Πατριωτισμός: Η άγνωστη πλευρά του εκσυγχρονισμού

του Χρύσανθου Λαζαρίδη,  Περιοδικό Στρατηγική

Τι σχέση έχει σήμερα ο εκσυγχρονισμός με τον πατριωτισμό;

Το ερώτημα μοιάζει παράδοξο και πολλούς μπορεί να τους αιφνιδιάζει. Ας γίνουμε, λοιπόν, πιο συγκεκριμένοι:

Ο εκσυγχρονισμός είναι ένα αίτημα ανταγωνιστικότητας της Ελλάδας μέσα σε ένα ανταγωνιστικό διεθνές περιβάλλον. Οι νόμοι της παγκόσμιας αγοράς είναι αδυσώπητοι και δεν επιτρέπουν την επιβίωση οικονομιών που δεν εκπληρούν όρους οικονομικής ανταγωνιστικότητας. Δηλαδή, χώρες που δεν παράγουν φθηνά και καλά προϊόντα, και σε τομείς που έχουν ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα, θα χρεοκοπούν οικονομικά και θα περιθωριοποιούνται πολιτικά. Μια χώρα για να είναι ισχυρή κι ευημερούσα, πρέπει να είναι οικονομικά ανταγωνιστική.

Η πρόταση αυτή, όμως, ισχύει και αντίστροφα:

Για να είναι μια χώρα οικονομικά ισχυρή, πρέπει να είναι πολιτικά συνεκτική, εξωτερικά ασφαλής, εσωτερικά σταθερή, διεθνώς υπολογίσιμη.

Μια χώρα της οποίας η κοινωνία δεν είναι συνεκτική, δεν μπορεί να είναι και οικονομικά ανταγωνιστική.

Μια χώρα που απειλείται εξωτερικά και νιώθει ανασφαλής, δεν μπορεί να αποτελέσει κέντρο υγιών επενδυτικών δραστηριοτήτων.

Μια χώρα της οποίας ο κοινωνικός ιστός διαρρηγνύεται, γίνεται εσωτερικά ασταθής, η παρανομία κερδίζει έδαφος, κι αυτό μακροπρόθεσμα δεν ενθαρρύνει τις υγιείς οικονομικές δραστηριότητες – ενθαρρύνει μόνον τον εύκολο πλουτισμό μέσω της “γκρίζας οικονομίας”. Τέλος, οι επιχειρηματίες μιας χώρας που δεν είναι διεθνώς υπολογίσιμη, μειονεκτούν σοβαρά έναντι των ξένων ανταγωνιστών τους, ιδιαίτερα στις υπερώριες δραστηριότητές τους. Διότι το διεθνές κύρος είναι μια αφανής “εξωτερική οικονομία” (externality). Προσδίδει πρόσθετο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στους επιχειρηματίες της χώρας που διαθέτει κύρος και εκτόπισμα ισχύος – σε βάρος επιχειρηματιών από χώρες που δεν διαθέτουν κύρος και ισχύ.
Όλα αυτά τα πολιτικά στοιχεία -η συνεκτικότητα, η ασφάλεια, η σταθερότητα, το διεθνές κύρος και εκτόπισμα- συναποτελούν το απόθεμα “εθνικής ισχύος”, εμπεδώνουν την εθνική συνείδηση και αναπαράγονται συνεχώς, τόσο στο πραγματικό όσο και στο συμβολικό πεδίο ως εθνική ταυτότητα.

Πατριωτισμός σημαίνει…
Ο πατριωτισμός παραπέμπει στη συλλογική συνείδηση και τα ανακλαστικά που διατηρούν κι αναπαράγουν την εθνική ταυτότητα μιας χώρας.
Ο πατριωτισμός, ασφαλώς μπορεί να καταλήξει και στην εθνικιστική υπερβολή.
Οπως συμβαίνει με όλες τις ιδεολογίες, άλλωστε: και η δημοκρατία μπορεί να καταλήξει στο λαϊκισμό, και τα αιτήματα κοινωνικής δικαιοσύνης και σοσιαλισμού μπορούν να καταλήξουν στις ακρότητες του σταλινισμού, και η θρησκεία της Αγάπης κάποτε κατέληξε στις αθλιότητες της Ιεράς Εξέτασης και στις γενοκτονίες των “Κονκισταντόρες”, και το μετριοπαθές Ισλάμ της ανοχής μπορεί να καταλήξει στο σκοταδισμό του φονταμενταλισμού, και η Επανάσταση των φιλελεύθερων ιδανικών στη Γαλλία οδηγήθηκε στην τρομοκρατία της γκιλοτίνας. Στο όνομα όλων των μεγάλων ιδεών έχουν, κατά καιρούς, διαπραχθεί τα πιο φοβερά εγκλήματα. Και στο όνομα της Δημοκρατίας, και στο όνομα της Ελευθερίας, και στο όνομα της Αγάπης – ασφαλώς και στο όνομα της Πατρίδας. Αυτό όμως δεν είναι λόγος για να καταργήσουμε την Ελευθερία, τη Δικαιοσύνη, την Αγάπη – ούτε βέβαια και την Πατρίδα.

Άλλωστε, στην περίπτωσή μας, πρόβλημα τέτοιας πατριωτικής υπερβολής πρακτικώς δεν τίθεται, διότι η Ελλάδα δεν ζητάει τίποτε από κανέναν άλλο λαό. Άλλοι λαοί ζητούν από την Ελλάδα…

* Μια χώρα όπου ο πατριωτισμός χαλαρώνει, χάνει το συνεκτικό της ιστό. Δεν υπάρχει κοινό σημείο αναφοράς για όλους, δεν υπάρχει συναίνεση, οργιάζουν οι συντεχνίες και τα “διαπλεκόμενα”. Αμβλύνονται οι θεσμικές ισορροπίες του πολιτεύματος, και ακυρώνεται η δημοκρατία. Η εθνική συλλογικότητα είναι το κοινό πλαίσιο αναφοράς του δημοκρατικού παιγνιδιού. Όταν πάψει να υπάρχει κοινό πλαίσιο αναφοράς, τότε και το δημοκρατικό παιγνίδι εκφυλίζεται σε φατριαστικά φαινόμενα.

* Σε μια χώρα όπου χαλαρώνει ο πατριωτισμός, είναι εξαιρετικά δύσκολο να γίνουν μεταρρυθμίσεις και να αλλάξουν χρόνιες νοσηρές συμπεριφορές. Οι μεταρρυθμίσεις γίνονται εν ονόματι του δημοσίου συμφέροντος και του μέλλοντος της χώρας. Μια χώρα όπου έχει ατονήσει ο πατριωτισμός, δεν δίνει δεκάρα για το δημόσιο συμφέρον και για το συλλογικό της μέλλον. Για να αλλάξουν οι νοσηρές συμπεριφορές ενός λαού, πρέπει να πιστέψει σε κάτι ανώτερο, υπέρτερο και διαχρονικότερο από το εφήμερο και από το ατομικό βόλεμα. Αν αυτό το ανώτερο, συλλογικότερο και διαχρονικότερο δεν είναι κάποια μορφή πατριωτισμού, τι άλλο θα μπορούσε να είναι;

Συλλογικότητα, ολοκληρωτισμός, δημοκρατία

Από την άλλη πλευρά, ο άκρατος ατομισμός χωρίς όρια, χωρίς περιορισμούς και χωρίς κοινωνική ευθύνη, εκφυλίζεται σε απόλυτη αυθαιρεσία και σε φατριαστικά φαινόμενα.  Τα ατομικά δικαιώματα εξισορροπούνται από την ατομική ευθύνη έναντι του συνόλου. Οι εξουσίες εξισορροπούνται από άλλες εξουσίες, από τις οποίες ελέγχονται. Η σύγχρονη δημοκρατία δεν καταργεί το ατομικό προς όφελος του συλλογικού, αλλά δεν καταργεί και το συλλογικό εν ονόματι του ατομικού – εξισορροπεί τα ατομικό μέσα στο συλλογικό, εξισορροπεί τα δικαιώματα με τις υποχρεώσεις, εξισορροπεί τις εξουσίες μεταξύ τους. Η λέξη-κλειδί στη σύγχρονη δημοκρατία είναι η ισορροπία. Ισορροπία του μέτρου…

Όπου ανατρέπεται η ισορροπία του μέτρου, κλυδωνίζεται και η δημοκρατία. Κι όταν ο πατριωτισμός χαλαρώνει -και μαζί του ακυρώνεται η συλλογική ταυτότητα μιας κοινωνίας- τότε ανατρέπεται και η ισορροπία ανάμεσα στο ατομικό και το συλλογικό – και εκφυλίζεται η ίδια η δημοκρατία. Ο πατριωτισμός είναι απαραίτητο συστατικό μιας σύγχρονης δημοκρατίας. Γι’ αυτό και οι σύγχρονες δημοκρατίες αναπτύχθηκαν μόνο μέσα σε εθνικά κράτη. Γι’ αυτό και υπερεθνικές ενώσεις με ολοκληρωτικά καθεστώτα (όπως η πάλαι ποτέ ΕΣΣΔ, η ενιαία Γιουγκοσλαβία και η Τσεχοσλοβακία) όταν πήγαν να εκδημοκρατιστούν, διαμελίστηκαν στις εθνικές τους “συνιστώσες”.

Και οι Ηνωμένες Πολιτείες, η παλαιότερη και σταθερότερη σύγχρονη δημοκρατία στον κόσμο, χρειάστηκε να περάσει έναν αιματηρότατο εμφύλιο πόλεμο για να λύσει το πρόβλημα αν θα είναι ένα έθνος με πολλαπλή φυλετική σύνθεση είτε πολλά έθνη με χαλαρή κοινοπολιτειακή ένωση. Κι επικράτησε η άποψη ότι θα είναι ένα έθνος. Πολυφυλετικό, αλλά ενιαίο. Κι είναι χαρακτηριστικό ότι στις ΗΠΑ ο πολυπολιτισμικός χαρακτήρας της διάρθρωσης και της παιδείας τους είναι ένα ιδεολογικό εργαλείο για τη διαμόρφωση ενιαίας εθνικής συνείδησης σε έναν πολυφυλετικό πληθυσμό. Οι Aμερικανοί εθνοτικά -δηλαδή από άποψη εθνικής καταγωγής- είναι “πολυσυλλεκτικοί”. Αλλά εθνικά -δηλαδή από άποψη συνείδησης και ταυτότητας- είναι απολύτως ομοιογενείς. Όποιος δεν νιώθει “Αμερικανός”, δεν χωράει. Αυτό είναι σύμβαση για την ισορροπία και την ενότητα του πολιτεύματος.
Και την τηρούν αυτή τη σύμβαση ως “κόρην οφθαλμού”.

Δύο διακριτά πεδία διεθνούς ανταγωνισμού

Είδαμε ότι ο πατριωτισμός είναι απαραίτητος για τη λειτουργία της δημοκρατίας, για τη λειτουργία της αγοράς, για τις μεταρρυθμίσεις και για τις αλλαγές νοσηρών νοοτροπιών ενός πληθυσμού. Σε έναν κόσμο όπου κυριαρχούν τάσεις παγκοσμιοποίησης, πρέπει να προσθέσουμε ότι ο πατριωτισμός μιας χώρας είναι όρος απαραίτητος για να επιβιώσει στον παγκόσμιο ανταγωνισμό. Παράλληλα με τον ανταγωνισμό στις διεθνείς αγορές, υπάρχει και ο ανταγωνισμός ισχύος στις διεθνείς σχέσεις. Αν μια χώρα δεν μπορεί να διεκδικήσει διεθνείς ρόλους, θα περιθωριοποιηθεί. Αν περιθωριοποιηθεί γεωπολιτικά, το πιθανότερο είναι να μην μπορέσει να αξιοποιήσει και τα ανταγωνιστικά της πλεονεκτήματα, να μην καταφέρει να αξιοποιήσει πόρους, αγορές και διεθνείς δρόμους επικοινωνίας και εμπορίου.

Ενα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η σημερινή Βρετανία: Το οικονομικό της υπόδειγμα είναι σήμερα πιο αποτελεσματικό απ’ ό,τι το μοντέλο της Γερμανίας ή της Γαλλίας.  Έχει μικρότερη ανεργία, μικρότερο έλλειμμα, προσελκύει περισσότερα ξένα επενδυτικά κεφάλαια, κι έχει δημιουργήσει τα τελευταία χρόνια περισσότερες θέσεις εργασίας απ’ ό,τι η Γερμανία και η Γαλλία μαζί! Αλλά καθώς βρίσκεται σε σχετική απομόνωση μέσα στην Ευρώπη, όπου ηγεμονεύει ο γαλλογερμανικός άξονας, η θέση της είναι αποδυναμωμένη απέναντι στους δύο εταίρους της. Η οικονομική υπεροχή της Βρετανίας δεν κατάφερε να εξισορροπήσει την πολιτική της απομόνωση. Η πολιτική αδυναμία της αχρήστευσε μέρος της οικονομικής της ευρρωστίας.
Ένα αντίθετο παράδειγμα είναι η Τουρκία. Πρόκειται για μια χώρα με υψηλό πληθωρισμό (16 φορές μεγαλύτερο του ελληνικού), μεγάλα ελλείμματα (διπλάσια από τα ελληνικά), χαμηλό σχετικά κατά κεφαλήν εισόδημα (το 30% του ελληνικού), εξαιρετικά αδύναμο νόμισμα (σε αντίθεση με τη “σκληρή” ελληνική δραχμή), ανύπαρκτη σχεδόν δανειοληπτική ικανότητα (ενώ η αντίστοιχη ελληνική βελτιώνεται συνεχώς τα τελευταία χρόνια) και χωρίς ενεργειακούς πόρους. Παρ’ όλα αυτά, καταφέρνει, λόγω της πολιτικής ισχύος που ασκεί επιτυχώς, να θεωρείται ως “πολύτιμος εταίρος” από πολλές δυτικές χώρες. Που φτάνουν στο σημείο, πολλές φορές, να υποβαθμίζουν τα ελληνικά συμφέροντα και να παραβλέπουν την προκλητική συμεριφορά της Τουρκίας έναντι της Ελλάδος.

Αυτό δεν συμβαίνει διότι η Τουρκία είναι μεγαλύτερη πληθυσμιακά, ούτε λόγω της στρατηγικής της θέσης. Διότι και η Ουκρανία έχει μέγεθος αντίστοιχο προς αυτό της Τουρκίας και θέση εξίσου σημαντική, αλλά δεν της προσφέρουν αντίστοιχη στήριξη. Αλλωστε, και η Αίγυπτος ήταν πολλαπλασίως μεγαλύτερη και γεωγραφικά σπουδαιότερη του Ισραήλ, αλλά τελικώς οι Δυτικοί το Ισραήλ στήριξαν.

Η Τουρκία υιοθετεί σταθερά πολιτική ισχύος, μετατρέπει την ισχύ της σε διεθνές κύρος, και το κύρος αυτό προσπαθεί να το μετατρέψει σε οικονομικό πλεονέκτημα. Εν ονόματι του κύρους και της ισχύος της, εκβιάζει να ανοίξει αγορές για τα προϊόντα της, να πάρει ευνοϊκές πιστώσεις, να εξασφαλίσει ευνοϊκές εμπορικές ποσοστώσεις, να εισαγάγει σύγχρονη τεχνολογία για την αμυντική της βιομηχανία, να ελέγξει τους δρόμους του πετρελαίου από την Κασπία κ.λπ.

Συμπληρωματικά, όχι υποκατάστατα

Το πεδίο της οικονομίας και το πεδίο της ισχύος, είναι δύο διαφορετικά πεδία διεθνούς ανταγωνισμού. Επικαλύπτονται, αλληλοτροφοδοτούνται, οι επιδόσεις μιας χώρας στο ένα από αυτά έχουν επιπτώσεις στο άλλο, αλλά δεν ταυτίζονται – διατηρούν βαθμούς αυτονομίας μεταξύ τους.

Η οικονομική ανταγωνιστικότητα μιας χώρας δεν μπορεί να υποκαταστήσει την ανταγωνιστικότητά της στο πεδίο της ισχύος. Και αντιστρόφως, βέβαια: Η ισχύς μιας χώρας από στρατιωτική και πολιτική άποψη, δεν μπορεί να υποκαταστήσει την ανάγκη οικονομικής ανταγωνιστικότητας. Το μυστικό είναι να χρησιμοποιεί κάθε χώρα τα όποια πλεονεκτήματά της για να κερδίζει τόσο στη διεθνή αγορά όσο και στο πεδίο των διεθνών ανταγωνισμών ισχύος. Πραγματικά ανταγωνιστική μακροπρόθεσμα είναι μια χώρα όταν αναπτύσσεται ισόρροπα και στους δύο αυτούς τομείς. Και συχνά χώρες με οικονομική ανταγωνιστικότητα θυσιάζουν μέρος της οικονομικής ισχύος τους για να αποκτήσουν διεθνές εκτόπισμα.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Γερμανία: Επί εποχής Ψυχρού Πολέμου ήταν εξαιρετικά ανισόρροπα αναπτυγμένη: ήταν οικονομικός γίγαντας, άλλα ταυτόχρονα ήταν πολιτικός νάνος. Μόλις της δόθηκε η ευκαιρία, προχώρησε στην -περίπου “πραξικοπηματική- ένωση με το ανατολικό της τμήμα, υπέστη τεράστια οικονομική επιβάρυνση, αναγκάστηκε να υψώσει τα επιτόκιά της, πέρασε μια σοβαρή ύφεση, η ανεργία της εκτοξεύθηκε στα ύψη, το νομισματικό σύστημα της Ευρώπης ξεχαρβαλώθηκε προσωρινά εξαιτίας των υψηλών γερμανικών επιτοκίων που προκάλεσε η “βιαστική” ενσωμάτωση της Ανατολικής Γερμανίας στη Δυτική, τα γερμανικά προϊόντα έχασαν και σε ανταγωνιστικότητα και σε διεθνείς αγορές, αλλά η Ένωση πέτυχε να δώσει στη Γερμανία διεθνές εκτόπισμα αντίστοιχο προς το οικονομικό της μέγεθος.

Για την ακρίβεια, η Γερμανία “θυσίασε” κάτι από αυτό που διέθετε σε αφθονία (οικονομική ισχύ) για να κερδίσει κάτι από αυτό που της έλειπε δραματικά μέχρι τότε (πολιτική ισχύ, κύρος και εκτόπισμα). Κατέστη προσωρινώς λιγότερο ανταγωνιστική στο πεδίο της διεθνούς οικονομίας, για να μπορέσει να γίνει μακροπρόθεσμα πολύ πιο ανταγωνιστική στο πεδίο της διεθνούς ισχύος. Κι αυτό, γιατί οι Γερμανοί αντιλαμβάνονται, όπως το αντιλαμβάνονται όλοι οι σύγχρονοι λαοί, ότι μακροπρόθεσμα μια χώρα ή θα είναι ανταγωνιστική παντού ή δεν θα είναι πουθενά.

Αυτοπεποίθηση, αυτοσεβασμός και ανάπτυξη

Τώρα το ερώτημα που θέσαμε αρχικά, δεν μοιάζει και τόσο παράδοξο: ο πατριωτισμός είναι “η άλλη όψη” και το απαραίτητο συμπλήρωμα του οικονομικού και κοινωνικού εκσυγχρονισμού. Ένας λαός πρέπει να μάθει να πιστεύει στις δυνάμεις του για να παράγει αποδοτικά, για να κερδίζει μάχες ανταγωνιστικότητας στη διεθνή αγορά, για να αυξάνει την ευημερία του και το βιοτικό του επίπεδο. Ένας λαός, όμως, που υποχρεώνεται να υποχωρεί σε όλα τα μέτωπα, έναντι όλων των αντιπάλων σε κάθε περίπτωση -να υποχωρεί άνευ όρων κι άνευ ορίων- δεν πρόκειται ποτέ να πιστέψει στον εαυτό του.
Επομένως, είτε θα προσπαθήσουμε να καλλιεργήσουμε νοοτροπίες ανταγωνιστικότητας παντού είτε δεν θα τις καλλιεργήσουμε πουθενά. Δεν μπορεί να καλλιεργούμε μοιρολατρία, ηττοπάθεια και παθητικότητα στα εθνικά θέματα και “πνεύμα ανταγωνιστικότητας” στην παραγωγική δραστηριότητα. Δεν μπορεί να περιμένουμε ότι ο ελληνικός λαός θα αποκτήσει πνεύμα νικητή στο οικονομικό πεδίο, όταν του καλλιεργούμε την ηττοπάθεια και την υποχωρητικότητα σε όλα τα εθνικά μέτωπα.

Τελικά, ο πατριωτισμός είναι η απαραίτητη εκείνη πολιτισμική συνιστώσα που θα μας επιτρέψει να αγαπήσουμε τον τόπο μας και τους ανθρώπους του, να αγαπήσουμε το περιβάλλον του, να ξανα-ανακαλύψουμε την πολιτική χωρίς τις παλαιές χίμαιρες, να μάθουμε να σεβόμαστε ο ένας τον άλλο, αλλά και να μάθουμε να σεβόμαστε τους γειτονικούς λαούς. Γιατί μόνον όποιος σέβεται τον εαυτό του, σέβεται και τους γύρω του. Και μόνον όποιος νιώθει ασφαλής, μαθαίνει να εμπιστεύεται και τους γύρω του. Τελικά, ο πατριωτισμός είναι προϋπόθεση δημοκρατίας, ανόρθωσης, εσωτερικού εκσυγχρονισμού, οικονομικής ανταγωνιστικότητας και ειρήνης.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s