Ο κόσμος αλλάζει. Ποιος όμως το έχει προσέξει;

του Βασίλειου Μαρκεζίνη, 28/11/2007*

Ι. Αποτιμώντας την έκταση της αλλαγής

Ποιος μπορεί να επηρεάσει την εξωτερική πολιτική

Σε έναν κόσμο που αλλάζει ραγδαία, έναν κόσμο όπου τα γεγονότα που συμβαίνουν σε μια χώρα επηρεά­ζουν όλο και περισσότερο τα γεγονότα σε μιαν άλλη (ακόμη και μακρινή) χώρα, η εξωτερική πολιτική έχει αρχίσει να παίρνει τη μορφή αποφάσεων που λαμβάνονται όχι απλώς εσπευσμένα αλλά και με βάση ελά­χιστες αξιόπιστες πληροφορίες. Έτσι, η γεωγραφική κλίμακα του προβλήματος και η ταχύτητα της αλλαγής δεν επιτρέπουν στους υπευθύνους για τη χάραξη της εξωτερικής πολιτικής να δρουν κατά τρόπο προλη­πτικό και δημιουργικό, παρά μόνο να αντιδρούν στις εξελίξεις, καθώς η μία κρίση ξεσπά μετά την άλλη. Πα­ραδείγματος χάριν, έχει πλέον παρέλθει η εποχή που η Ρωσία διέθετε μία συγκεκριμένη εξωτερική πολιτική (να φτάσει στα ζεστά νερά του Αιγαίου, υπό το πρόσχημα ότι θα προστάτευε έτσι την Ορθόδοξη Εκκλησία ή, αργότερα, τον πανσλαβισμό και, ακόμη αργότερα, τον κομμουνισμό), πολιτική η οποία διατηρήθηκε αμε­τάλλακτη στο όραμα της χώρας αυτής επί τρεις σχεδόν αιώνες. Το ίδιο θα μπορούσε να πει κανείς για τη Με­γάλη Βρετανία, όπου κάποτε (και επί δύο ολόκληρους αιώνες) ο στόχος της διατήρησης του δρόμου προς την Ινδία υπαγόρευε τη γενική στάση της χώρας απέναντι στο Γιβραλτάρ, τη Μάλτα, την Κρήτη, την Κύπρο, τη Διώρυγα του Σουέζ (δηλαδή την Αίγυπτο) και το Άντεν. Η απουσία μιας ορθολογικά διαμορφωμένης εξωτερικής πολιτικής επιδεινώνεται από το γεγονός ότι οι υπεύθυνοι για τη χάραξή της —οι επαγγελμα­τίες πολιτικοί— όχι απλώς δεν έχουν τον χρόνο να σκεφτούν και να θέσουν μακροπρόθεσμους στόχους, αλλά λαμβάνουν κατά κανόνα τις αποφάσεις τους έχοντας μέρος της προσοχής τους προσηλωμένο σταθερά στις σφυγμομετρήσεις της κοινής γνώμης και στο πώς αυτές θα επηρεάσουν τη δημοτικότητά τους στο εσω­τερικό της χώρας τους. Τούτο ισχύει ιδιαίτερα στις περιπτώσεις όπου ένα δεδομένο ζήτημα εξωτερικής πο­λιτικής έχει συγκινησιακό αντίκτυπο στους πολίτες της χώρας.

* Ο συγγραφέας θα ήθελε να ευχαριστήσει το Διοικητικό Συμβούλιο του Ιδρύματος Ωνάση, για την ευγενική του πρό­σκληση να παρουσιάσει τις απόψεις του σχετικά με επίκαιρα θέματα της διεθνούς εξωτερικής πολιτικής. Επίσης, ευχαριστεί θερμά τον κύριο Γιάννη Παπαδημητρίου, για την επιδέξια απόδοση του κειμένου της διάλεξης στην ελληνική γλώσσα.

Οι άνθρωποι αυτοί χαράσσουν την εξωτερική πολιτική· κάποιοι άλλοι μπορούν, στην καλύτερη περί­πτωση, να συμβάλουν στη διαμόρφωση της. Στις μέρες μας, έχει σχηματιστεί μια στρατιά από ομάδες εμπειρογνωμόνων [think tanks], «ανεξάρτητους» συμβούλους και ινστιτούτα διεθνών σχέσεων που φι­λοδοξούν να ασκήσουν επιρροή στα πράγματα. Αντίθετα με την προαναφερθείσα ομάδα των επαγγελματιών πολιτικών, οι συγκεκριμένοι άνθρωποι σαφώς και διαθέτουν όχι μόνο τον χρόνο να σκεφτούν αλλά και την ελευθερία να επιλέξουν το αντικείμενο της μελέτης τους. Είναι όμως πραγματικά ανεξάρτητη η σκέψη τους; Πολλές φορές, οι συμβουλές που προσφέρουν καθορίζονται από το ποιος τους χρηματοδοτεί (ή ποιου την ιδεολογία ασπάζονται). Τα ζητήματα αυτά θέτουν ένα μεγάλο ερωτηματικό αναφορικά με το έργο πολλών ομάδων εμπειρογνωμόνων στις Η.Π.Α.

Ακόμη και όταν εκφράζουν τις απόψεις τους κάποιοι πραγματικά ανεξάρτητοι διανοούμενοι από τον χώρο του πανεπιστημίου, οι απόψεις αυτές υστερούν ενδεχομένως λόγω του γεγονότος ότι δεν έχουν περάσει από το «ξεκαθάρισμα» της πραγματικής πολιτικής. Αποκτώντας πιο έντονη επίγνωση αυτής της έλλειψης, όλοι όσοι μιλούν από καθέδρας θα εκφράζονταν ίσως πιο επιφυλακτικά και θα λάμβαναν δεόντως υπόψη το είδος των πιέσεων που μπορούν να ασκήσουν τα ισχυρά κράτη σε όσους τολμούν να τα κρίνουν, και δη να τα επικρίνουν. Οι πιέσεις αυτές δεν ασκούνται μόνο σε μικρές χώρες (όπως είναι η Ελλάδα), αλλά και σε μεσαίου μεγέθους χώρες που συμμετέχουν στο παγκόσμιο πολιτικό γίγνεσθαι, όπως είναι η Γαλλία και η Γερμανία. Η απόφαση της εισβολής στο Ιράκ κατέδειξε, κατά κάποιον τρόπο, τι χρειάστηκε να υπομείνουν οι χώρες αυτές για να έχουν το προνόμιο της πιστής τήρησης των απόψεών τους.

Δεδομένου ότι και οι δύο προαναφερθείσες ομάδες —οι «επαγγελματίες» και οι «διανοούμενοι»— έχουν οπωσδήποτε και δυνατά και αδύνατα σημεία, θα ήταν προτιμότερο να συνδυάζουν τις προσπάθειές τους. Εντούτοις, ο συνδυασμός αυτός σπανίως αποδεικνύεται αποτελεσματικός, δεδομένου ότι, κάθε φορά που συγχωνεύονται κάποιες ομάδες ταλέντων, τα «ελαττώματα» της μίας ομάδας τείνουν να αποκρύπτουν τα «προτερήματα» της άλλης. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι οι πολιτικοί χαλιναγωγούν τους διανοουμέ­νους. Ο συγγραφέας πιστεύει γενικώς πως έτσι πρέπει να συμβαίνει, διότι, σε τελική ανάλυση, η πολιτική ευθύνη δεν μπορεί να ανήκει σε ανεπίσημους διανοουμένους ή αθέατους συμβούλους, όσο καταρτι­σμένοι και αν είναι αυτοί. Παράλληλα, όμως, πρέπει να ασκείται κριτική σε κάθε διαδικασία λήψης απο­φάσεων που διαμορφώνεται από τις πρόσφατες σφυγμομετρήσεις της κοινής γνώμης, αν και η πολιτική είναι, κατ’ εξοχήν, η «τέχνη του εφικτού» και συνδέεται άμεσα με τους ευρύτερους στόχους και τις εφικτές επιδιώξεις της εκάστοτε χώρας. Δυστυχώς, όμως, αναπόφευκτα διαπιστώνει κανείς ότι στο σημερινό πε­ρίπλοκο πλαίσιο δεν φαίνεται να υπάρχει κανένα περιθώριο για να παρουσιαστούν νέοι, συχνά δε πο­λύπλευροι, τρόποι σκέψης.

Πώς μπορεί λοιπόν ένας διανοούμενος, ο οποίος δεν επιδιώκει την προαγωγή ή κάποιο άλλο όφε­λος, να συμβάλει στην προώθηση του κοινού καλού, αν και δεν έχει πρωταγωνιστικό ρόλο στα πολιτικά πράγματα;

Πρώτα απ’ όλα, αυτό μπορεί να το καταφέρει διατηρώντας την ανεξαρτησία της σκέψης και της ανάλυσής του, καθώς και την απόστασή του από κάθε ομάδα συμφερόντων ή πολιτική παράταξη· δεύτερον, εκ­φράζοντας τις απόψεις του δημοσίως, ώστε να μπορούν να τις αναλογιστούν οι πολιτικοί και το εκλογικό σώμα· τρίτον, εκφράζοντας αυτές τις απόψεις τίμια και ανοιχτά, ενίοτε μάλιστα απλώς και μόνο διατυπώ­νοντας ρητά αυτό που οι (περισσότεροι;) άνθρωποι σκέφτονται αλλά δεν τολμούν να εκφράσουν δημοσίως. Με λίγα λόγια, αυτοί οι «διανοούμενοι» δεν θα πρέπει να φοβούνται ακόμη και να «θορυβήσουν» τους άλ­λους με τις απόψεις τους, αν πρόκειται έτσι να τους ωθήσουν να διανοηθούν το αδιανόητο. Είναι δε άνευ σημασίας το αν οι απόψεις αυτές μπορεί τελικά να αποδειχθούν εσφαλμένες ή και να απορριφθούν (έστω και αν είναι ορθές).Όντως, αν κάτι λείπει περισσότερο από την εποχή μας, παράλληλα με τον αναγκαίο ελεύθερο χρόνο για σκέψη και όχι απλή απορρόφηση του διαρκώς αυξανόμενου όγκου των πληροφοριών, είναι η ικανότητα να σκεφτόμαστε διαφορετικά και το θάρρος να εκφράζουμε ανοιχτά τη γνώμη μας. Έτσι, παρουσιάζονται εδώ οι απόψεις ενός ανθρώπου που έχει ασχοληθεί με τις διεθνείς σχέσεις από τη σκοπιά πολλών διαφορετικών χωρών και ο οποίος, παρότι δεν εμπλέκεται προσωπικά στην πολιτική, έχει, εδώ και πολλές γενιές, την πολιτική στο αίμα του.

Μη βλέποντας το προφανές

Στην εποχή μας, ελάχιστα έχουν μελετηθεί οι συνέπειες του γεγονότος ότι ο αμερικανικός ήλιος ανέτειλε σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα. Μια χώρα ανθρώπων τολμηρών, καλόβουλων, μεγαλόψυχων, θε­οσεβούμενων, εργατικών αλλά και «τοπικιστών» (κατά τα πρώτα χρόνια και σε σύγκριση με τα ευρω­παϊκά δεδομένα) εκτοξεύθηκε στη θέση της υπερδύναμης λίγο μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, καθώς και στη θέση της μόνης παγκόσμιας υπερδύναμης μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Η θεσμική ωρι­μότητα, η πείρα και η κατανόηση ήταν ιδιότητες τις οποίες η Αμερική έπρεπε να αποκτήσει σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, κατά τη διάρκεια του οποίου, μάλιστα, το γεωγραφικό φάσμα των ευθυνών της άρχισε να επεκτείνεται κατά τρόπον ανεξέλεγκτο. Αυτό που βιώνουμε σήμερα —όσο και αν θορυ­βηθούν ορισμένοι από αυτήν τη δήλωση— είναι απλώς το αποτέλεσμα: ο Ήλιος ανέτειλε και δύει χωρίς μεσημβρία.

Ασφαλώς, η δύση αυτή εξελίσσεται αργά ως διαδικασία. Επιπλέον, δεν είναι ούτε ειδυλλιακή ούτε γαληνευτική, όπως είναι συνήθως η δύση του Ηλίου. Αντίθετα με τα μεσανατολικά βασίλεια της αρχαιότητας, αλλά και την Κίνα και τη Ρωμαϊκή, τη Βυζαντινή, την Οθωμανική ή τη Βρετανική Αυτοκρατορία, η δια­δρομή της αμερικανικής δύναμης είναι, από ιστορική άποψη, βραχεία· η δε παρακμή της, σε γενικές γραμ­μές, αυτοπρόκλητη. Η επανεμφάνιση της Ρωσίας στη διεθνή σκηνή —εξαιτίας, εν πολλοίς, του νεοαποκτηθέντος ενεργειακού της πλούτου— αποτελεί μια νέα εξέλιξη η οποία έχει ήδη αρχίσει να περι­στέλλει την αμερικανική ηγεμονία. Μάλιστα, οι υπέρμαχοι της άποψης ότι η δύναμη αναχαιτίζει τη δύναμη θα θεωρήσουν ιδιαίτερα θετική αυτή την εξέλιξη. Μία δεύτερη εξέλιξη είναι η απροσδόκητα ραγδαία ανά­πτυξη της Κίνας και της Ινδίας. Μία τρίτη, το γεγονός ότι, από οικονομική άποψη, η Κίνα, η Ινδία, η Βρα­ζιλία, η Μέση Ανατολή αλλά και η Αφρική έχουν αρχίσει να αναπτύσσουν μεταξύ τους όλο και περισσότερες εμπορικές σχέσεις, καθώς και σύνθετες χρηματοοικονομικές συναλλαγές, παρακάμπτοντας πλήρως τα αμε­ρικανικά και τα ευρωπαϊκά οικονομικά κέντρα.

Όλοι αυτοί οι παράγοντες επισπεύδουν το τέλος της περιόδου της αμερικανικής ηγεμονίας. Ωστόσο, στην παρακμή της Αμερικής έχει επίσης συμβάλει η ύβρις που εδώ και καιρό διαπράττει η ίδια η χώρα. Και η αμερικανική ύβρις συνοδεύεται επιπλέον από την ανεξέλεγκτη δύναμη, τη λατρεία της οικονομικής απλη­στίας, την επιλογή μη χαρισματικών ηγετών, την αδιαμφισβήτητη πεποίθηση ότι η τεχνολογική ισχύς είναι το μόνο απαραίτητο στοιχείο για την επιτυχία και, τέλος, την υποτίμηση της ακαταδάμαστης δύναμης του νου και του πνεύματος του ανθρώπου. Αυτός είναι, άλλωστε, και ο λόγος που ένας αποφασισμένος μουτζαχεντίν μπορεί να είναι τόσο δραστικός όσο και ένας τηλεκατευθυνόμενος πύραυλος τεχνολογίας λέιζερ.

Έτσι, η πεποίθηση που κυριαρχεί στη σκέψη των Αμερικανών από τις μέρες του πολέμου στο Κοσσυ­φοπέδιο έως και την εισβολή στο Ιράκ είναι (και παραμένει) ότι το μόνο πράγμα που έχει σημασία είναι να μπορούν να βάλλουν εναντίον των εχθρών τους από αεροπλάνα που πετούν σε τεράστιο ύψος και είναι απρόσιτα από τα πρωτόγονα εχθρικά όπλα. Το γεγονός ότι αυτό το είδος πολέμου, ή, ακόμη χειρότερα, αυτό το είδος επίλυσης των διεθνών συγκρούσεων, είναι απολύτως ατελέσφορο αποδείχθηκε επανειλημμένα ήδη από τότε που ο Πρόεδρος Μπους πανηγύρισε (πρόωρα), πάνω σε ένα από τα αεροπλανοφόρα του, για το τέλος του πολέμου στο Ιράκ. Καθώς θαυμάζω τη σοφία των Αρχαίων Ελλήνων, δεν μπορώ παρά να σκε­φτώ πως βρισκόμαστε ενώπιον ενός τέλειου παραδείγματος της ιδέας του Ηροδότου, ότι η Ύβρις επιφέρει την Νέμεσιν. Ίσως όμως το έργο του Ηροδότου να μην είναι ιδιαίτερα διαδεδομένο ως αντικείμενο μελέτης μεταξύ των πολιτικών και των επιχειρηματιών του Τέξας (αν και, από ό,τι μαθαίνω, η διδακτορική δια­τριβή της κυρίας Ράις βασιζόταν εν πολλοίς στον Θουκυδίδη).

Στις Η.Π.Α., έχουμε δει αυτήν τη φιλοσοφία της «επιθετικότητας» να εκδηλώνεται κατ’ επανάληψη και σε άλλους τομείς του δημόσιου βίου, πέραν του πολέμου. Περίπου από τη δεκαετία του 1980 και μετά, μέσα σε αυτό το κλίμα αποθέωσης της οικονομικής απληστίας, η τάση για γρήγορο προσωπικό κέρδος (εις βάρος της επιχειρησιακής εξέλιξης), καθώς και η ανάπτυξη μιας ασυντόνιστης δραστηριότητας από πλευράς μυ­στικών υπηρεσιών αλλά και ενός υφέρποντος συντηρητισμού ως προς τις νομικές αξίες της χώρας, έχουν αφήσει ανεξίτηλα σημάδια στην Αμερική. Ως νομικός, θλίβομαι πρωτίστως για την παρακμή του αμερικανικού ανθρωπισμού στους τομείς του δικαίου και των νομικών θεσμών, παρακμή συντελούμενη εν ονό­ματι της στρατιωτικής υπεροχής, η οποία, με τη σειρά της, χρησιμοποιείται κατ’ ουσίαν για να βοηθήσει την αμερικανική οικονομική υπεροχή να αναπτύξει βαθιές ρίζες και στο εξωτερικό, ιδίως δε στη Μέση Ανατολή.

Η μείωση της αμερικανικής προβλεπτικότητας

Όπως άφησα να εννοηθεί, μία από τις επιπτώσεις της νοοτροπίας που περιέγραψα είναι η μείωση της αμε­ρικανικής προβλεπτικότητας. Όταν ήμουν νεότερος, και μόνον η αναφορά των λέξεων C.I.A. ή Βρετανικές Μυστικές Υπηρεσίες προκαλούσε δέος στον νου των ακροατών, οι οποίοι, ιδιαίτερα στον μεσογειακό κόσμο, φημίζονται τόσο για την εξυπνάδα όσο και για την ευπιστία τους. Ας το σκεφτούμε όμως λίγο καλύτερα, προτού επεκτείνουμε την αλλοτινή αυτή εικόνα και στην εποχή μας.

Προέβλεψαν άραγε οι Η.Π.Α. την εισβολή της Ρωσίας στο Αφγανιστάν στις αρχές της δεκαετίας του ’80; Την πτώση του Τείχους του Βερολίνου στα τέλη της ίδιας δεκαετίας; Την εισβολή στο Κουβέιτ την ίδια πε­ρίπου εποχή; Την καταστροφή των Δίδυμων Πύργων στη Νέα Υόρκη στις αρχές του 21ου αιώνα; Βεβαίως, οι αμερικανικές και οι βρετανικές μυστικές υπηρεσίες έχουν ενδεχομένως ανακαλύψει και αποτρέψει κά­ποιες άλλες επιθέσεις μετά την 11η Σεπτεμβρίου, επιθέσεις για τις οποίες, έστω και αν δεν τις γνωρίζουμε, θα πρέπει να αισθανόμαστε ευγνώμονες που απετράπησαν. Οι επιτυχίες αυτές, όμως, δεν πρέπει να μας κάνουν να λησμονούμε ή να υποτιμούμε μια σειρά από πρόσφατα, πολύ σημαντικά σφάλματα. Τίποτε δεν θα είχε να μας προσφέρει το επιχείρημα ότι κάποιες μεμονωμένες υπηρεσίες είχαν κάποιες ενδείξεις για το τι θα μπορούσε να συμβεί κατά την 11η Σεπτεμβρίου, ενώ κάποιες άλλες όχι, δεδομένου ότι καμία απολύ­τως από αυτές τις υπηρεσίες δεν μπόρεσε να δράσει. Ούτε επίσης αποτελεί ένδειξη τιμής το γεγονός ότι, τα τελευταία χρόνια, οι αμερικανικές υπηρεσίες εθνικής ασφαλείας—και ας σημειωθεί εδώ ο πληθυντικός— έχουν δαπανήσει τα περισσότερα χρήματά τους για να αποκτήσουν διάφορα πανάκριβα σύνεργα και συ­σκευές, καθώς και τον περισσότερο χρόνο τους για το πώς θα πολεμήσουν η μία την άλλη, και όχι τον εξω­τερικό εχθρό. Ούτε, τέλος, μπορεί να καταχωριστεί στο ενεργητικό των Αμερικανών η διαπίστωση ότι έδειξαν υπέρμετρη εμπιστοσύνη στις (όπως αποδείχτηκε, εσφαλμένες) συμβουλές από πρόσφυγες Ιρακινούς πολιτικούς, των οποίων τις απόψεις θέλησαν να αναζητήσουν και να εμπιστευθούν οι επικεφαλής της πο­λιτικής και των μυστικών υπηρεσιών της Ουάσινγκτον. Πολύ πρόσφατα, η αμερικανική προβλεπτικότητα αποδείχθηκε καταφανώς ανύπαρκτη, λαμβανομένου υπόψη του βαθμού στον οποίο οι Αμερικανοί πί­στευαν και ευθαρσώς διακήρυτταν ότι, μετά την εισβολή, οι Ιρακινοί θα υποδέχονταν τα αμερικανικά στρα­τεύματα απελευθέρωσης της Βαγδάτης με ανοιχτές αγκάλες και κυματισμούς σημαιών. Αν όλα αυτά αληθεύουν έστω εν μέρει —και προσωπικά πιστεύω ότι αληθεύουν πλήρως— πώς και γιατί θα έπρεπε οι άνθρωποι των άλλων χωρών, είτε στη Μέση Ανατολή είτε αλλού, να πιστεύουν όσα τους λένε σήμερα οι Αμερικανοί; Η αμερικανική αξιοπιστία διανύει περίοδο σοβαρότατης κάμψης.

Στρατιωτική δύναμη ή ανικανότητα

«Μα ποιος νοιάζεται για όλα αυτά;», με ρωτούν πολλοί Αμερικανοί φίλοι μου, όταν αναφέρω τις παρα­πάνω ανησυχίες για τη χώρα τους. «Σε τελική ανάλυση, έχουμε τόσο μεγάλη στρατιωτική και τεχνολογική υπεροχή, ώστε μπορούμε να συντρίψουμε οποιονδήποτε άνθρωπο και οποιαδήποτε χώρα θέλουμε ή πι­στεύουμε πως μας έχει πονοκεφαλιάσει υπερβολικά». Το επιχειρησιακό δόγμα «Σοκ και Δέος» βασιζόταν σε μια παρόμοια πεποίθηση· συν τοις άλλοις, ως όρος, αποτελούσε πολύ εύστοχη επιλογή, εφόσον είχε σκοπό να εκφράσει τι ακριβώς μπορούσε να κάνει η αμερικανική στρατιωτική δύναμη. Στην πραγματικό­τητα, όμως, δεν ήταν τίποτε περισσότερο από ένα φραστικό πυροτέχνημα. Όντως, το μόνο που κατάφερε ήταν να αποδείξει ακόμη μια φορά ότι τα σοβαρά ζητήματα στην ανθρώπινη ιστορία σπανίως (ή ουδέποτε) μπορούν να επιλυθούν μόνο μέσω πολέμου.

Δίχως αμφιβολία, ντροπιασμένος σήμερα, ο Ντόναλντ Ράμσφελντ έχει πλέον αρκετό χρόνο για να τα σκεφτεί καλύτερα όλα αυτά. Δεν είναι όμως και τόσο πιθανόν ο Ράμσφελντ και οι όμοιοί του να μάθουν ποτέ το μάθημά τους. Και τούτο, διότι ο Ράμσφελντ ήταν απλώς ένας πολιτικός που θέλησε να παραστήσει τον Στρατηγό, παραμερίζοντας τους συμβούλους του και πιστεύοντας όχι μόνον ότι θα μπορούσε να νική­σει τον στρατό του Σαντάμ, αλλά και να αποκαταστήσει την ειρήνη στο Ιράκ με στρατεύματα που είχαν εξαρ­χής αναλάβει αυτό το καθήκον χρησιμοποιώντας τα πιο προηγμένα τεχνολογικά μέσα. Οι στρατηγοί αυτού του είδους σπανίως καταλαβαίνουν ότι, εντέλει, τις κρίσεις τις τερματίζουν οι διευθετήσεις μέσω διαπραγ­ματεύσεων, και όχι η ωμή στρατιωτική δύναμη. Επιπλέον, ούτε καν τους περνάει από το μυαλό ότι υπάρ­χουν διευθετήσεις οι οποίες δεν αναδεικνύουν μόνο νικητές και μόνο χαμένους. Οι άνθρωποι αυτοί τα θέλουν «όλα». Και, συν τοις άλλοις, δεν έχουν ποτέ την ταπεινοφροσύνη να παραδεχθούν ότι έσφαλαν.

Η επιμονή, όμως, στο παρωχημένο δόγμα ότι η στρατιωτική δύναμη μπορεί να λύσει όλα τα προβλή­ματα έχει σήμερα οδηγήσει τους Αμερικανούς να κάνουν το αντίθετο από αυτό που είχαν κάνει στις αρχές του πολέμου, δηλαδή να αποστείλουν ακόμη περισσότερα στρατεύματα στο Ιράκ, πιστεύοντας ότι αυτό το «κύμα» θα συμβάλει τουλάχιστον στη διευκόλυνση της τακτικής αποχώρησής τους (αν και δεν το έθεσαν έτσι ακριβώς). Εντούτοις, σαράντα χρόνια πρωτύτερα, στο Βιετνάμ, η ίδια ακριβώς προσέγγιση καθόλου δεν βοήθησε τον στρατηγό Γουεστμόρλαντ ή τη χώρα του. Και είναι μάλλον απίθανο η ίδια προσέγγιση να έχει τώρα καλύτερα αποτελέσματα για τον στρατηγό Πετρέους. Το τέλος θα είναι το ίδιο, όπως και αν θελήσει να το παρουσιάσει η αμερικανική μηχανή προπαγάνδας: αποχώρηση — ίσως όχι με ελικόπτερα που θα πε­τούν πάνω από τις στέγες των σπιτιών της Βαγδάτης, αλλά, ενδεχομένως, με πελώρια αεροπλάνα γεμάτα με γενναίους στρατιώτες που ανέλαβαν να εκτελέσουν ένα σχέδιο εξαρχής προβληματικό. Έτσι, εκτός από τον Πρόεδρο Μπους, δεν γνωρίζω άλλον ανώτερο πολιτικό ή στρατηγό (των Αμερικανών μη εξαιρουμένων) ο οποίος, είτε σε ιδιωτικό είτε ακόμη και σε δημόσιο επίπεδο, να μην παραδέχεται ότι ο πόλεμος στο Ιράκ έχει ήδη χαθεί — με τεράστιο, θα πρέπει να προσθέσουμε, οικονομικό και ανθρώπινο κόστος. Αρκεί ένα και μόνο παράθεμα, όχι για να ενισχύσω την άποψή μου, αφού ειλικρινά πιστεύω πως είναι ορθή, αλλά για να εξηγήσω γιατί είμαι πρόθυμος να την εκφράσω με τόση βεβαιότητα. Ιδού, λοιπόν, τι είχε να πει σχετικά με το θέμα μας ο στρατηγός Σάντσες, ο άνθρωπος που μέχρι πρόσφατα διηύθυνε το στρατιωτικό σόου των Αμερικανών: «Το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε πλέον είναι να αποδεχθούμε το ενδεχόμενο της ήττας, διότι αναμφίβολα η Αμερική ζει εδώ και καιρό έναν εφιάλτη που δεν φαίνεται να έχει τέλος». Με κάθε σε­βασμό, όχι απλώς συμφωνώ, αλλά προβλέπω ότι θα επακολουθήσουν πολύ χειρότερες εξελίξεις, καθώς η προσοχή στρέφεται τώρα στο Αφγανιστάν, στο Πακιστάν και, κυρίως, στο Ιράν. Η ϋβρις, εντούτοις, συνεχί­ζεται στους κύκλους των αξιωματούχων. Οι δε φίλοι της Αμερικής εξαναγκάζονται να υιοθετήσουν στάση ενδοτικής σιωπής ή πειθήνιας υποταγής. Σε όλα αυτά θα προσθέσω ένα και μόνο σχόλιο, το οποίο συνδέ­εται με ένα από τα κεντρικά θέματά μου: Για ποιον λόγο οι άνθρωποι της εξουσίας μιλούν μόνον αφού έχουν αποσυρθεί; Οι πιθανοί λόγοι σχετίζονται μάλλον με την επαγγελματική τους σταδιοδρομία και την απροθυμία τους να τη σταματήσουν προκειμένου να μιλήσουν ανοιχτά. Δεν γνωρίζω την απάντηση. Θλί­βομαι όμως για το αποτέλεσμα.

Η μείωση του σεβασμού προς τα ανθρώπινα δικαιώματα

Όταν ήμουν νεότερος, η Αμερική θεωρείτο υπόδειγμα δημοκρατίας. Ασφαλώς, την εποχή εκείνη, οι Αμε­ρικανοί εξακολουθούσαν να συμπεριφέρονται άσχημα προς τους μαύρους και άνισα προς τις γυναίκες. Διε­ξήγαν, ωστόσο, ελεύθερες εκλογές, απήλαυναν ελευθερίας του Τύπου, έδωσαν τη δυνατότητα σε έναν φυστικοπαραγωγό και έναν ηθοποιό να γίνουν Αρχηγοί Κράτους, ενώ επίσης, τη δεκαετία του ’60, είχαν ένα συνταγματικό δικαστήριο το οποίο εξέδωσε μια σειρά από αξιοθαύμαστες αποφάσεις που προωθούσαν την ελευθερία και επηρέασαν, έκτοτε, διάφορα συνταγματικά δικαστήρια σε πολλές άλλες χώρες. Σήμερα, όμως, η Αμερική είναι η χώρα του «εκτελεστικού προνομίου», η χώρα του Γκουαντάναμο, η χώρα της «extraordinary rendition» (κατ’ ουσίαν, μιας de facto απαγωγής πολιτών προς ανάκριση), η χώρα που χρησιμοποιεί την ίδια της τη νομοθεσία για να κατασκοπεύει τους πολίτες της σε μαζική κλίμακα, η χώρα που ασκεί βασανιστήρια εντός των ίδιων της των συνόρων. Είναι επίσης η χώρα που έχει εξωθήσει την έν­νοια του προληπτικού πολέμου σε τόσο επικίνδυνα άκρα —επεκτείνοντας υπέρ το δέον κάθε έννοια «δί­καιου πολέμου»—, ώστε, προσωπικά τουλάχιστον, δεν θα απορούσα διόλου εάν την έβλεπα να αποκορυφώνει την πρόσφατη σειρά των σφαλμάτων της βομβαρδίζοντας το Ιράν και βυθίζοντας τον κόσμο και την οικονομία του σε ακόμη βαθύτερο χάος.

Δεν είναι όμως αυτή η Αμερική στην οποία έμαθα να πιστεύω και την οποία εξακολουθώ να αγαπώ. Και οπωσδήποτε, επίσης, δεν είναι αυτή η Αμερική που θέλουν να βλέπουν πολλοί Αμερικανοί. (Έχοντας μά­λιστα εργαστεί στη συγκεκριμένη χώρα επί είκοσι επτά έτη, έχω αποκτήσει πολλούς Αμερικανούς φίλους, οι οποίοι θα προσυπέγραφαν όλα όσα λέω εδώ.)Έτσι όμως έχουν τα αμερικανικά πράγματα, και αναρω­τιέμαι πόσα από αυτά θα αλλάξουν σε δεκαπέντε περίπου μήνες από τώρα, όταν θα έχει αναλάβει καθή­κοντα ο νέος Πρόεδρος. Η εκτίμησή μου —στην οποία και θα επανέλθω αργότερα— είναι ότι ελάχιστα πράγματα πρόκειται να αλλάξουν, σε ό,τι αφορά την εξωτερική πολιτική τουλάχιστον. Οι Έλληνες, πάντοτε αισιόδοξοι, μπορεί να έχουν διαφορετική άποψη.

Σιωπή για τα όσα βλέπουν και πιστεύουν οι άλλοι

Ποιο είναι το στοιχείο που συνδέει όλα τα παραπάνω; Είναι απλούστατα το γεγονός ότι δεν είμαστε όλοι δια­τεθειμένοι να «κοιτάξουμε κατάματα τον μεταβαλλόμενο κόσμο» και, στη συνέχεια, να αναγκάσουμε τους «κυβερνήτες» μας να βγάλουν τα αναγκαία συμπεράσματα. Οφείλουμε εντούτοις να το πράξουμε, δεδομέ­νου ότι οι Αμερικανοί είναι αναμεμειγμένοι και σε άλλα παρόμοια ζητήματα, π.χ. στο ζήτημα της Π.Γ.Μ.Δ., και τούτο τούς επιτρέπει να ασκούν πιέσεις σε όσους θέλουν να κρατούν στάση αποδεδειγμένα ανεξάρτητη. Το Κοσσυφοπέδιο, το Μαυροβούνιο και η Κύπρος αποτελούν μερικά ακόμη ευαίσθητα θέματα. Ακόμη πιο δύσκολο, όμως, είναι το πρόβλημα του Ιράν: το τι θα κάνουν οι Αμερικανοί σε αυτήν τη χώρα θα μας επη­ρέαζε ίσως — ή μάλλον είμαι βέβαιος ότι θα μας επηρεάσει όλους σε πάρα πολλά επίπεδα. Στη ρίζα του όλου προβλήματος βρίσκονται ενδεχομένως η εθελοτυφλία και η σιωπή απέναντι στα όσα βλέπουμε. Ωστόσο, αν εθελοτυφλούμε και αν αρνούμαστε να εκφράσουμε ανοιχτά τη γνώμη μας, θα συνεχίσουμε απλώς να είμαστε οι δουλοπρεπείς κόλακες των Αμερικανών, και όχι οι φίλοι τους, όπως οφείλουμε.

Αυτό είναι και το δίδαγμα που παίρνουμε από ένα διάσημο παραμύθι του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν. Ποιος δεν θυμάται το παραμύθι εκείνο, με το μικρό αγόρι που αναφωνεί, «Ο Βασιλιάς είναι γυμνός», όταν τον βλέπει να παρελαύνει γυμνός στους δρόμους της πόλης; Οι ενήλικες είδαν την ίδιαν ακριβώς σκηνή, αλλά δεν θέλησαν να πουν τίποτε. Επρόκειτο άραγε για κομφορμισμό; Μαζική ύπνωση; Φόβο να μιλή­σουν ανοιχτά; Σιωπή που εξυπηρετεί το προσωπικό συμφέρον; Για ό,τι και αν επρόκειτο, γεγονός παραμένει ότι οι ενήλικες δεν είπαν τίποτε, όπως ακριβώς, στη δική μας περίπτωση, δεν λένε τίποτε οι πολιτικοί δρώντες και γνώστες της κατάστασης. Και ούτε, άλλωστε, δρουν με έναν οποιονδήποτε τρόπο, παρά μόνο διασχίζουν τους διαδρόμους της εξουσίας βαδίζοντας ακροποδητί. Εντούτοις, αυτό που είδε το παιδί του Άντερσεν το είδαν και όλοι οι υπόλοιποι, αλλά επέλεξαν απλώς να μείνουν σιωπηλοί.

Πόσα από τα πράγματα που περιέγραψα αδυνατούν να τα δουν οι περισσότεροι; Κανένας πολιτικός, κα­νένας απλός πολίτης, δεν θα έπρεπε να αδυνατεί να δει μερικές έστω από τις ακρότητες της Αμερικής στην εποχή μας. Μιλούν όμως; Ασφαλώς όχι. Φωνάζουν άραγε ότι ο Αμερικανός Πρόεδρος μπορεί σύντομα να μας οδηγήσει σε μίαν ακόμη καταστροφή; Είμαι σχεδόν βέβαιος ότι κανένας υπουργός Εξωτερικών δεν θα τολμούσε να μιλήσει τόσο ανοιχτά όσο μιλώ εγώ αυτήν τη στιγμή, και τούτο, όχι επειδή δεν θα έβλεπε τα όσα περιγράφω, αλλά επειδή θα φοβόταν το πώς θα εκλάμβαναν την αντίδρασή του οι αμερι­κανικές αρχές, καθώς και τα προβλήματα που η αντίδραση αυτή θα μπορούσε να προκαλέσει εις βάρος της χώρας του.

Ακριβώς εξαιτίας αυτής της πραγματιστικής συνειδητοποίησης, οι μεν πολιτικοί καθίστανται σημαί­νοντες δρώντες, οι δε διανοούμενοι υποδεέστερες φωνές που βοούν εν τη ερήμω. Δυστυχώς, όμως, η ίδια αυτή στάση στηρίζει και τη διαιώνιση της εικόνας της αμερικανικής δύναμης, εφόσον κανείς δεν έχει τα κότσια να την αμφισβητήσει ανοιχτά και να τη χαρακτηρίσει απαράδεκτη, στον βαθμό ακριβώς που προ­σπαθεί να διαμορφώσει τη συμπεριφορά άλλων χωρών.

Μακροπρόθεσμα, αυτή η υποταγή στην πραγματική ή θεωρούμενη δύναμη των Η.Π.Α. δεν μπορεί παρά να σβήσει. Η αλλαγή αυτή θα επέλθει γρηγορότερα, όταν συνειδητοποιήσουμε ότι οι Η.Π.Α., παρά την τεχνολογία και τον βαθύτατο πλούτο τους, έχουν αποδυναμωθεί πολύ περισσότερο από όσο θα ήταν διατε­θειμένοι να παραδεχθούν δημοσίως οι περισσότεροι άνθρωποι. Οι τολμηροί πολιτικοί, όμως, θα έπρεπε εφεξής να επιδιώκουν παράλληλους (και όχι εναλλακτικούς) δεσμούς με άλλες μεγάλες δυνάμεις, εφόσον βλέπουν ότι η δυναμική της διεθνούς πολιτικής έχει αρχίσει να μεταβάλλεται με ταχύτατο ρυθμό. Οι πιο οξυ­δερκείς μεταξύ αυτών, περιλαμβανομένων κάποιων Ελλήνων πολιτικών, ήδη εφαρμόζουν αυτήν τη στάση, και δεν χρειάζεται ασφαλώς να αναφέρω συγκεκριμένα ονόματα.

ΙΙ. Αντιμετωπίζοντας τη νέα πραγματικότητα

Για να δούμε καθαρά, πρέπει να διαλύσουμε την ομίχλη των νεκρών μύθων

Το μικρό αγόρι φώναξε, «Ο Βασιλιάς είναι γυμνός», επειδή ακριβώς είχε καθαρό μυαλό, το οποίο ούτε θό­λωνε την όρασή του ούτε εμπόδιζε τον λόγο του. Συχνά, οι περισσότεροι από εμάς, όσο πιο ηλικιωμένοι εί­μαστε τόσο πιο θολά βλέπουμε και τόσο πιο επιφυλακτικά σκεφτόμαστε τα πράγματα. Η πείρα, η φρονιμότητα, η προκατάληψη και το προσωπικό συμφέρον μάς κάνουν να βλέπουμε την πραγματικότητα όπως θα θέλαμε να είναι ή όπως ήταν στα νιάτα μας αλλά δεν είναι πια. Ο Θουκυδίδης διατύπωσε αυτή την ιδέα πριν από πολύ καιρό, στον «Επιτάφιο»: «άμαθίαμέν θράσος, λογισμός δέ οκνον φέρει». Πρέπει, λοι­πόν, πρώτα απ’ όλα, να καταστρέψουμε τους μύθους εκείνους που θολώνουν την όραση και την κρίση μας. Παρουσιάζονται στη συνέχεια μερικοί τέτοιοι μύθοι, τους οποίους, θεωρώ, θα έπρεπε να έχουμε εξουδετε­ρώσει εδώ και πολλά χρόνια. Κατόπιν, πρέπει να περάσουμε από την αδράνεια στη δράση. Ζούμε σε και­ρούς επικίνδυνους. Τίποτε άλλο δεν θα φέρει αποτελέσματα.

Η εξωτερική πολιτική των Η.Π.Α. στη Μέση Ανατολή θα αλλάξει με την (πιθανή) αλλαγή Προέδρου;

Ειλικρινά, πολύ αμφιβάλλω αν θα αλλάξει, εκτός ίσως μόνον επιφανειακά και υπό τη μορφή κάποιων συμβολικών παραχωρήσεων. Πολύ θα ήθελα να είναι διαφορετικές οι προβλέψεις μου, αλλά η πραγματι­κότητα την οποία έχουν καθορίσει η πολιτική ισχύος, οι πιέσεις που ασκούνται από ταλόμπι, καθώς και ο τρόπος που αυτοί οι δύο παράγοντες επηρεάζουν τη διαμόρφωση της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, με έχουν πείσει ότι οι Αμερικανοί φίλοι μας δεν είναι πραγματικά έτοιμοι να δώσουν μια ουσιαστική λύση στο παλαιστινιακό ζήτημα, εξασφαλίζοντας τη γεωγραφική ταυτότητα του Ισραήλ αλλά και αναγνωρίζοντας κατά τρόπον απτό τόσο τις αδικίες που έχουν υποστεί οι Άραβες εδώ και αρκετές δεκαετίες όσο και την ανάγκη επανορθωτικής επικέντρωσης σε αυτές. Η λύση αυτή, κατά την άποψή μου, πρέπει επίσης να πε­ριλαμβάνει την εξασφάλιση του διεθνούς καθεστώτος της Ιερουσαλήμ. Οφείλουμε όμως να μάθουμε να διανοούμαστε το αδιανόητο, αν δεν θέλουμε να συνεχιστεί η σημερινή εμπόλεμη κατάσταση σε διάφορα μέρη της Μέσης Ανατολής, η οποία έχει σημαντικό κόστος σε ανθρώπινες ζωές και αποτελεί αιτία αιμορ­ραγίας για την οικονομία της Αμερικής. Η αντιμετώπιση του τελευταίου αυτού «πονοκεφάλου» μέσω της αύξησης του δημοσίου ελλείμματος αποτελεί μια προσωρινή λύση, η οποία δεν καταφέρνει άλλο παρά να μεταθέτει το δυσβάσταχτο χρέος στις μελλοντικές γενιές Αμερικανών.

Υπό το φως των προλεχθέντων, θεωρώ ότι κάθε διανοούμενος δύσκολα θα μπορούσε να αρνηθεί ότι, τα τελευταία χρόνια, το Ισραήλ αποτελεί παράγοντα αστάθειας στη Μέση Ανατολή/Ενα τμήμα της παλαι­στινιακής και της μεσανατολικής κοινότητας αρνείται πράγματι να αναγνωρίσει στο Ισραήλ αυτό καθ’ εαυτό το δικαίωμα ύπαρξης, όμως είναι ευνόητο ότι η στάση τους αυτή δεν είναι απλώς απαράδεκτη, αλλά τρο­φοδοτεί και ακραίες αντιδράσεις από την πλευρά του Ισραήλ. Το γεγονός αυτό έγινε ιδιαίτερα σαφές από τότε που ανέλαβε την εξουσία ο τέως πρωθυπουργός Σαρόν, ο οποίος, όσο ακόμη ζούσε, έθεσε κατά μέρος την πιο μετριοπαθή θέση του δολοφονηθέντος πρωθυπουργού Ραμπίν και του σημερινού Προέδρου Πέρες. Για να το θέσω διαφορετικά, χρειάζονται δύο για να υπάρχει διένεξη. Επιπλέον, η τάση του Ισραήλ να κα­ταφεύγει εύκολα στη στρατιωτική του τεχνολογία προκειμένου να παραβιάσει τα κυριαρχικά δικαιώματα γειτονικών κρατών δεν συμβάλλει ούτε στον δικό του αγώνα ούτε στον αγώνα για την επίτευξη της παγκό­σμιας ειρήνης. Παρά το γεγονός ότι το Ισραήλ πλήρωσε με κάποιες απώλειες το αντίτιμο της (αρκετά) πρό­σφατης εισβολής του στον Λίβανο, ελάχιστες είναι οι ενδείξεις ότι έχει αλλάξει τακτική. Επιπλέον, το γεγονός ότι η Αμερική παρείχε πρόσφατα στο Ισραήλ επιπρόσθετη στρατιωτική βοήθεια αξίας 30 δισεκατομμυ­ρίων δολαρίων σημαίνει πιθανώς ότι ούτε και η τακτική της Αμερικής έχει αλλάξει.

Ως νομικό επιστήμονα, ένα συμβάν που με ανησυχεί ιδιαίτερα είναι η προληπτική επίθεση του Ισραήλ κατά του Ιράκ πριν από είκοσι και πλέον χρόνια. Το λέω αυτό, διότι το συγκεκριμένο συμβάν έθεσε ένα επι­κίνδυνο προηγούμενο τροποποίησης (και όχι απλώς παραβίασης) των κανόνων του διεθνούς δικαίου. Το τονίζω, εν προκειμένω, περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο συμβάν διότι, δυστυχώς, δεν είναι διόλου απί­θανο το Ισραήλ, είτε μόνο του είτε σε συμμαχικό συνδυασμό με τις Η.Π.Α., να επιχειρήσει στο εγγύς μέλλον κάτι αντίστοιχο, αλλά απείρως πιο ανησυχητικό, στην περίπτωση του Ιράν. Παρόμοια φιλοπόλεμα συναι­σθήματα έχουν αρχίσει, κατά τα φαινόμενα, να διαδίδονται και σε ορισμένους ευρωπαϊκούς κύκλους. Ακόμη πιο ανησυχητικό, όμως, αλλά ενισχυτικό της άποψης του συγγραφέα, είναι το γεγονός ότι στους Times της 16ης Οκτωβρίου η κυρία Χίλαρι Κλίντον φέρεται να υιοθετεί ακόμη πιο φιλοπόλεμη στάση απέναντι στο Ιράν. «Όλες οι επιλογές», δήλωσε, «πρέπει να μείνουν ανοιχτές». Αυτή ακριβώς ήταν και η φράση που είχε χρησιμοποιήσει ο Πρόεδρος Μπους, όταν αρνήθηκε να αποκλείσει την πιθανότητα στρατιωτικής επέμβασης.

Μπορεί άραγε να αποκλειστεί πλήρως αυτό το είδος βίας; Είναι μάταιο να εικάζουμε, δεδομένου ότι η τελική απόφαση ανήκει σε άλλους, οι οποίοι, κατ’ εμέ τουλάχιστον, είναι άνθρωποι τελείως απρόβλεπτοι. Σκεφθείτε όμως την κατάσταση στη Βόρεια Κορέα. Πριν από μερικά χρόνια, η χώρα θεωρείτο εστία επι­κείμενης κρίσης, και σήμερα, έπειτα από προσεκτικές διπλωματικές κινήσεις, φαίνεται έτοιμη να βρει μια λύση. Δεν θα μπορούσαμε άραγε να πούμε το ίδιο και για τη θέση που πρέσβευε ο Χανς Μπλιξ προτού ξε­κινήσει ο πόλεμος στο Ιράκ; Ορθώς έλεγε τότε πως δεν υπήρχαν όπλα μαζικής καταστροφής στο Ιράκ. Ορθώς επίσης θα μπορούσε να έχει ισχυριστεί ότι μερικοί ακόμη μήνες υπομονετικής διπλωματίας θα είχαν ίσως αποτρέψει τη σημερινή κατάσταση πραγμάτων, η οποία, κατά τη γνώμη μου, είναι απείρως πιο επικίνδυνη.

Η στρατιωτική επέμβαση σαφώς και δεν είναι δυνατόν να πάρει τη μορφή μίας ακόμη εισβολής. Η Αμε­ρική είναι πολύ πιο αδύναμη από ό,τι μπορούν να φανταστούν οι περισσότεροι σχολιαστές, οπότε απο­κλείεται ακόμη και να εξετάσει αυτό το ενδεχόμενο. Ωστόσο, πιστή στην άποψή της ότι αυτό που έχει σημασία είναι η τεχνολογία, η Αμερική έχει οπωσδήποτε εξετάσει το ενδεχόμενο επιλεκτικού βομβαρδισμού των πε­ριοχών όπου βρίσκονται οι πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν. Τα πράγματα που ίσως δεν έχουν ακόμη κα­θοριστεί είναι (α) πόσες από αυτές τις εγκαταστάσεις θα επιλέξει να καταστρέψει και (β) αν θα επιχειρήσει κάτι τέτοιο με συμβατικά όπλα ή με περιορισμένη χρήση πυρηνικών όπλων.

Ο συγγραφέας πιστεύει ότι, αν όντως πραγματοποιούνταν αυτοί οι βομβαρδισμοί, μόνο προσωρινά θα εμπόδιζαν τις ιρανικές προσπάθειες εμπλουτισμού του ουρανίου. Αντιθέτως, θα οδηγούσαν ενδεχομένως σε κλείσιμο των Στενών του Χορμούζ θα προκαλούσαν τεράστιες αντιαμερικανικές διαδηλώσεις σε όλη την Ευρώπη (και σε ολόκληρο τον κόσμο;) και θα ενέτειναν μάλλον, παρά θα άμβλυναν, τα αντιδυτικά συναισθήματα στον ισλαμικό κόσμο. Προσωπικά, θα ισχυριζόμουν επιπλέον ότι πολλοί θα θεωρούσαν πως μια τέτοια ενέργεια αποτελεί επαρκή λόγο νομικής καταγγελίας εναντίον της αμερικανικής ηγεσίας για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας (έστω και αν, πρακτικά, δεν θα ήταν εύκολο να γίνει κάτι τέτοιο). Ας συγκρατήσουμε όμως τη φαντασία μας και ας ελπίσουμε πως κανένα από αυτά τα ενδεχόμενα δεν θα πραγ­ματοποιηθεί. Αντ’ αυτών, ας αναφέρουμε δύο πρόσφατες εξελίξεις οι οποίες ενισχύουν την ανησυχία μου για το γεγονός ότι η εξωτερική πολιτική της Χίλαρι Κλίντον αναφορικά με το Ισραήλ και τη Μέση Ανατολή δεν θα είναι και τόσο διαφορετική από την αντίστοιχη πολιτική του Προέδρου Μπους..

Καταρχάς, διάφορες πηγές επανέλαβαν την άποψη που διετύπωσε πρόσφατα η γαλλική αριστερή εφη­μερίδα Liberation —άποψη την οποία έχουν εκφράσει και αρκετοί άλλοι σχολιαστές— ότι ο μόνος πρέσβης που θα υποδεχθεί «αμέσως» η κυρία Κλίντον είναι ο Ισραηλινός πρέσβης. Στη συνέχεια, ακολούθησε μια μακροσκελής έκθεση στους Times του Λονδίνου, στην οποία παρουσιάστηκαν κάποιες πρόσφατες δηλώ­σεις της κυρίας Κλίντον, απροσχημάτιστα φιλοπόλεμες. Συνδυαζόμενες μεταξύ τους, οι ειδήσεις αυτού του είδους στηρίζουν αναντίρρητα το προφανές συμπέρασμα: Αν ευσταθούν τα όσα λέω, κατά πόσον η εξάρ­τηση της κυρίας Κλίντον από το ισραηλινό λόμπι στις Η.Π.Α. αποτελεί καλό οιωνό για μιαν αλλαγή στην εξωτερική πολιτική της χώρας της;

Ας σταθούμε λίγο περισσότερο σε αυτό το σημείο.

Ελάχιστοι μάλλον πρόσεξαν ότι, πριν από μερικές εβδομάδες, ισραηλινά βομβαρδιστικά επιτέθηκαν σε στρατιωτικούς στόχους στη Συρία. Ακόμη λιγότεροι διάβασαν μάλλον ότι οι στόχοι αυτοί προστα­τεύονταν από αντιαεροπορικούς πυραύλους ιρανικής κατασκευής, οι οποίοι δεν λειτούργησαν. Ενδεχο­μένως, οι πύραυλοι αυτοί είναι του ιδίου είδους με εκείνους που προστατεύουν τις ιρανικές περιοχές πυρηνικών δοκιμών. Επρόκειτο άραγε για αποτυχία λόγω τεχνικών προβλημάτων; Ή μήπως επρόκειτο για επιτυχία οφειλόμενη στην υψηλότερη και καλύτερη ισραηλινή (τουτέστιν: αμερικανική) τεχνολογία; Ή μήπως, τέλος, οι περιοχές που προστατεύονταν από τους ιρανικούς/συριακούς αντιαεροπορικούς πυ­ραύλους είχαν εξουδετερωθεί εκ των προτέρων από μυστικές δυνάμεις καταδρομών; Λαμβανομένου υπόψη του τρόπου που είχαν πραγματοποιηθεί η σύγκρουση στο Ιράκ και ο προηγούμενος βομβαρδισμός των ιρακινών εγκαταστάσεων, οποιαδήποτε από τις προαναφερθείσες υποθέσεις μπορεί να στηρίξει την περαιτέρω υπόθεση ότι οι επιχειρήσεις αυτές είναι «πρόβες» για κάτι πιο μεγάλο και πιο επικίνδυνο, που θα επακολουθήσει στο μέλλον.

Υπό το φως των προλεχθέντων, πόσο ρεαλιστικό είναι να ισχυρίζεται κανείς, όπως ισχυρίστηκε η κυρία Κλίντον στο πλαίσιο των ίδιων δηλώσεων, ότι «η ηγετική δράση της Αμερικής έχει μεν ανάγκη βελτίωσης, αλλά είναι ακόμη αναγκαία» [«American leadership is wanting, but it is still wanted»]; Έξυπνο το λογο­παίγνιο, αν και εύκολα συμπεραίνει κανείς πως πρόκειται για ευφυολόγημα διά χειρός κάποιου συγγραφέα πολιτικών ομιλιών. Η πραγματικότητα εντούτοις είναι πολύ διαφορετική και, επιπλέον, η Αμερική διατρέ­χει τον κίνδυνο να πιστέψει ξανά στην ιδέα που την ενθάρρυνε να επέμβει στο Ιράκ: ότι η δράση της είναι ανα­γκαία. Ενώ είναι αναμφίβολη η αρέσκεια του κόσμου για την αμερικανική μουσική, τα φαστ φουντ και τη χολλυγουντιανή κουλτούρα, εντούτοις, τις πολιτικές ιδέες που εννοεί να επιβάλλει η Αμερική έχουν αρχίσει να τις αποστρέφονται όλο και περισσότερα κράτη του κόσμου, μεταξύ των οποίων και κράτη τα οποία, πριν από την εποχή Μπους, η Αμερική τα θεωρούσε πιστούς φίλους και θαυμαστές της.

Η αποχώρηση των Η.Π.Α. από το Ιράκ θα προκαλέσει ακόμη μεγαλύτερη καταστροφή

Ο Πρόεδρος Μπους διέδωσε πρόσφατα αυτή την άποψη, όταν, κατά τρόπο διόλου πειστικό, συνέκρινε το τι συνέβη στην Καμπότζη και στο Λάος μετά την αμερικανική ήττα στο Βιετνάμ με το τι θα συνέβαινε εάν οι Αμερικανοί έφευγαν από το Ιράκ εσπευσμένα και απρογραμμάτιστα.

Τα τελευταία τρία χρόνια έχουν αφιερωθεί στην προβολή τριών επιχειρημάτων κατά της επίσημης θέσης την οποία προέβαλαν ως αιτιολογικό οι Αμερικανοί και οι Βρετανοί για να επέμβουν στο Ιράκ. Σύμφωνα με το πρώτο επιχείρημα, το Ιράκ δεν είχε εντέλει όπλα μαζικής καταστροφής, γεγονός το οποίο και κατέρ­ριψε πλήρως την πρώτη δικαιολογία για την εισβολή σε αυτήν τη χώρα. Το δεύτερο επιχείρημα συνίστατο στην αναίρεση της άποψης ότι η 11η Σεπτεμβρίου σχετιζόταν με το Ιράκ. Το επιχείρημα αυτό σήμανε και την ανατροπή της δεύτερης δικαιολογίας για τον πόλεμο στο Ιράκ. Η αλλαγή καθεστώτος εξακολουθεί να αποτελεί την τρίτη δικαιολογία, η οποία όμως είναι τόσο σαθρή από την άποψη του διεθνούς δικαίου, ώστε ελάχιστοι είναι αυτοί που την παίρνουν στα σοβαρά. Έτσι, καθώς πλέον έχουν διαψευσθεί όλοι οι λόγοι υπέρ του πολέμου, το μόνο που μένει σε αυτόν τον διαψευσμένο Πρόεδρο είναι να ισχυριστεί ότι, αν απο­χωρήσουν τα στρατεύματά του χωρίς να έχουν ολοκληρώσει το έργο τους, «εκατομμύρια άνθρωποι θα πε­θάνουν, καθώς το Ιράκ θα καταρρέει». Στο παρόν πλαίσιο, μπορούμε να αφήσουμε κατά μέρος το αμερικανικό ενδιαφέρον για τον θάνατο αθώων χωρίς να προβούμε σε κανένα περαιτέρω σχόλιο. Δεν μπο­ρεί όμως να γίνει το ίδιο για το δεύτερο μέρος του επιχειρήματος, το οποίο, παρεμπιπτόντως, οδήγησε πα­λαιότερα τον σαφώς πιο συνετό πατέρα Μπους να σταματήσει να σκοτώνει τα υποχωρούντα στρατεύματα του ηττηθέντος Σαντάμ, προκειμένου να μην ενθαρρύνει τη διάλυση της χώρας. Θα διαλυόταν άραγε το Ιράκ ή θα εισέβαλαν σε αυτό γειτονικές χώρες με σκοπό να το λεηλατήσουν; Η πρώτη αντίδραση θα ήταν ενδε­χομένως: Ας το σκέφτονταν νωρίτερα αυτό οι εισβολείς. Είπαμε όμως ότι ο προβλεπτικός σχεδιασμός των Η.Π.Α. είναι ανεπαρκής, οπότε ας επικεντρωθούμε στο τι μπορούμε να κάνουμε τώρα για να αποφύγουμε την περαιτέρω επιδείνωση της κατάστασης.

Χρησιμοποιώντας τη βοήθεια ενός παλιού εχθρού

Εδώ ακριβώς εισέρχεται η Ρωσία στην όλη υπόθεση. Ωστόσο, η συμμετοχή της Ρωσίας δεν είχε επιτραπεί εξαρχής, καθότι τα αμερικανικά οικονομικά συμφέροντα, και ειδικότερα οι αμερικανικές πετρελαϊκές εται­ρείες, επεδίωκαν ανέκαθεν να κρατήσουν την Ρωσία εκτός. Επανερχόμαστε έτσι στο κεντρικό θέμα της απληστίας, διότι περί αυτής ακριβώς πρόκειται, αν σκεφτούμε ότι, παραδείγματος χάριν, η Exxon, μέσα σε ένα και μόνο τρίμηνο της περυσινής χρονιάς, αποκόμισε κέρδη της τάξεως των 12 δισεκατομμυρίων δο­λαρίων! Έτσι, δεν είναι να απορεί κανείς που η ίδια εταιρεία παραπονείται σήμερα ότι τα κέρδη της κατά το τρίτο τρίμηνο του τρέχοντος έτους ανήλθαν μόλις (!) στα 9 δισεκατομμύρια δολάρια. Βεβαίως, αυτή η απληστία δικαιολογείται, μεταξύ άλλων, από το υψηλό κόστος της εξερεύνησης νέων κοιτασμάτων πετρε­λαίου, πράγμα το οποίο θα μπορούσε να εκληφθεί και ως εναλλακτικός τρόπος διατύπωσης της ιδέας: «ας αρπάξουμε, λοιπόν, ό,τι ανήκει σε άλλους».

Ο αποκλεισμός της Ρωσίας ήταν εξαρχής εσφαλμένος, όπως εσφαλμένη ήταν και η απόφαση της Αμε­ρικής να μη λάβει υπόψη της τις ενστάσεις που εξέφρασαν η Γαλλία και η Γερμανία όταν άρχισε ο πόλεμος. Την περίοδο εκείνη, όμως, οι Αμερικανοί είχαν ακόμη τη δυνατότητα να μη δίνουν σημασία στη Ρωσία, και πράγματι τη χλεύαζαν και την ταπείνωναν με κάθε πιθανή ευκαιρία, μην προβλέποντας —άλλο ένα σφάλμα πρόβλεψης— ότι η Ρωσία επρόκειτο να επανέλθει στο προσκήνιο, και μάλιστα υπό τη σκληρή ηγεσία του κυρίου Πούτιν. Πλέον, όμως, η κατάσταση έχει αλλάξει και, αν μη τι άλλο, οι Αμερικανοί χρειάζονται σή­μερα τη Ρωσία πολύ περισσότερο. Δυστυχώς, οι ρωσοαμερικανικές σχέσεις έχουν φτάσει στο ναδίρ τους.

Ανέλυσα πρόσφατα αυτό το θέμα σε ένα άρθρο μου στην εφημερίδα The Guardian, ισχυριζόμενος ότι η πιο ενεργή συμμετοχή της Ρωσίας (και της Ευρώπης) στα πράγματα, από κοινού με τις Η.Π.Α., θα μπο­ρούσε να συμβάλει στον έλεγχο, αν όχι και στον σχετικό κατευνασμό, της σημερινής στάσης του Ιράν (υπό την προϋπόθεση, βεβαίως, ότι το Ιράν δεν θα έχει βομβαρδιστεί εν τω μεταξύ!), καθώς και να βοηθήσει στη διατήρηση της ακεραιότητας του Ιράκ μέσω της αποτροπής κάθε προσπάθειας της Τουρκίας να αποσταθε­ροποιήσει τον κουρδικό βορρά. Ασφαλώς, τα πράγματα μπορεί να μην εξελιχθούν όπως προβλέπω. Όμως, κάθε εναλλακτική προσέγγιση, την οποία μπορεί να δοκιμάσει ο κύριος Μπλαιρ υπό την επίσημη ιδιότητά του ως εκπροσώπου των μεγάλων δυνάμεων, είναι, πιστεύω, πολύ πιο πιθανό να αποτύχει, εφόσον τα αμερικανικά οικονομικά συμφέροντα και οι αμερικανοεβραϊκές πιέσεις θα ανακόψουν το αδιαμφισβήτητο διαπραγματευτικό του ταλέντο και θα περιορίσουν το σωστό του ένστικτο κατά την προσπάθεια εξεύρεσης μιας δίκαιης (και όχι απλώς προσχηματικής) λύσης για την ισραηλοπαλαιστινιακή διαμάχη, λύσης που θα περιλαμβάνει και τη δημιουργία ενός διεθνώς αποδεκτού καθεστώτος για την Ιερουσαλήμ. Η προσω­πική μου εκτίμηση είναι ότι αυτό δεν θα μπορέσει να γίνει μέχρις ότου περιοριστούν οι φιλοδοξίες όλων των εξτρεμιστών και επιτευχθεί συμβιβασμός μέσω διαπραγματεύσεων. Η Ρωσία θα μπορούσε να εντείνει

αυτή την πίεση. Η πρόσφατη επίσκεψη του κυρίου Πούτιν στην Τεχεράνη ενισχύει, άλλωστε, τη συγκεκρι­μένη άποψη. Όσοι επιλέγουν να παραβλέπουν αυτή την πραγματικότητα, δρουν απλώς με ίδιον κίνδυνο.

Η λύση θα έλθει με τον διάλογο: επ’ ουδενί με στρατιωτικά μέσα

Λύση μπορεί να βρεθεί και να διαρκέσει μόνον εφόσον επιτευχθεί ένας συμβιβασμός στον οποίο καμία πλευρά δεν είναι κερδισμένη και καμία πλευρά δεν είναι χαμένη. Λύση σημαίνει περιορισμός της ανεξέ­λεγκτης εξουσίας και επιρροής· σημαίνει συνειδητοποίηση του γεγονότος ότι πρέπει να επιτρέψουμε στα πο­λιτικά καθεστώτα της Μέσης Ανατολής να αναδύονται και να διαμορφώνονται κατά τρόπο φυσιολογικό, οργανικό, και να μην επιβάλλονται εκ των άνω (ή να μη διαιωνίζονται παρά την ολοφάνερη διαφθορά τους), όπως λένε και κάνουν εδώ και καιρό οι Αμερικανοί. Σημαίνει να αναγνωρίζουμε ότι η δημοκρατία μπορεί να λειτουργεί υπό διαφορετικές μορφές, καθώς και ότι, σε χώρες που δεν την έχουν βιώσει καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας τους, ενδέχεται να χρειάζεται να λειτουργήσει αρχικά κατά τρόπο περιο­ρισμένο. Σημαίνει επίσης ότι πρέπει εμείς οι ίδιοι να δείξουμε σεβασμό προς τα ανθρώπινα δικαιώματα προτού απαιτήσουμε από τους άλλους να κάνουν το ίδιο.

Ο διάλογος για τον οποίο μιλώ πρέπει προφανώς να περιλαμβάνει και το Ιράν. Πρέπει, πράγματι, να περιλαμβάνει ολόκληρο το φάσμα των επιδεινούμενων προβλημάτων. Δεν πρέπει να στηρίζεται σε προ­καθορισμένους όρους και απειλές. Παράλληλα, πρέπει να επιδιώκει την επίτευξη μιας μορφής συμφιλίω­σης βασισμένης στη λογική της ανεκτικότητας και της ελευθερίας. Όλα αυτά μπορεί να ακούγονται υπερβολικά ή κοινότοπα. Η κατάσταση όμως που ίσχυε μέχρι σήμερα περιοριζόταν ανέκαθεν από τις ακραίες και ανεδαφικές απαιτήσεις που προέβαλαν και οι δύο πλευρές. Πρέπει, λοιπόν, όλα τα ζητήματα να τεθούν επί τάπητος, διότι, διαφορετικά, θα εξακολουθήσουμε απλώς να βιώνουμε την ίδια κατάσταση που βιώ­νουμε εδώ και δεκαετίες. Συν τοις άλλοις, το status quo ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ να συνεχίσει ίδιο για πάντα. Πέρα από τα συνεχιζόμενα δεινά του κόσμου, καμία χώρα δεν έχει το —οικονομικό και ψυχολογικό— περιθώ­ριο να συνεχίσει να κινείται στο σημερινό αγωνιώδες και επικίνδυνο μονοπάτι. Όντως, καμία χώρα δεν μπορεί να ανεχθεί την πρόβλεψη που έκανε πρόσφατα ο Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου των Βρετανικών Ενόπλων Δυνάμεων, στρατηγός Ντάνατ, δηλώνοντας ότι ο κόσμος πρέπει να είναι προετοιμασμένος για το γεγονός ότι η σημερινή κατάσταση πραγμάτων θα συνεχιστεί επί είκοσι πέντε ακόμη χρόνια. Μάλιστα, όπως ήταν εύλογο, ο στρατηγός Ντάνατ εξέφρασε επίσης την ανησυχία του για το αν ο κόσμος μπορεί πράγ­ματι να ανεχθεί αυτή την κατάσταση.

Ως εκ τούτου, θεωρώ ότι οι άνθρωποι θα υποχρεωθούν να προσανατολιστούν σε έναν περιεκτικό διά­λογο για τα προβλήματα που τους διχάζουν, όταν πλέον τα πράγματα θα έχουν φτάσει στο απροχώρητο. Το μόνο ερώτημα που τίθεται είναι: Πόσον ακόμη πόνο και πόση δυστυχία πρέπει να υπομείνουμε προτού φτά­σουμε στη στιγμή των συμβιβασμών; Ποτέ άλλοτε δεν ήταν μεγαλύτερη η ανάγκη ύπαρξης ανδρών και γυ­ναικών με όραμα.

Καταληκτικά σχόλια

Δεν μπορούμε να λύσουμε ένα πρόβλημα εάν πρώτα δεν αρχίσουμε να το βλέπουμε καθαρά. Πολλές φορές, τούτο σημαίνει ότι θα χρειαστεί να καταρρίψουμε τις προκαταλήψεις και τους μύθους που θολώνουν την όρασή μας. Αυτό όμως δεν είναι καθόλου απλό, διότι, αν είναι δύσκολο να δημιουργήσει κανείς μύθους, είναι σχεδόν αδύνατον να τους καταστρέψει. Εντούτοις, η κατάσταση που επικρατεί σήμερα στον κόσμο, στη Μέση Ανατολή, αλλά και στην απώτερη Ανατολή, όχι απλώς δεν βελτιώνεται, αλλά γίνεται αντιθέτως ακόμη πιο συγκεχυμένη, πιο ασταθής, πιο ανησυχητική. Αν μας απέδειξαν κάτι τα τελευταία τέσσερα με έξι χρόνια είναι ότι, μόνη της, η ηγετική δράση των Η.Π.Α. δεν είναι διόλου αξιόπιστη, παρά τα πολυά­ριθμα προτερήματα του αμερικανικού λαού και τα επιτεύγματα της αμερικανικής τεχνολογίας.

Είναι αναγκαίο να ληφθούν δύσκολες αποφάσεις. Οι επαγγελματίες που λαμβάνουν αυτές τις αποφά­σεις δεν πρέπει να στηρίζονται στη θεωρούμενη δημοτικότητά τους, αλλά στις ίδιες τους τις πεποιθήσεις. Και οι πεποιθήσεις αυτές πρέπει να διαμορφωθούν με βάση την εμπέδωση της σπουδαιότητας των θεμάτων που αναπτύξαμε παραπάνω. Πρέπει να στηρίζονται στη βεβαιότητα ότι οι συμμαχίες θεμελιώνονται στα κοινά συμφέροντα και τον αλληλοσεβασμό, και όχι στις σχέσεις εξάρτησης. Δεν πρέπει ποτέ να παραβλέπουν τα πολυάριθμα προτερήματα και τα αξιέπαινα χαρακτηριστικά της Αμερικής και του λαού της. Πρέπει όμως παράλληλα να συνυπολογίζουν, όπως κάνει σήμερα όλο και συχνότερα η ελληνική εξωτερική πολιτική, το γεγονός ότι ο κόσμος έχει αρχίσει και πάλι να γίνεται διπολικός ή ακόμη και πολυπολικός, και ότι η εξω­τερική μας πολιτική οφείλει να εκμεταλλευθεί αυτή την αλλαγή. Η δημιουργία στενότερων δεσμών με άλλες μεγάλες δυνάμεις είναι, συνεπώς, προς το συμφέρον μας και δεν θα έπρεπε να εκλαμβάνεται ως συμπαράταξη με κάποιους παλαιότερους φίλους.

Οι βασικές δυσκολίες όλων αυτών των προβλημάτων παραμένουν δύο.

Η πρώτη είναι ότι η Αμερική πιστεύει πως την παρουσία ή την επέμβασή της —η κυρία Κλίντον την ονό­μασε ηγετική δράση [leadership]— ο κόσμος εξακολουθεί να την έχει ανάγκη. Θα ευχόμουν να ήταν πιο προσεκτικοί οι προεδρικοί σύμβουλοι και να ενημέρωναν την αμερικανική ηγεσία για τη σοβαρότατη διά­βρωση που έχουν υποστεί τόσο η εικόνα της όσο και η δημοτικότητά της. Ασφαλώς, σε ιδιωτικό επίπεδο, ο σημερινός και ο μελλοντικός Αμερικανός Πρόεδρος ενδέχεται να καθίστανται όντως ενήμεροι αυτών των εξελίξεων, τις οποίες επιλέγουν ίσως να παραβλέπουν λόγω της πεποίθησής τους ότι πρέπει να δράσουν άμεσα και να εγκαθιδρύσουν μιαν αδιαφιλονίκητη αμερικανική ηγεμονία στον κόσμο, προτού προλάβουν οι άλλες δυνάμεις (που προαναφέρθηκαν σε αυτό το άρθρο) να ανακόψουν τις αμερικανικές φιλοδοξίες κατά τρόπον αποφασιστικό. Πρόκειται για λεπτό και μυστικό τρόπο δράσης, ο οποίος όμως δεν συνιστά επαρκή λόγο για να θεωρήσει κανείς ότι η μονομερής δράση μπορεί να επιτύχει. Οι απόψεις αυτές μάς επα­ναφέρουν στην υποστήριξη της ιδέας περί ουσιαστικής συμμετοχής άλλων μεγάλων δυνάμεων.

Οδηγούμαστε έτσι στη δεύτερη δυσκολία. Οι Αμερικανοί δεν μπορούν ούτε να απαλλαχθούν ούτε να μας απαλλάξουν από τα τεράστια νέα προβλήματα που ξεκίνησαν με την παγκόσμια τρομοκρατία και ακο­λούθως επιδεινώθηκαν από την αμερικανική εξωτερική πολιτική. Η ενεργή συμμετοχή άλλων χωρών (όπως της Ρωσίας) είναι απαραίτητη, αλλά οι Αμερικανοί είναι τελείως απίθανο να δεχθούν αυτή την επι­λογή… προς το παρόν. Θα χρειαστεί, κατά τα φαινόμενα, να προκύψουν ακόμη περισσότερα προβλήματα —στο Ιράν, στο Πακιστάν, στο Αφγανιστάν ή σε άλλα μέρη της Μέσης Ανατολής—, για να συνειδητοποι­ήσουν αναγκαστικά οι Αμερικανοί ότι δεν είναι δυνατόν να δρουν μόνοι τους ή ακόμη και με την προσχη­ματική υποστήριξη της Βρετανίας ή της φαινομενικά πιο πρόθυμης (σημερινής) Γαλλίας. Εν τω μεταξύ, όσοι συμπαθούν τους Αμερικανούς και θαυμάζουν την Αμερική, έστω και αν διαφωνούν βαθύτατα με κά­ποιες σημαντικές στρατηγικές αποφάσεις της, πρέπει να τη βοηθήσουν να καταλάβει τις δυσκολίες που έχει να αντιμετωπίσει κατά τα επόμενα χρόνια, όταν θα έχει πάψει πλέον να είναι η μόνη υπερδύναμη στον κόσμο, όπως είναι σήμερα.

Μέχρι να φύγει αυτή η ομίχλη από τη διεθνή σκηνή, σκόπιμο θα ήταν για τις μικρότερες χώρες να καλ­λιεργούν φιλικές σχέσεις με όλους τους μείζονες δρώντες του παγκόσμιου πολιτικού γίγνεσθαι. Κατά κά­ποιον τρόπο, η πολιτική αβεβαιότητα είναι σαν την οικονομική αβεβαιότητα: Όταν τα πράγματα δυσκολεύουν, καλό είναι να μη βάζεις όλα σου τα αυγά σε ένα καλάθι. Έχω την αίσθηση και την ελπίδα ότι η Ελλάδα κινείται προς αυτή την κατεύθυνση.

*Διάλεξη που πραγματοποιήθηκε την 28η Νοεμβρίου 2007 στην Αίθουσα Καρατζά της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος στην Αθήνα, έπειτα από ευγενική πρόσκληση του Κοινωφελούς Ιδρύματος Αλέξανδρος Σ. Ωνάσης

Διάλεξη που πραγματοποιήθηκε την 28η Νοεμβρίου 2007 στην Αίθουσα Καρατζά της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος στην Αθήνα, έπειτα από ευγενική πρόσκληση του Κοινωφελούς Ιδρύματος Αλέξανδρος Σ. Ωνάσης

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s