, όμως, πα­ρατηρείται ένας εθισμός στην προσμέτρηση της βίας ως ε­νός ακόμη παράγοντα που μπο­ρεί να αξιοποιηθεί στο πολιτι­κό παιχνίδι. Άλλωστε, επί δε­καετίες το πολιτικό σύστημα λειτουργούσε υπό τη δαμό­κλειο σπάθη της τρομοκρα­τίας: πολιτικοί, επιχειρημα­τίες, δικαστές, ήταν ανάμεσα σε όσους στοχοποιήθηκαν. Η δολοφονική βία και η απειλή της είχαν καταστεί παράγο­ντες συν-διαμόρφωσης των υ­λικών, ιδεατών και ψυχολογι­κών συνθηκών άσκησης δη­μόσιων λειτουργημάτων. Το ί­διο ισχύει για τα πανεπιστή­μια. Με δεδομένο ότι η βία και η απειλή προσφυγής σε αυτή χρησιμοποιούνται συχνά και στα όργανα συλλογικής διοί­κησης των ΑΕΙ (συγκλήτους, Γ.Σ. τμημάτων), αντιλαμβάνε­ται κανείς πόσο άσχετη με την πραγματικότητα είναι η «δι­οικητική αυτοτέλεια» των ΑΕΙ που ευαγγελίζεται το σύνταγ­μα. Ποια αυτοδιοίκηση μπο­ρεί να λειτουργήσει όταν τα συλλογικά όργανα διοίκησης α­ποφασίζουν υπό την ψυχολο­γική απειλή της βίας των «αντιεξουσιαστών» και των συ­μπαραστατών τους;

Τα ελλείμματα σε νόρμες κοινωνικής αυτοσυγκράτησης, θεσμικής εμπιστοσύνης και σε πρακτικές «διάχυτης αμοιβαι­ότητας» καταγράφονται με τη μορφή ευρημάτων που συχνά αφορούν τις καθημερινές δια­στάσεις της πολιτικής διαδι­κασίας και των δημόσιων πο­λιτικών. Γνωρίζουμε από το Ευρωβαρόμετρο την έλλειψη ε­μπιστοσύνης στην Ελλάδα α­πέναντι σε πολιτικούς και κρα­τικούς θεσμούς και διαδικα­σίες. Έτσι, π.χ., το 49% των πολιτών δεν εμπιστεύεται τις εθνικές Αρχές για μεταρρυθ­μίσεις στην πανεπιστημιακή παιδεία, ένα πεδίο που ούτως ή άλλως πάσχει από χαμηλή ανταγωνιστικότητα και επι­κυριαρχία των πολιτικών προ­τύπων απέναντι στις ακαδη­μαϊκές νόρμες. Ο συνδυασμός του ελλείμματος εμπιστοσύ­νης στους θεσμούς και της α­δυναμίας του πραγματισμού οδηγεί τελικά σε χαμηλή ποι­ότητα δημοκρατικής λειτουρ­γίας. Ως πολίτης, ο μέσος Έλληνας του σήμερα μετέχει ενός γενικότερου κυνισμού στο επίπεδο των κοινωνικών αντιλήψεων. Ως φορέας δη­μόσιων ρόλων, π.χ. στο πλαί­σιο μιας θέσης δημόσιας ε­ξουσίας, ο μέσος Έλληνας του σήμερα εκφράζει μια χαρα­κτηριστική διστακτικότητα στην εκπλήρωση των αρμο­διοτήτων του, μια αδιαφορία για τη λήψη μέτρων απέναντι στα πραγματικά ή υποτιθέμε­να «κακώς κείμενα» που απο­τελούν βασικό υπόβαθρο του κυνισμού. Και στις δύο εκ­φάνσεις, κοινή είναι η έλλει­ψη εμπιστοσύνης στους θε­σμούς: αφενός στην ικανότητά τους να ρυθμίζουν συμπε­ριφορές, αφετέρου στη δυνατότητά τους να παράσχουν την απαραίτητη νομιμοποίηση σε πρωτοβουλιακές δράσεις των φορέων δημόσιας εξουσίας. Το δομικό υπόστρωμα σε αυτή την ελλειμματικά θεσμοποιη­μένη κυβερνησιμότητα παρέ­χει ένα σχετικά διογκωμένο αλλά και στρατηγικά ανίσχυ­ρο και ασθενές κράτος, η ι­στορική διαμόρφωση του ο­ποίου οδήγησε σε έναν μηχα­νισμό πορώδη και διαπερατό από συμφέροντα.

H κοινωνία μας πάσχει από δύο θεμελιώδη ελλείμματα: το έλλειμμα εμπιστοσύνης σε θεσμούς και διαδικασίες και το έλλειμμα σε νόρμες πραγματισμού και αυτοσυγκράτησης

Είναι γεγονός ότι η συμμε­τοχή στην ευρωπαϊκή ενοποι­ητική διαδικασία αποτέλεσε μακράν το θετικότερο κοινωνικοποιητικό στοιχείο του ελληνικού πολιτικού συστήμα­τος κατά τις τελευταίες δεκα­ετίες. Από την άλλη πλευρά, όμως, η μερική μόνον επιτυ­χία του εκσυγχρονιστικού προ- τάγματος του εξευρωπαϊσμού οφείλεται, τουλάχιστον εν μέ­ρει, στην ελλειμματική εσωτερίκευση κανόνων που θα οδη­γούσαν σε νόρμες κοινωνικής αυτοσυγκράτησης αφενός και θεσμικής εμπιστοσύνης αφε­τέρου. Αλλά μια δημοκρατική πολιτεία δεν παύει να είναι πο­λιτεία. Επιφυλακτική απένα­ντι στους θεσμούς και τη λει­τουργία τους, εμποτισμένη με μια μετα-ριζοσπαστική και νεο- λαϊκιστική πολιτική και πολιτισμική ιδεολογία, η πολιτική κουλτούρα της Τρίτης Ελληνι­κής Δημοκρατίας δεν έχει α­κόμη μπορέσει να βρει τον δρό­μο της, ξεπερνώντας τόσο τις αυταρχικές παραδόσεις του ελ­ληνικού κρατισμού όσο και την ανεύθυνη δημαγωγία ενός ε­πίπλαστου αριστερισμού.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s