Το βιβλίο «ΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ ΤΟΥ ΑΥΡΙΟ» του PASCAL BONIFACE, εκδόθηκε στη Γαλλία το Νοέμβριο του 2001 και η έκδοση στα ελληνικά έγινε στο πλαίσιο της σειράς «Διεθνής και Ευρωπαϊκή Πολιτική» του  Ινστιτούτου Αμυντικών Αναλύσεων από τις εκδόσεις Παπαζήση το 2004. Διανεμήθηκε δωρεάν στους σπουδαστές από τη ΣΕΘΑ και έχει 270 σελίδες.

Ο Pascal Boniface είναι διευθυντής του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων και Στρατηγικών στο Παρίσι και διδάσκει στο Ινστιτούτο Μελέτης Πολιτικής  της Λίλ. Συμμετέχει στο Ανώτατο Συμβούλιο για τη Διεθνή Συνεργασία καθώς και στη Συμβουλευτική επιτροπή του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ, για τον αφοπλισμό. Έχει διατελέσει σύμβουλος στα Υπουργεία Άμυνας και Εξωτερικών της Γαλλίας.

Το έργο του αποτελείται από περισσότερα των τριάντα βιβλίων πάνω στην διεθνή πολιτική.

Σκοπός του βιβλίου είναι να παρουσιάσει τις ρίζες των μελλοντικών πολέμων/ συγκρούσεων, πέρα από αυτές που ταλανίζουν τη σημερινή εποχή, προσβλέποντας ότι μέσα από την κατανόηση αυτών των ριζών μπορούμε να αποτρέψουμε τις συγκρούσεις.

Η παρουσίαση των δυνητικών πολέμων κινείται σε τρία κύρια και διαφορετικά τμήματα/ επίπεδα και αναπτύσσεται σε 37 κεφάλαια, καλύπτοντας έτσι σε όλες του τις διαστάσεις, ένα πολύμορφο φαινόμενο όπως είναι ο πόλεμος. Τα επίπεδα αυτά είναι :

α. Τα χρησιμοποιούμενα όπλα, όπου πέρα από τα συμβατικά δίδεται και τη διάσταση της χρήσης των Πυρηνικών, Χημικών, Βακτηριολογικών και Διαστημικών όπλων. 

β.  Οι οικονομικοί πόροι, όπως το πετρέλαιο, το νερό αλλά ακόμη το περιβάλλον και η πληροφορία.

γ.  Τα στοιχεία της κοινωνίας, όπως η δημογραφία, η πείνα, η μετανάστευση και τα ναρκωτικά, καθώς και τα βασικά χαρακτηριστικά της όπως ο πολιτισμός, η θρησκεία αλλά και το καρκίνωμα της τρομοκρατίας.

Δεν είναι τυχαίο που ο συγγραφέας αφιερώνει το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου στην τρομοκρατία. Η 11η Σεπτεμβρίου 2001 επανέφερε στο προσκήνιο τη μορφή της διεθνούς τρομοκρατίας. Μετά το χτύπημα αυτό, έχουμε εισέλθει σε μία νέα φάση των διεθνών σχέσεων, πρωτίστως λόγω του ότι αποκαλύφθηκε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής και κατ’ επέκταση όλος ο δυτικός κόσμος είναι τρωτός. Ακόμη κατέστη φανερό ότι η νέα έκφραση της τρομοκρατίας προσβλέπει, στην επίτευξη μεγάλου αριθμού απωλειών. Επίσης οι τρομοκράτες είναι αρκετά μορφωμένοι, διαθέτουν πτυχία και κατάρτιση και έχουν ζήσει στην καρδιά του ίδιου του συστήματος στο οποίο επιτέθηκαν. Η χρήση των κλασικών ενόπλων δυνάμεων είναι αναποτελεσματική στην καταπολέμησή της. Ο συγγραφέας προσεγγίζει ορθά το θέμα και καταλήγει ότι για να αντιμετωπιστεί η τρομοκρατία απαιτείται η δημιουργία ενός πολιτισμικού κλίματος σε διεθνές επίπεδο και κυρίως στη Μέση Ανατολή, το οποίο δεν θα επιτρέπει σε άτομα ή ομάδες να σκεφθούν ότι η τρομοκρατία αποτελεί το μοναδικό τρόπο δράσης που τους απομένει. Η τρομοκρατία είναι πάντοτε ο πικρός καρπός ενός πολιτικού αδιέξοδου.

Στη συνέχεια στα κεφάλαια 2 έως και 4, εξετάζεται η δυνατότητα εμφάνισης πολέμων λόγω πολιτιστικών και θρησκευτικών διαφορών και ειδικά η αντιπαράθεση των ΗΠΑ με τις μουσουλμανικές χώρες. Το σενάριο που διατυπώθηκε από τον Σάμιουελ Χάντινγκτον το 1993 με το άρθρο του “The Clash of civilizations”, ανέφερε ότι στους επερχόμενους πολέμους θα αντιπαρατίθενται όχι πλέον κράτη αλλά πολιτισμοί. Όπως έδειξαν οι σύγχρονες εξελίξεις και μετά από δομημένη γεωπολιτική προσέγγιση επισημαίνει και ο συγγραφέας, το σενάριο του  Χάντινγκτον  αποδείχθηκε ευφυές αλλά λανθασμένο.   Η πλειονότητα των σημερινών συγκρούσεων δεν λαμβάνουν χώρα μεταξύ διαφορετικών πολιτισμών αλλά στο εσωτερικό τους.

Με την ίδια ρεαλιστική προσέγγιση, η εμφάνιση θρησκευτικών πολέμων και κυρίως μια σύγκρουση ανάμεσα σε μουσουλμάνους και χριστιανούς, όπως θα ήθελαν μερικοί φονταμενταλιστικοί κύκλοι να εκφραστεί η Τζιχάντ, αποτελεί μια μη ρεαλιστική αντίληψη που δεν εκφράζει την πλειονότητα των πληθυσμών που ακολουθούν την κάθε θρησκεία. Οι θρησκείες αυτές καθ’ αυτές, δεν αποτελούν μείζονα παράγοντα για να ξεκινήσει μια σύγκρουση. Μπορούν όμως να συμβάλλουν σε αυτή εάν συνδυαστούν με άλλες αντιπαλότητες, όπως κοινωνικές, εθνικές και οικονομικές. Η σύγκρουση των χριστιανών του δυτικού κόσμου με το συνασπισμένο μουσουλμανικό κόσμο, είναι ένα σενάριο που όπως επισημαίνει ο συγγραφέας αλλά και αποδεικνύεται από τη σύγχρονη εξέλιξη στη διεθνή πολιτική σκηνή, ξεφεύγει από τη σφαίρα του ρεαλισμού.

Το σενάριο πολέμου του πλούσιου Βορρά με τον πτωχό Νότο, εξετάζεται στο κεφάλαιο 9. Ο συγγραφέας διαπιστώνει ότι δεν υπάρχει ένας αλλά πολλοί Τρίτοι Κόσμοι και ότι ο Νότος δεν αποτελεί ένα ενιαίο μπλοκ ούτε σε πολιτικό ούτε σε οικονομικό αλλά ακόμα λιγότερο σε στρατιωτικό επίπεδο. Καμία από τις χώρες του Τρίτου Κόσμου δεν είναι ικανή να αναλάβει το ρόλο της υπερδύναμης και να επιβάλλει τη θέλησή της στις υπόλοιπες χώρες.

Αναφορικά με τα κράτη “παρειές” ο συγγραφέας, στο κεφάλαιο 5, θεωρεί ότι ο χαρακτηρισμός οφείλεται στην μνησικακία της Ουάσινγκτον. Αυτή η προσέγγιση του συγγραφέα χαρακτηρίζει τη Γαλλική γεωπολιτική θεώρηση, η οποία δεν συμπλέει απόλυτα με την αντίστοιχη Αγγλο-Αμερικανική.

Στο τμήμα του βιβλίου που αφορά  στα όπλα των πολέμων  εξετάζονται :

α.  Τα πυρηνικά όπλα, που η εξάπλωση τους παραμένει μια σημαντική απειλή, όμως έχει μειωθεί αισθητά ο αριθμός των κρατών που είναι ύποπτα ότι επιδιώκουν να τα προμηθευτούν, ενώ έχουν εντατικοποιηθεί οι έλεγχοι για την αποφυγή των διαρροών και της μεταφοράς πυρηνικού υλικού. Ο φόβος μιας πυρηνικής εξάπλωσης δεν έχει απομακρυνθεί τελείως, ιδιαίτερα μετά την διάλυση του Συμφώνου της Βαρσοβίας. Ακόμη υπάρχει η πιθανότητα μια χώρα της Μέσης ανατολής να εξοπλιστεί με πυρηνικά για να αντιμετωπίσει το οπλοστάσιο του Ισραήλ. Η χρήση πυρηνικών από τρομοκρατικές ομάδες δεν διαφαίνεται ότι αποτελεί ρεαλιστικό σενάριο.

β.  Τα χημικά όπλα, τα οποία ένα κράτος φαίνεται απίθανο να τα χρησιμοποιήσει, λόγω των σοβαρών κυρώσεων από τη διεθνή κοινότητα. Αντίθετα, η χρήση χημικών από τρομοκρατικές ομάδες, δεν μπορεί να αποκλειστεί.

γ.  Τα βιολογικά όπλα τα οποία έχουν ελάχιστα αποτελέσματα εναντίον ενόπλων δυνάμεων αλλά μπορούν να προκαλέσουν τρομερές συνέπειες στο πληθυσμό. Η απόκρυψή τους είναι εύκολη και δεν είναι αναγκαίο να παραχθεί μεγάλη ποσότητα. Η απειλή ενός διακρατικού βιολογικού ή βακτηριολογικού πολέμου μοιάζει μάλλον περιορισμένη παρά την εμφανή εξάπλωση τέτοιου είδους όπλων.  Αντίθετα η χρήση τους είναι δελεαστική για τις τρομοκρατικές ομάδες.

δ.   Όσον αφορά στο διάστημα, όποιος το ελέγχει κυριαρχεί στον κόσμο. Η ανάπτυξη όπλων στο διάστημα αυξάνει τις πιθανότητες αυτό να μεταβληθεί σε δυνητικό πεδίο στρατιωτικών επιχειρήσεων. Είναι όμως μεγαλύτερη η πιθανότητα μιας αντιπαλότητας για έλεγχο του διαστήματος παρά ενός πολέμου.

Στο τμήμα που εξετάζει τα στοιχεία της κοινωνίας, η μετανάστευση, το δημογραφικό, η διασπορά, τα ναρκωτικά και οι αποσχιστικές τάσεις, ιδιαίτερα στη νέα γεωπολιτική σκηνή, είναι δυνατό να αποτελέσουν το κίνητρο πολέμων. Οι διασπορές και τα μεταναστευτικά κύματα, μπορεί να θεωρηθούν είτε ως πιθανή πηγή σύγκρουσης, είτε ως δύναμη ανανέωσης. Οι πλούσιες χώρες θα πρέπει είτε να τα αφομοιώσουν με τον καλύτερο τρόπο ώστε να μην υπάρξουν αρνητικές συνέπειες στην ασφάλειά τους, είτε να συμβάλλουν στην εξαφάνιση των αιτίων που τα προκαλούν. Προς τούτο απαιτούνται θέληση και μέσα καθώς και συλλογικές ενέργειες.

Στο τμήμα που αφορά τους οικονομικούς πόρους, όπως το νερό, το πετρέλαιο, το περιβάλλον η πληροφορία, η πείνα και λοιπές πηγές πλούτου, είναι δυνατόν να αποτελέσουν το κίνητρο μελλοντικών πολέμων, ιδιαίτερα όσο αυξάνεται λόγω της έλλειψης ή της εξέλιξης, η σπουδαιότητα των πόρων. Όσο αφορά το πετρέλαιο, το ενδεχόμενο μιας σύγκρουσης στη ρίζα της οποίας θα βρίσκεται η εκμετάλλευσή του, συνιστά λόγο συγκρούσεων. Ορθά επισημαίνει ο συγγραφέας ότι η ανάπτυξη της Ασίας θα οδηγήσει σε αύξηση της ζήτησης, ιδίως από την Κίνα και την Ινδία, φαινόμενο το οποίο είναι έκδηλο την παρούσα περίοδο.

Στο επόμενο τμήμα του βιβλίου, κεφάλαια 24 έως και 34, ο συγγραφέας με γεωπολιτικά και ρεαλιστικά κριτήρια, εξετάζει τις σχέσεις μεταξύ συγκεκριμένων κρατών  και τη δυνατότητα εμφάνισης πιθανής σύγκρουσης μεταξύ τους. Συγκεκριμένα αναφέρεται στα ακόλουθα κράτη:

α. Κίνα – ΗΠΑ:  Οι προϋποθέσεις για σύγκρουση Κίνας – ΗΠΑ πληρούνται. Πλην όμως, είναι δύσκολο να παραβλεφθούν οι οικονομικές εξαρτήσεις που έχουν αναπτυχθεί μεταξύ τους. Ακόμη η Κίνα, όπως επισημαίνει ο συγγραφέας, έχει επίγνωση της ανισότητας του στρατιωτικού της δυναμικού.

β.  Ιαπωνία – Κίνα – Ρωσία – ΗΠΑ:   Ο συνασπισμός Κίνας Ρωσίας εναντίον των ΗΠΑ, δεν παρουσιάζεται ως δυνατός. Εάν η Κίνα και η Ρωσία ήθελαν να έχουν μια προνομιούχο σχέση, δεν θα το έκανα μεταξύ τους αλλά κάθε μια με τις ΗΠΑ. Η Ιαπωνία, αν και ποιοτικά υπερτερεί της Κίνας σε στρατιωτικό δυναμικό, εξαρτάται από την αμερικανική ομπρέλα για την υπεράσπιση των εδαφών της και για την ανεξαρτησία της. Είναι ουσιώδες ΗΠΑ και Ιαπωνία να διατηρήσουν μια κοινή αντίληψη των απειλών απέναντι στην Κίνα.

γ.  Κίνα – Ινδία – Πακιστάν – Κορέα:  Μεταξύ Ινδίας και Κίνας υπάρχουν ελάσσονα συνοριακά, όπως τα χαρακτηρίζει ο συγγραφέας, θέματα τα οποία θα μπορούσαν να αποτελέσουν το πρόσχημα μιας νέας, μετά τον πόλεμο του 1962, σύγκρουσης. Πλην όμως, η φιλοαμερικανική πολιτική της Ινδίας απομακρύνει τους τυχόν τυχοδιωκτικούς προσανατολισμούς         της Κίνας. Μεταξύ Ινδίας και Πακιστάν, δεν έχουν απομακρυνθεί όλοι οι κίνδυνοι σύγκρουσης. Τέλος, η αντιπαλότητα Βόρειας και Νότιας Κορέας εξακολουθεί να υπάρχει. Αν και ο πόλεμος μεταξύ των δύο κρατών δεν είναι καθόλου βέβαιος, είναι εξίσου αδύνατο να αποσοβηθεί  η πιθανότητα εμφάνισής του.

δ. Ελλάδα – Τουρκία :  Μετά από την ανάλυση των σύγχρονων εξελίξεων, ιδιαίτερα την άρση του ελληνικού Veto για την ένταξη της Τουρκίας στην Ε.Ε. και παρά τις παραμένουσες διαφορές και τις εκάστοτε εντάσεις και αψιμαχίες, η διατήρηση του Status Quo αποτελεί τον κανόνα για τη σταθερότητα στην περιοχή. Ένας πόλεμος μεταξύ των δύο κρατών είναι εξαιρετικά απίθανος, εν’ όψει μάλιστα της κοινής συμμετοχής τους στο ΝΑΤΟ και της θέλησης της Τουρκίας να εισχωρήσει στην Ε.Ε.

ε.  Γαλλία – Γερμανία – Ρωσία: Οι αποκλίσεις μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας εξακολουθούν να υφίστανται , όπως ανάμεσα σε κάθε χώρες, αλλά τα συμφέροντά τους έχουν τόσο συνδεθεί, ώστε το ενδεχόμενο ενός πολέμου έχει πλέον εξαλειφθεί, ιδιαίτερα μέσα στον πυρήνα της Ε.Ε. Η Ρωσία, όπως αναφέρει ο συγγραφέας και στο κεφάλαιο 35 που ιδιαίτερα αφιερώνει σε αυτή, δεν αποτελεί απειλή μεσοπρόθεσμα και επιθυμεί καλές σχέσεις με τις άλλες χώρες. Εν τούτοις, λόγω μεγέθους και του ότι δεν θα μπορέσει να εισέλθει στην Ε.Ε, η Ρωσία θα παραμείνει ένα ιδιαίτερο πρόβλημα.

Ακόμη, αναλύονται οι πόλεμοι στα αστικά κέντρα και οι ασύμμετροι πόλεμοι,  ενώ στα τελευταία κεφάλαια 36 και 37, γίνεται αναφορά στη σχέση που μπορεί να έχει το ποδόσφαιρο και ο τουρισμός με τη δημιουργία συγκρούσεων.

Ο Pascal Boniface ερευνά ένα ευρύτατο φάσμα διεθνών σχέσεων και έτσι μας δίνει τη δυνατότητα να κατανοήσουμε καλύτερα την πολυχρωμία και τη ρευστότητά τους. Η αναλύσεις του βασίζονται στο ρεαλισμό και στην ώριμη ορθολογιστική γεωπολιτική θεώρηση, πέρα από την ωμή  προσέγγιση της κλασσικής αμερικανικής σχολής.

Οι απόψεις του Pascal Boniface αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα, διότι ανήκει μεν στο Δυτικό κόσμο, πλην όμως δεν πρεσβεύει την γεωπολιτική πλευρά του Άγγλο –Αμερικανικού συνασπισμού, αλλά κινείται στο χώρο θεώρησης μίας μεγάλης δύναμης, της Γαλλίας. Στο διαδίκτυο υπάρχουν περί τους 24.000 τόπους όπου βρίσκουμε αναφορές στο έργο του. Ο λόγος του είναι απλός και διαυγής που προϋποθέτει βαθιά γνώση του θέματος. Μας παραθέτει  ένα είδος Άτλαντα που μας οδηγεί μέσα στο θολό και περίπλοκο τοπίο της Διεθνούς Πολιτικής. Αποκτά ακόμη ιδιαίτερο ενδιαφέρον μέσα στα πλαίσια διαμόρφωσης της γεωπολιτικής θεώρησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το βιβλίο είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον,  επίκαιρο, αλλά κυρίως  χρήσιμο και απαραίτητο.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s