ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ 12/2007

Ο Καρλ Φον Κλαούζεβιτς είναι αδιαμφισβήτητα ο θεωρητικός του πολέμου ο οποίος, περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο, επηρέασε τη σκέψη τόσο των συγχρόνων του όσο και των νεοτέρων του θεωρητικών της πολεμικής τέχνης. Ο Κλαούζεβιτς ανέπτυξε τη θεωρία του στο μοναδικό του έργο με τον τίτλο «On War», το οποίο ο ίδιος χαρακτήρισε ημιτελές και το οποίο εξέδωσε η σύζυγος του το 1932 μετά το θάνατο του.

Ο Peter Paret[1] θεωρεί το «On War» ως μακράν το έργο με τη μεγαλύτερη επιρ­ροή σε θέματα στρατιωτικής τέχνης, το οποίο έχει γραφεί ποτέ. Πάνω από εκατόν εβδομήντα χρόνια μετά το θάνατο του συγγραφέα του, εξακολουθεί να μελετά­ται σε σχεδόν κάθε Σχολή Διοίκησης και Επιτελών και Σχολή Πολέμου του πάλαι ποτέ δυτικού κόσμου, και όχι μόνο. Παρ’ όλα αυτά, το βιβλίο είναι δυσανάγνωστο. O στρατηγός George Patton, μελετητής ο ίδιος του Κλαούζεβιτς, έλεγε: «Αυτό το βιβλίο δεν είναι δυνατόν να γίνει κατανο­ητό με την πρώτη ανάγνωση. Ορισμένα μέρη του είναι δυσνόητα και επιδέχονται περισσότερες από μία ερμηνείες, ενώ άλλα απαιτούν συγκέντρωση, επαναλη­πτική ανάγνωση και ανάλυση οε αίθουσα διδασκαλίας». Τόσο το έργο, όσο και ο ίδιος ο συγ­γραφέας, άρχισαν να γίνονται δημοφιλείς ουσιαστικά όταν ο Moltke ο πρεσβύτερος αρχηγός του πρωσικού Γενικού Επιτελεί­ου, κατά τη διάρκεια των πολέμων για τη γερμανική ενοποίηση, συμπεριέλαβε το συγκεκριμένο έργο μεταξύ αυτών τα οποία επηρέασαν θεμελιωδώς τη σκέψη του και συνέβαλαν στην επιτυχία του (τα άλλα δύο είναι η Βίβλος και ο Όμηρος).

Ο Κλαούζεβιτς είναι γνωστός στο ευρύ κοινό, όχι τόσο από το έργο του, μια ολοκληρωμένη θεωρία του πολέμου, αλλά από διάφορα αποσπάσματα της μελέτης του, τα οποία είναι τόσο γνωστά, που έχουν ενσωματωθεί στη στρατιωτική σκέψη και τα δόγματα πολλών στρατιωτι­κών οργανισμών σε ολόκληρο τον κόσμο. Ένα από τα λιγότερο γνωστά θέματα με τα οποία ασχολήθηκε είναι αυτό της «τριάδας» («trinity»). Το συγκεκριμένο θέμα απασχόλησε τον μεγάλο θεωρητικό στην τελευταία ενότητα του Κεφαλαίου 1 του πρώτου βιβλίου (του μόνου ολοκλη­ρωμένου από τα οκτώ του έργου του), με τον υπότιτλο «Οι συνέπειες για τη θεωρία» («Consequences for the theory»). Σε ένα κείμενο τριακοσίων περίπου λέξεων ο Κλαούζεβιτς παρουσιάζει την Τριάδα του -μια αλληλεπιδραστική ομάδα τριών στοιχείων τα οποία επηρεάζουν καθο­ριστικά την εξέλιξη και την έκβαση του πολέμου – η οποία αποτελεί το επιστέγα­σμα της διανοητικής του εργασίας και το απαύγασμα ολόκληρου του έργου του. Όπως παρατηρεί ο Christopher Bassford[2], είναι αδύνατη η σύλληψη της συνολικής δομής των ιδεών του χωρίς την κατανό­ηση και εκτίμηση της Τριάδας. Ο Michael Howard[3] την προτείνει ως μια καλή αφετηρία για κάθε σύγχρονο στρατηγικό μελετητή. Παρόλο που πολλά από τα θέματα τα οποία διαπραγματεύεται ο Κλαούζεβιτς στο έργο του είναι πλέον παρωχημένα εξαιτίας κυρίως των τεχνολογικών εξε­λίξεων, η πλειοψηφία των μελετητών του έργου του πιστεύει ότι η Τριάδα είναι διαχρονική και μπορεί να εξυπη­ρετεί ως βάση για τη μελέτη και την ανάλυση οποιασδήποτε σύγκρουσης, ανεξάρτητα από το πλαίσιο εντός του οποίου αυτή διεξάγεται.

Το παρόν άρθρο έχει ως σκοπό την παρουσίαση της Τριάδας του Κλαούζε­βιτς, η οποία, παρά την ευρεία έκταση και αποδοχή την οποία συναντά σε ολόκληρη την αγγλική στρατιωτική βιβλιογραφία, απουσιάζει παντελώς από την ελληνική στρατιωτική σκέψη. Η παράθεση του αγ­γλικού κειμένου και της μετάφρασης του στην ελληνική, η χρήση παραδειγμάτων και η συνοπτική παρουσίαση επικριτικών σχολίων γίνεται με σκοπό να βοηθηθεί ο αναγνώστης να αποκτήσει μια -έστω και επιφανειακή- δική του άποψη για το θέμα. Για το σκοπό αυτό, στο τέλος του άρθρου παρατίθεται το αγγλικό κείμενο και η μετάφρασή του στην ελληνική. Εξυ­πακούεται ότι το ελληνικό κείμενο απέχει αρκετά από τη σκέψη του Κλαούζεβιτς, πλην όμως αυτό είναι το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα υπό τις κρατούσες συνθήκες. Το αρχικό κείμενο, γραμμένο στην πρωσική γλώσσα, είναι αρκετά δύσκολο στην κατανόηση ακόμη και για τους Γερμανούς. Το κείμενο, όπως αποδόθηκε στη αγγλική, απώλεσε κάτι από την αυθεντικότητα του, ενώ υπέστη μια δεύτερη «κακοποίηση» καθώς μεταφράστηκε από την αγγλική στην ελληνική γλώσσα.

Η Τριάδα

Η Τριάδα του Κλαούζεβιτς παρέμεινε ουσιαστικά στη αφάνεια από το χρόνο έκδοσης του έργου του «On War» το 1832 μέχρι σχετικά πρόσφατα. Η συζήτηση γι’ αυτή και την αξία της άρχισε από τη στιγ­μή της δημοσίευσης της μελέτης του συνταγματάρχη Harry Summers του Στρατού των ΗΠΑ με τον τίτλο «On Strategy: A Critical Analysis of the Vietnam War (1982)» («Περί Στρατη­γικής: Μια κριτική ανάλυση του Πολέμου στο Βιετνάμ/1982)». Έκτοτε, η αποκα­λούμενη Αξιοσημείωτη (remarkable) ή Παράδοξη (paradoxical) Τριάδα είναι μία από τις συχνότερα αναφερόμενες αρχές του Κλαούζεβιτς σε ολόκληρη τη σύγχρο­νη στρατιωτική βιβλιογραφία. Ο Κλαούζεβιτς ισχυρίζεται ότι τα κυρί­αρχα στοιχεία του πολέμου συγκροτούν μια παράδοξη Τριάδα. Τα στοιχεία αυτά, όπως περιγράφονται από τον ίδιο το συντάκτη του έργου, είναι:

  • Η πρωτογενής βιαιότητα, το μίσος και η εχθρότητα
  • Το παιχνίδι της πιθανότητας και της ευκαιρίας
  • Το στοιχείο της υπαγωγής, ως όργανο πολιτικής, το οποίο καθιστά τον πόλεμο υποκείμενο στη λογική

Η ισορροπία της Τριάδας του Κλασύζεβιτς έχει τρεις συνιστώσες, το Λαό, το Στρατό και την «Κυβέρνηση. Σε ότι αφορά την Κυβέρνηση, υπάρχουν μια σειρά από παράγοντες που διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη λήψη αποφάσεων, όπως φαίνεται και στο διάγραμμα.  Ο ίδιος ο Κλαούζεβιτς, στη δεύτερη πα­ράγραφο της ανάλυσής του, προχωράει σε μια αντιστοίχηση των τριών στοιχείων, όπως παρακάτω:

  • Η πρωτογενής βιαιότητα, το μίσος και η εχθρότητα αφορά στο Λαό
  • Το παιχνίδι της πιθανότητας και της ευκαιρίας αφορά στο διοικητή και το στράτευμα του (Στρατός)
  • Το στοιχείο της υπαγωγής αφορά στην Κυβέρνηση.

Έτσι η αρχική Τριάδα, με την υπόδει­ξη του ίδιου του Κλαούζεβιτς, κατέληξε στη ευρύτερα γνωστή και εκλαϊκευμέ­νη τριάδα «Λαός, Στρατός, Κυβέρνη­ση». Η αντιστοίχηση αυτή θεωρείται από πολλούς ως υπε ρ απλούστευα η της σκέψης του. Παρ’ όλα αυτά, η Τριάδα «Λαός, Στρατός, Κυβέρνηση» είναι αυτή που χρησιμοποιείται στη συντριπτική πλειονότητα των κειμένων τα οποία εμφανίζονται σε ολόκληρη τη στρατιω­τική βιβλιογραφία. Η αντιστοίχηση αυτή χρησιμοποιήθηκε από τον Κλαούζεβιτς για να καταδείξει και να διευκρινίσει τη βασική ιδέα, και όχι για να την ορίσει. Η βασική ιδέα είναι πολύ ευρύτερη, της οποίας όμως η ερμηνεία μάλλον διαφεύ­γει των επικριτών της. Στη συνέχεια θα επιχειρηθεί μια συνοπτική ανάλυση των συστατικών της Τριάδας.

Λαός

Το πρώτο από τα στοιχεία της Τριά­δας είναι ο Λαός, χωρίς τη στήριξη του οποίου είναι αδύνατη η προσφυγή ενός κράτους στον πόλεμο. Σύμφωνα με τον Κλαούζεβιτς, νια να εξασφαλιστεί η υποστήριξη του Λαού στον πόλε­μο, αυτός θα πρέπει να διακατέχεται από έντονα συναισθήματα μίσους και εχθρότητας προς τον αντίπαλο. Όταν τα συναισθήματα αυτά αρχίσουν να υποχωρούν, το ίδιο συμβαίνει και με τη στήριξη της υπόθεσης του πολέμου. Έχει παρατηρηθεί ότι σε περιπτώσεις πολέμου υπάρχει μια τάση συσπείρωσης του Λαού γύρω από την κυβέρνησή του. Αυτό ισχύει όχι μόνα για τα δημοκρατικά πολιτεύματα, όπου ο λαός μπορεί να αποσύρει την εμπιστοσύνη του προς την κυβέρνηση η να ασκήσει πίεση για τη αλλαγή της πολιτικής της (όπως στην περίπτωση της απόφασης του προέδρου των ΗΠΑ Μπιλ Κλίντον να αποσύρει τις αμερικανικές δυνάμεις από τη Σομαλία μετά το θάνατο 18 Αμερικανών στρατιω­τικών, τη διαπόμπευση των σορών τους και τη μετάδοση των σχετικών εικόνων οπό το CNN).To ίδιο ισχύει και σε μη δημοκρατικά καθεστώτα, στο πλαίσιο των οποίων η αντίθεση εκφράζεται μάλλον παθητικά από το φόβο των αντιποίνων από πλευράς του καθεστώτος προς τους διαφωνούντες (αρκεί να θυμηθούμε την κατάσταση αδιεξόδου επί τέσσερα χρόνια -1984-1988- στον πόλεμο Ιράν και Ιράκ, την περίοδο 1980-1988).

Ο Στρατός

Εκτός από την απλή αντιστοίχηση της πιθανότητας και της ευκαιρίας με το Στρατό (το διοικητή και το στράτευμα του), ο Κλαούζεβιτς κάνει ρητή αναφορά στη «ιδιοφυία» (genius) του διοικητή, η οποία επηρεάζει την εξέλιξη του πολέμου. Έτσι λοιπόν, κατά τον Κλαούζεβιτς, δύο είναι τα βασικά στοιχεία που επηρε­άζουν την εξέλιξη του πολέμου από την πλευρά του Στρατού: Η τύχη και η «ιδιοφυΐα» του διοικητή. Η τύχη έχει την έννοια των τυχαίων περιστατικών, των οποίων η επίδραση είναι απρόβλεπτη. Η βροχή την προηγουμένη της μάχης του Βατερλό έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην ήττα του Ναπολέοντα. Γιατί όμως η βροχή λειτούργησε εις βάρος του Ναπολέοντα και όχι του Ουέλινγκτον; Θα μπορούσε το αποτέλεσμα της μάχης να ήταν διαφορετικό; Κανείς δεν το ξέρει και ούτε θα το μάθει ποτέ. Η επίδραση αυτή της τύχης μπορεί να μειωθεί σε κάποιο, μικρό ή μεγάλο, βαθμό από την «ιδιοφυία» του διοικητή, με την έννοια της ποιότητας του στρατεύματος και της ικανότητάς του να σχεδιάζει και να διεξάγει πολεμικές επιχει­ρήσεις. Βέβαια, οι επιχειρήσεις αυτές δεν διεξάγονται στο κενό, χωρίς αντίπαλο. Αυτό λοιπόν που θα μπορούσαμε να προσθέσου­με είναι ότι εκείνο που έχει αξία δεν είναι η απόλυτη «ιδιοφυΐα» του διοικητή, αλλά η σχέση με την αντίστοιχη του διοικητή του αντιπάλου, αυτό που σήμερα αποκαλούμε σχετική μαχητική ισχύ, και το οποίο μπορεί μεν να εκτιμηθεί, δεν μπορεί όμως να με­τρηθεί. Υπάρχει όμως και μια άλλη πλευρά της σχέσης της «ιδιοφυίας» του διοικητή με την τύχη: η ικανότητα του να εκμεταλλεύ­εται την αβεβαιότητα που επικρατεί στο πεδίο των επιχειρήσεων προς όφελος του, για την επίτευξη της νίκης.

Η Κυβέρνηση

Η προσφυγή στον πόλεμο είναι μια απόφαση η οποία πρέπει να λαμβάνεται από την εκάστοτε πολιτική ηγεσία. Η αρχή αυτή διαπνέει όλο το έργο του Κλαούζεβιτς. Η υπεροχή της πολιτικής ηγεσίας δεν σταματάει βέβαια στη λήψη της απόφασης. Ο πόλεμος είναι κρατική υπόθεση, στην οποία ο Στρατός παίζει τov κυρίαρχο ρόλο, η συμμετοχή όμως των άλλων στοιχείων ισχύος του κράτους (της διπλωματίας και της οικονομίας) δεν μηδενίζεται ποτέ. Η συμμετοχή των τριών στοιχείων ισχύος είναι δυναμική, ήτοι η συμμετοχή τους μεταβάλλεται συνεχώς από τη στιγμή της κρίσης, κατά τη διάρ­κεια του πολέμου και μέχρι την επίτευξη της ειρήνης, όπως φαίνεται στο διάγραμ­μα που παρατίθεται. Η απόφαση προσφυγής στον πό­λεμο πρέπει να λαμβάνεται από την κυβέρνηση μετά από λογικό υπολο­γισμό και εκτίμηση του κινδύνου τον οποίο αναλαμβάνει. Η κυβέρνηση λοιπόν πρέπει να προσδιορίσει με καθαρό μυαλό, χωρίς να διακατέχεται από το πάθος που διακατέχει το Λαό, το σκοπό του πολέμου και το σημείο μέχρι το οποίο θα τον επιδιώξει (και με ποιο κόστος). Εάν η απόφαση προσφυγής στον πόλεμο ληφθεί από την κυβέρνηση υπό το κράτος έντονων συναισθημάτων μίσους και εχθρότητας (αποκλειστικό προνόμιο του Λαού), ο πολιτικός σκοπός του πολέμου θα είναι κατά πάσα πιθανό­τητα λανθασμένος και μη εφικτός, διότι η απόφαση προσφυγής δεν θα «υπόκειται στη λογική».

Ισορροπία της Τριάδας

Ας επιστρέψουμε όμως στην Τριάδα. Ο ίδιος ο Κλαούζεβιτς επισημαίνει ότι τα τρία αυτά στοιχεία, παρότι αυθύπαρκτα, βρίσκονται σε κάποια σχέση μεταξύ τους. Οποιαδήποτε θεωρία πολέμου αγνοήσει κάποιο από αυτά τα στοιχεία ή υποθέσει κάποια αυθαίρετη σχέση μεταξύ τους, είναι καταδικασμένη να καταρριφθεί. Τα στοιχεία αυτά, στο πλαίσιο της διεξαγω­γής ενός πολέμου από ένα κράτος-έθνος, θα πρέπει να βρίσκονται οε ισορροπία, ακριβώς όπως ένα εκκρεμές ισορροπεί μεταξύ τριών μαγνητών. Ανεξάρτητα από το είδος του πολέμου, προϋπόθεση επιτυχούς διεξαγωγής και έκβασης είναι η αποκατάσταση της ισορροπίας των στοιχείων, η σχέση μεταξύ των οποίων, έστω και αν δεν παραμένει σταθερή, πρέπει να βρίσκεται πάντοτε στα πλαίσια της ισορροπίας.

Η επίτευξη της ισορροπίας της Τριάδας επηρεάζεται από ορισμένους παράγοντες. Η σχέση μεταξύ των τριών συστατικών της είναι ιδιαίτερα σημαντική. Ένας Στρα­τός πολιτών εξασφαλίζει τον απαιτούμενο άρρηκτο δεσμό μεταξύ Στρατού και Λαού. Η εμπιστοσύνη του λαού στην Κυβέρνηση είναι επίσης ένας σοβαρός παράγοντας αποκατάστασης της ισορροπίας ενώ η ποιότητα του Στρατεύματος («ιδιοφυΐα») είναι βασική. Ο συνεκτικός δεσμός όμως και των τριών συστατικών είναι η κατα­νόηση και η πίστη στον πολιτικό σκοπό του πολέμου, στον οποίο εφόσον πιστέψουν, ο μεν Λαός θα τον υποστη­ρίξει με πάθος, ο Στρατός θα τον επι­διώξει με αυτοθυσία, η δε Κυβέρνηση θα επιμείνει σε αυτόν με οποιοδήποτε κόστος μέχρι την επίτευξή του.

Εφαρμογή της Τριάδας

Η παρουσίαση του δύσκολου αυτού θέματος της Τριάδας δεν θα ήταν πλήρης χωρίς την παράθεση κάποιων παρα­δειγμάτων τα οποία θα βοηθήσουν τον αναγνώστη να κατανοήσει καλύτερα το νόημά της. Συγκεκριμένα, θα χρησιμοποι­ηθούν δύο παραδείγματα, αμφότερα από την ελληνική Ιστορία, για τη διευκόλυνση του αναγνώστη. Το πρώτο αφορά στον ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940-41, ενώ το δεύτερο, στη μικρασιατική εκστρατεία. Η κατάληξη και των δύο είναι γνωστή σε όλους.

Στο διάστημα που προηγήθηκε της έκρηξης του ελληνοϊταλικου πολέμου, η Ιταλία προέβη σε μια σειρά προκλήσεων εις βάρος της Ελλάδος με αποκορύφωμα τον τορπιλισμό της «ΕΛΛΗΣ» στο λιμάνι της Τήνου, την 15 Αυγούστου 1940. Παρά την προσπάθεια της κυβέρνησης να αποφύγει να κατηγορήσει επίσημα την Ιταλία, ο Λαός αντιλαμβανόμενος την κατάσταση, άρχισε να αναπτύσσει αισθή­ματα αδικίας, αγανάκτησης, εχθρότητας και μίσους εναντίον των Ιταλών. Την ίδια στιγμή, ο Στρατός είχε το χρόνο να προ­χωρήσει στην απαραίτητη προετοιμασία, συμπεριλαμβανομένης της προώθησης στρατευμάτων και της μερικής (μυστικής) επιστράτευσης, έτσι ώστε να μην υποστεί στρατηγικό αιφνιδιασμό. Τέλος η κυβέρ­νηση είχε το χρόνο να προβεί σε λογική εκτίμηση της κατάστασης με ψυχραιμία, και να καθορίσει τον πολιτικό σκοπό του πολέμου.

Έτσι, το πρωί της 28ης Οκτωβρίου, η Τριάδα του Κλαοΰζεβιτς βρέθηκε σε μια ιδανική ισορροπία: ο Λαός, διακατεχόμενος από έντονα συναισθήματα εχθρότητας, και παρά το γεγονός ότι η κυβέρνησή του ήταν δικτατορική, εμπιστεύτηκε την πολιτική και στρατι­ωτική ηγεσία και παρέμεινε προσκολ­λημένος στο όραμα της νίκης, καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου. Παρά την προσπάθεια μιας στρατιωτικής ηγεσίας να εισέλθει στον πόλεμο με τις καλύτερες δυνατές προϋποθέσεις και να ελαχιστο­ποιήσει την -εγγενή στον πόλεμο- αβε­βαιότητα, ο πόλεμος κυριαρχείται από την πιθανότητα και την ευκαιρία. Ο Ελληνικός Στρατός, παρότι κατώτερος σε μαχητική ισχύ του αντίστοιχου ιταλικού, έπαιξε το παιχνίδι αυτό της πιθανότητας και της ευκαιρίας. Μπόρεσε να εκμεταλλευτεί τις ευκαιρίες που του παρουσιάστηκαν στο θέατρο των επιχειρήσεων και να νικήσει σε όλες τις μάχες στις οποίες ενεπλάκη, Η Κυβέρνηση, παρότι δεν απολάμβανε της εμπιστοσύνης του ελληνικού λαού, με την απόφαση της να προσφύγει στον πόλεμο πέτυχε να εξασφαλίσει την υποστήριξή του στη συγκεκριμένη απόφαση, Η λογική υπαγόρευε το συμβιβασμό. Δεν ήταν δυ­νατόν η Ελλάδα, με τα περιορισμένα μέσα τα οποία διέθετε, να κερδίσει έναν πόλεμο εναντίον του Άξονα. Όμως, η κυβέρνηση διείδε και πίστεψε στην τελική επικράτη­ση του ελεύθερου κόσμου. Ο πολιτικός σκοπός του πολέμου, όπως ορίστηκε από την κυβέρνηση, ήταν η συμπαράταξη με τον ελεύθερο κόσμο, με απώτερο στόχο να βρεθεί στο τέλος του πολέμου στην πλευρά των νικητών. Έτσι, τη στιγμή της τελικής επικράτησης, το κέρδος θα ήταν μεγαλύτερο σε σχέση με τις απώλειες. 0 συνεκτικός κρίκος μεταξύ των στοιχείων της Τριάδας για την επίτευξη της ισορ­ροπίας ήταν η πίστη τους στο γεγονός ότι η Ελλάδα έπρεπε να συνταχθεί με τον ελεύθερο κόσμο και ότι το μακροπρό­θεσμο αποτέλεσμα θα ήταν η νίκη και η αποκατάσταση της αδικίας.

Το δεύτερο παράδειγμα μας είναι αυτό της τελευταίας περιόδου της μικρα­σιατικής εκστρατείας. Η εκστρατεία ξεκίνησε με τις καλύτερες προϋποθέσεις. Ο πολιτικός σκοπός του πολέμου, η απελευθέρωση της Μικρασίας, συνεπήρε το Λαό, το Στρατό και την Κυβέρ­νηση, διασφαλίζοντας την ισορροπία της Τριάδας. Παρόλο που κάποιος θα μπορούσε να αμφισβητήσει το λογικό της απόφασης (κατά πόσον η Κυβέρνηση είχε σταθμίσει τη δυνατότητα των άλλων παραγόντων ισχύος του κράτους -διπλω­ματίας και οικονομίας- να υποστηρίξουν έναν μακροχρόνιο πόλεμο), η ισορροπία της Τριάδας είχε επιτευχθεί. Προϊόντος όμως του χρόνου, ήταν προφανές ότι ο αρχικός πολιτικός σκοπός του πολέμου δεν ήταν πλέον εφικτός και έπρεπε να αναθεωρηθεί. Ο Λαός, κουρασμένος από τον δεκαετή πόλεμο, απέσυρε σταδιακά την υποστήριξη του στην Κυβέρνηση. Τα αισθήματα κόπωσης και απογοήτευσης υπερίσχυσαν των αντίστοιχων μίσους και εχθρότητας. Ο Στρατός, καταπονημένος από τον πολυετή πόλεμο, ταλαιπωρημένος από τη διχόνοια, έχασε τα ηθικό του. Όσο δεν υπήρχε πολιτικός σκοπός, δεν μπορούσε να καταρτιστεί στρατιωτική στρατηγική και να οριστεί ο στρατιωτικός σκοπός του πολέμου. Η «ιδιοφυΐα» του διοικητή χάθηκε και μαζί της και η ικανότητα του να εκμεταλλευτεί το παιγνίδι της πιθα­νότητας και της ευκαιρίας στο πεδίο των επιχειρήσεων. Τελικά, ο συσχετισμός της μαχητικής ισχύος των αντιπάλων άλλαξε εις βάρος μας. Η Κυβέρνηση απώλεσε την εμπιστοσύνη του λαού και, παρά τις αλλαγές που επήλθαν στον διεθνή της περίγυρο, απέτυχε να αναθεωρήσει τον πολιτικό σκοπό του πολέμου, μέσα από μια λογική διαδικασία εκτίμησης η οποία θα λάμβανε υπόψη της τους συνεπαγόμε­νους κινδύνους. Την ίδια στιγμή, τα άλλα στοιχεία ισχύος του κράτους έπαψαν να συνεισφέρουν θετικά στη διεξαγωγή του πολέμου. Διπλωματικά η χώρα ήταν απο­μονωμένη και οικονομικά καταχρεωμένη. Με αυτές τις προϋποθέσεις ήταν αδύνατη η αποκατάσταση, ή μάλλον η διατήρηση, της ισορροπίας η οποία υπήρχε στην αρχή της εκστρατείας, οπότε η ήττα στον πόλεμο ήταν αναμε­νόμενο και φυσικό επακόλουθο.

Κριτική της Τριάδος

Αυτά λοιπόν ισχυρίζεται ο μεγάλος θε­ωρητικός στο τριακοσίων περίπου λέξεων κείμενο του. Η ιδέα αυτή του Κλαούζεβιτς αξιοποιήθηκε τις τελευταίες δεκαετίες ως ένα πολύτιμο αναλυτικό εργαλείο και αποτέλεσε τη βάση για την ερμηνεία της εξέλιξης και της έκβασης του πολέμου. Η εφαρμογή του θεωρητικού σχήματος της τριάδας θεωρείται σήμερα από τους ειδικούς ως έγκυρη και χρήσιμη. Οίκοθεν νοείται ότι, όταν ο πόλεμος είναι νικηφό­ρος, η Τριάδα βρίσκεται σε ισορροπία. Όταν όμως ο πόλεμος έχει αρνητική έκβα­ση, τότε η ανάλυση πρέπει να οδηγεί σε εντοπισμό του ή των στοιχείων τα οποία απέτυχαν να εξασφαλίσουν την κρίσιμη ισορροπία. Βέβαια, η Τριάδα του Κλαούζεβιτς, όπως κάθε στοιχείο υψηλής διανόη­σης, δεν είναι καθολικά αποδεκτή. Οι πολέμιοί της από την πρώτη της διατύπω­ση μέχρι σήμερα είναι πολλοί. Από τους σύγχρονους, οι πιο προβεβλημένοι και γνωστοί είναι οι John Keegan[4], Liddell Hart και Martin van Creveld[5], ενώ λίγο παλαιό­τερος είναι ο γνωστός στο ελληνικό βιβλι­όφιλο κοινό από το έργο του «Η ιδιοφυής στρατηγική του Μεγάλου Αλεξάνδρου», J.F.C. Fuller.

Ο John Keegan, στο βιβλίο του «Α History of Warfare»[6], ασχολείται ουσια­στικά με την ανασκευή της θεωρίας του Κλαούζεβιτς. Η μεγαλύτερη διαφωνία του αφορά στην αρχή της χρησιμότητας του πολέμου για την εξυπηρέτηση πολιτικών στόχων, κάτι το οποίο αποτελεί έναν από τους θεμέλιους λίθους της θεωρίας του Κλαούζεβιτς. Όμως, ο Keegan δεν αφήνει ασχολίαστη και την Τριάδα. Απορρίπτει την ιδέα του τριαδικού πολέμου και ισχυρίζεται ότι ο πόλεμος είναι μάλλον μια πολιτισμική και όχι πολιτική δραστηριότητα. Το συμπέρα­σμα το οποίο προκύπτει από την παράθε­ση των επιχειρημάτων του Keegan είναι ότι απορρίπτει τη σύλληψη του τριαδικού πολέμου ως μιας θεωρίας διαχρονικής αξίας και ισχύος.

Ο Martin van Creveld ισχυρίζεται ότι ο τριαδικός πόλεμος έχει εφαρμογή μόνο μεταξύ κρατών, επειδή μόνο τα κράτη έχουν τη δυνατότητα να στρατολογούν (υποχρεωτικά), να χρηματοδοτούν, να εκπαιδεύουν, να αναπτύσσουν και να συντηρούν σύγχρονα εξοπλισμένες Ένο­πλες Δυνάμεις. Ισχυρίζεται ότι ο τριαδικός πόλεμος είναι εφικτός μόνον αν τα δύο αντίπαλα κράτη είναι οργανωμένα κατά τον ίδιο Τριαδικό τρόπο, και ότι από το 1945 μέχρι σήμερα τα 3/4 των ενόπλων συγκρούσεων ήταν του τύπου «χαμηλής έντασης». Σε τέτοιου είδους πολέμους τα εμπλεκόμενα κράτη γενικώς αποτυγ­χάνουν. Είναι εντυπωσιακό το γεγονός ότι ενώ ο Rupert Smith[7] συμφωνεί με τον Van Creveld στο ότι ο τύπος του πολέμου έχει αλλάξει και ότι οι σύγχρονες Ένοπλες Δυνάμεις δεν έχουν προσαρμοστεί σε αυ­τόν, διαφωνεί με την (απ)αξία της Τριάδας. Τη χρησιμοποιεί μάλιστα για να αναλύσει και ερμηνεύσει την έκβαση διαφόρων πολεμικών συγκρούσεων.

Η κριτική την οποία δέχεται η Τριά­δα του Κλαούζεβιτς εστιάζεται κυρίως στην αδυναμία της να ερμηνεύσει τις σύγχρονες πολεμικές συγκρούσεις, λόγω της αλλαγής του πλαισίου εντός του οποίου διεξάγονται οι σύγχρο­νοι πόλεμοι. Η συγκεκριμένη σύγχυση προέρχεται από την αντιστοίχηση την οποία πρότεινε ο ίδιος ο Κλαούζεβιτς κατά πάσα πιθανότητα για λόγους κατα­νόησης και παραδείγματος. Πράγματι, ο τυπικός τρόπος πολέμου τον οποίο είχε στο μυαλό του ο Κλαούζεβιτς, ήτοι τη σύγκρουση δύο οργανωμένων κρατικών οντοτήτων ή συνασπισμού κρατικών οντοτήτων, τείνει να εκλείψει. Στη συ­νηθέστερη περίπτωση, οι σύγχρονες συγκρούσεις διεξάγονται μεταξύ μιας κρατικής οντότητας ή ενός συνασπι­σμού κρατικών οντοτήτων και μιας οργάνωσης (όπως, για παράδειγμα, μιας τρομοκρατικής).

Ο συντάκτης του παρόντος άρθρου συντάσσεται με την άποψη της διαχρονι­κής αξίας της (αρχικής) Τριάδας, και χωρίς να υποστηρίζει ότι αυτή μπορεί να ερμη­νεύσει κάθε ανθρώπινη σύγκρουση, θα επιχειρήσει να αποδείξει την ισχύ της ως αναλυτικού εργαλείου στις περιπτώσεις των σύγχρονων συγκρούσεων μέσω ενός παραδείγματος. Λόγω επικαιρότητας, το παράδειγμα αφορά στην περίπτωση μιας τρομοκρατικής οργάνωσης. Μια οργάνωση, έστω και ολιγομελής, διαθέτει ως βάση της οπαδούς, οι οποίοι άμεσα ή έμμεσα παρέχουν την υποστήριξή τους στην ηγεσία της και οι οποίοι συγκροτούν τον «Λαό», ήτοι όλους αυτούς οι οποίοι ασπάζονται τις ίδιες ιδέες. Ο «Στρατός» συγκροτείται από όλους αυτούς οι οποίοι είναι στρατευμένοι στην υπόθεση και αποτελούν τον εκτελεστικό βραχίονα ο οποίος εκτελεί τα σχέδια της ηγεσίας. Βέ­βαια, στην περίπτωση των οργανώσεων αυτού του τύπου η στράτευση γίνεται σε εθελοντική βάση. Όμως, από την άποψη της οργάνωσης και της πειθαρχίας, παρα­γόντων οι οποίοι επηρεάζουν αποφασι­στικά την επιχειρησιακή ικανότητα ενός στρατού, η κατάσταση είναι καλύτερη της αντίστοιχη ς των τυπικών στρατευμάτων των κρατικών οντοτήτων. Την «Κυβέρνη­ση» συγκροτεί η ηγεσία της οργάνωσης, η οποία βέβαια δεν εκλέγεται (όπως και οι κυβερνήσεις της εποχής του Κλαούζε­βιτς), απολαμβάνει όμως της αποδοχής των οπαδών της (του «Λαού»).

Σκέψεις και συμπεράσματα

Στο άρθρο αυτό υποστηρίζουμε ότι, παρά το γεγονός ότι ο τύπος του πολέμου τον οποίο είχε στο μυαλό του και στον οποίο συμμετείχε ο ίδιος ο εμπνευστής της έχει εκλείψει (οριστικά;), η αρχική Τριάδα περιγράφει χαρακτηρι­στικά της φύσης του πολέμου, τα οποία παραμένουν αναλλοίωτα από τότε που εμφανίστηκαν στις πρωτόγονες ανθρώ­πινες κοινωνίες. Ως τέτοια παραμένουν σε ισχύ έως σήμερα, έστω και αν έχει αλλάξει ο τρόπος διεξαγωγής του πολέμου. Αυτό που σίγουρα έχει αλλάξει, και μάλιστα πρόσφατα, είναι η αντιστοίχηση την οποία επέλεξε ο ίδιος ο Κλαούζεβιτς ως ένα πολύ καλό για την εποχή του παράδειγμα. Έτσι, όταν σήμερα ο πόλεμος διεξάγεται μεταξύ, κρατικών ή μη κρατικών οντοτήτων, φυλών της Αφρικής επαναστατικών κινημάτων κλπ., σε οποιοδήποτε συνδυασμό, οίκοθεν νοείται ότι ένα άλλο παράδειγμα θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί για την κατάδειξη και την ερμηνεία της ισχύος της Τριάδας. Όμως, τα στοιχεία της αρχικής Τριάδας ενυπάρ­χουν στον πόλεμο, μάλιστα η ισορροπία τους είναι προϋπόθεση της επιτυχούς διεξαγωγής του. Το πάθος υπό τη μορφή του μίσους/εχθρότητας είναι προϋπόθεση για την υποστήριξη από την πλευρά του Λαού της προσφυγής στον πόλεμο (όπως η υποστήριξη την οποία παρείχε ο αμερι­κανικός λαός στον πρόεδρο του μετά τις επιθέσεις της 11 ης Σεπτεμβρίου 2001), η οποία λαμβάνεται από κάποια ηγεσία που χαίρει γενικής αποδοχής, έστω και αν αυτή δεν έχει τη μορφή της κυβέρνησης η οποία συναντάται στις σύγχρονες δημοκρατίες (όλες οι επιθέσεις της τρομοκρατικής οργάνωσης Αλ Κάιντα λαμβάνονται από την ηγεσία της). Η δε πιθανότητα και ευκαιρία, εγγενή στοιχεία του πολέμου, παρά τον περιορισμό τους λόγω της εξέλιξης της τεχνολογίας, υφίστανται και επηρεάζουν την εξέλιξη οποιουδήποτε πολέμου (παρά την τεχνολογική υπεροχή και τον όγκο των δυνάμεων του NATO, το θέατρο των επι­χειρήσεων στο Αφγανιστάν παρέχει στους Ταλιμπάν ευκαιρίες στρατιωτικών επιτυχιών τοπικής μεν εμβέλειας πολύ σημαντικές όμως για τη διατήρηση της επιρροής τους στους οπαδούς τους και την ισορροπία της δικής τους Τριάδας).

Η Τριάδα του Κλαούζεβιτς παρά τα εκατόν ογδόντα περίπου χρόνια που πα­ρήλθαν από τη σύλληψη της παραμένει ένα σημαντικό αναλυτικό εργαλείο στα χέρια του μελετητή της Στρατηγικής και της πολεμικής τέχνης. Από την άλλη πλευρά, δεν λείπουν αυτοί οι οποίοι αμφισβητούν την ισχύ της και τη θεωρούν ως απομεινάρι μιας εποχής του πολέμου η οποία έχει εκλείψει οριστικά Ελπίζουμε το παρόν άρθρο να αποτελέσει το έναυσμα για μια πιο ενδελεχή μελέτη του θέματος μέσω της οποίας ο ενδιαφερό­μενος αναγνώστης θα αποκτήσει τη δική του θεμελιωμένη άποψη για την παράδοξη Τριάδα του μεγάλου Γερμανού θεωρητικού του πολέμου.


[1] Peter Paret, Αμερικανός ιστορικός και στρατηγιστής, ένας εκ των δύο μεταφραστών του έργου του Κλαούζεβιτς στην αγγλική γλώσσα

[2] Christopher Bassford, Αμερικανός ιστορικός και στρατηγιστής. Πρώην αξιω­ματικός του στρατού των ΗΠΑ. σήμερα κα­θηγητής στη Σχολή Πολέμου (War College) της Σχολής Εθνικής Αμύνης (National Defense University) των ΗΠΑ. Θεωρείται ο μεγαλύτερος μελετητής του Κλαούζεβιτς στον Αγγλόφωνο κόσμο. Επιμελείται της ιστοσελίδας με θέμα τον Κλαούζεβιτς (www. clausewitz.com)

[3] Michael Howard, Clausewitz A very short introduction, Oxford University Press,1983, σελ. 76

[4] John Keegan Άγγλος ιστορικός, γνω­στός για τα έργα του The Face of Battle, The Masks of Command, A History of Warfare και άλλα

[5] Martin van Creveld, Ισραηλίτης ιστο­ρικός και θεωρητικός, συντάκτης πολλών βιβλίων με θέμα τη στρατιωτική ιστορία και στρατηγική.

[6] John Keegan, A History of Warfare, Vintage Books, 1993

[7] Rupert Smith, The Utility of Force, Alfred A. Knopf, 2007

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s