Του Μάνου Ηλιάδη, Κόσμος του Επενδυτή Φ.287

 Σε ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες, αν όχι και εντυπωσιακές, διαπιστώσεις  κατέληξε μία πρόσφατη αμερικανική έρευνα μεταξύ επαγγελματικών στελεχών των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων σχετικά με την παρούσα κατάσταση των τελευταίων, μετά την μακροχρόνια εμπλοκή τους στο Αφγανιστάν και Ιράκ. Τα συμπεράσματα ήταν  χρήσιμα για την απάντηση μίας σειράς ερωτημάτων, όπως η δυνατότητα των ΗΠΑ να αναλάβουν έναν νέο πόλεμο, π.χ., εναντίον του Ιράν, η διάσταση αντιλήψεων μεταξύ πολιτικών και στρατιωτικών σε σχέση με τους σκοπούς του πολέμου, τα όρια της στρατιωτικής ισχύος των μεγάλων δυνάμεων, οι επιπτώσεις σε αυτές από την εμπλοκή τους σε μακροχρόνιες συγκρούσεις και όλα αυτά ανεξαρτήτως του αστρονομικού κόστους για τους συνεχιζόμενους πολέμους.

Η πλειοψηφία των ερωτηθέντων, όλοι από τον βαθμό του ταγματάρχη και άνω  -και αντίστοιχου βαθμού των άλλων όπλων- ήταν αξιωματικοί εν  αποστρατεία, 10%  υπηρετούσαν ακόμη στις ένοπλες δυνάμεις, το 81% είχε στρατιωτική υπηρεσία άνω των 20 ετών και άνω των διακοσίων από αυτούς ήταν μάχιμοι αξιωματικοί. Από τους τελευταίους, τα δύο τρίτα ήταν αξιωματικοί με πολεμική εμπειρία, με ένα 10% από αυτούς να έχουν πολεμήσει στο Ιράκ και Αφγανιστάν, ενώ από το σύνολο των ερωτηθέντων το 35% ήταν από τον στρατό, το  33% από την αεροπορία, το 23% από το ναυτικό και το 8% από τους πεζοναύτες.

Η πρώτη γενική διαπίστωση από την έρευνα ήταν ότι το 60% των ερωτηθέντων αξιωματικών βρήκε την αμερικανική πολεμική μηχανή λιγότερο ισχυρή σε σχέση με πέντε χρόνια πριν, ενώ το 88% έκρινε  ότι οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις είχαν υπερεκταθεί σε επικίνδυνο βαθμό, φθάνοντας πλέον στα όριά τους. Στο ερώτημα για την παρούσα κατάσταση, το 56% διαφώνησε με την άποψη ότι ο πόλεμος στο Ιράκ είχε «σπάσει» τις ένοπλες δυνάμεις, αλλά βρήκε ότι ο κατάσταση στον στρατό ξηράς ήταν ιδιαίτερα προβληματική. Είναι χαρακτηριστικό ότι η συντριπτική πλειοψηφία των ερωτηθέντων αξιωματικών, το 80%,  βρήκε παράλογο να περιμένει κανείς μία επιτυχή εμπλοκή των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων σε έναν ακόμη πόλεμο.

Σε σχέση με τους σκοπούς του πολέμου που έθεσε η πολιτική ηγεσία για το Ιράκ, μετά την απομάκρυνση του Σαντάμ από την εξουσία, ένα ποσοστό που ανερχόταν σε μόλις 13% βρήκε τους σκοπούς αυτούς ως λογικούς και ένα 74% ότι ήταν παράλογοι. Παρ’όλα αυτά, το 90% των ερωτηθέντων έκρινε ως θετική για την έκβαση του πολέμου την αύξηση των αμερικανικών δυνάμεων στο Ιράκ και την νέα αντιανταρτική στρατηγική.

Αυτό που ήταν ιδιαίτερα ανησυχητικό, ήταν οι απαντήσεις στο ερώτημα σχετικά με τον τρόπο αποκτήσεως πληροφοριών για καταπολέμηση των ανταρτών στους δύο πολέμους (Αφγανιστάν, Ιράκ). Ενα ποσοστό 54% δέχτηκε ότι τα βασανιστήρια δεν μπορούν ποτέ να γίνουν αποδεκτά, αλλά ένα 44% διαφώνησε, κρίνοντας ότι τα βασανιστήρια είναι αποδεκτός τρόπος αποσπάσεως πληροφοριών.

Ερωτηθέντες να κατατάξουν σε μία κλίμακα την «ανησυχία» τους για  τις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις, οι ερωτηθέντες αξιωματικοί χρησιμοποίησαν μία κλίμακα από το 1 έως το 10 (με το 10 να χαρακτηρίζει την έντονη τους ανησυχία) απάντησαν ως εξής: Στρατός 7,9, Σώμα Πεζοναυτών 7, Ναυτικό 5,9 και Αεροπορία 5,7.

Με την ίδια κλίμακα (1-10) σε σχέση με την ικανότητα των ενόπλων δυνάμεων να αναπτυχθούν ταχέως σε περίπτωση ενός νέου πολέμου -και με το 10 να χαρακτηρίζει την πλήρη ετοιμότητα-  ο στρατός εκρίθη με την βαθμολογία 4,7, οι πεζοναύτες με 5,7, το ναυτικό με 6,8 και τη αεροπορία με 6,6.

Αποθαρρυντικές ήταν επίσης οι απαντήσεις σχετικά με τους τρόπους προσελκύσεως στο στράτευμα νέων ατόμων, με το 80% των ερωτηθέντων να απαντά ότι πρέπει να ενθαρρυνθεί η κατάταξη ξένων, με αντάλλαγμα την αμερικανική υπηκοότητα, ένα 58% να απαντά ότι πρέπει να χαμηλώσει το απαιτούμενο μορφωτικό επίπεδο προκειμένου να διευκολυνθεί η είσοδος τάξεων με χαμηλότερο μορφωτικό επίπεδο και ένα 38% να υποστηρίζει την επάνοδο στο σύστημα των κληρωτών.

Σε σχέση με την αποτελεσματικότητα του στρατού να αντιμετωπίσει επιτυχώς τον ανορθόδοξο πόλεμο της εποχής μας, οι ερωτηθέντες δήλωσαν σε ποσοστό 33% ότι, αντί της αυξήσεως των δυνάμεών του, πρέπει να αυξήσει τις δυνάμεις ειδικών επιχειρήσεων  ενώ ένα ποσοστό 73% έκρινε ότι πρέπει να αυξήσει τις δυνατότητές του για συλλογή πληροφοριών.

Εντυπωσιακά συμπεράσματα αποκάλυψε η έρευνα και στον τομέα της εμπιστοσύνης των στρατιωτικών για τους κυβερνητικούς θεσμούς, πολιτικούς και στρατιωτικούς. Με κλίμακα ικανοποιήσεως 1-10 (κυμαινόμενη από το καμία εμπιστοσύνη μέχρι πολύ μεγάλη), ο θεσμός του προέδρου έλαβε μόλις 5,5 -με ένα 16%  μάλιστα των ερωτηθέντων να απαντά ότι δεν έχει καθόλου εμπιστοσύνη στον πρόεδρο- το υπουργείο άμυνας έλαβε 5,6 και το Κογκρέσο μόλις 2,7. Όσο για την ενημέρωση της πολιτικής ηγεσίας σε θέματα των ενόπλων δυνάμεων, τα δύο τρία των ερωτηθέντων απάντησαν ότι οι Αμερικανοί πολιτικοί ήταν από «κάπως» έως «τελείως απληροφόρητοι» για τις ένοπλες δυνάμεις της χώρας.

Υ.Γ. Θα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον αν, ως προς τα δύο τελευταία ερωτήματα (εμπιστοσύνη σε θεσμούς και πληροφόρηση των πολιτικών για τις ένοπλες δυνάμεις) γινόταν και εδώ καμία έρευνα, μπας και ανοίξει κανένα μάτι, αλλά τι λέμε τώρα, ε;…

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s