Εδώ και πολύ καιρό ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α., υποστηρικτής της «πολυφωνίας», της «ανοχής», της «διαφορετικότητας», έχει κηρύξει ανένδοτο με όποιον τολμά να ασκεί κριτική ή να αντιπαρατίθεται στις θέσεις ή επιμέρους απόψεις του. Οποιος τολμάει να απορρίψει τις θεωρήσεις του, κατατάσσεται αμέσως στο κλαμπ των «ακροδεξιών κι εθνικιστών», ταυτίζεται συνήθως με το ΛΑ.Ο.Σ. και θεωρείται εχθρός του διαλόγου και της επιστημοσύνης. Αντίθετα, όποιος συμφωνεί με το ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ ανακηρύσσεται αυτομάτως σε μαχητή της δημοκρατίας, των δικαιωμάτων και του διαλόγου.

Η αρχή έγινε με το βιβλίο της Ιστορίας της ΣΤ΄ Δημοτικού, όπου κάθε είδους κριτική σε ένα πόνημα, που ένα μεγάλο μέρος της επιστημονικής κοινότητας και του λαού απέρριψε ως αντιεπιστημονικό, ακατάλληλο προς χρήση, αντιστοιχούσε σε ψήφο εμπιστοσύνης στον εθνικισμό, στη μισαλλοδοξία και τη θρησκοληψία. Αίφνης το δικαίωμα στην άποψη και στην πολυφωνία αντικαταστάθηκε με το θέσφατο του ότι μόνο η επιστημονική ομάδα της Ιστορίας – και συγκεκριμένα εκείνη που συνέγραψε το εν λόγω βιβλίο – έχει δικαίωμα στην κρίση έναντι του έργου. Οσοι, δε, ιστορικοί δε συνεμορφώθησαν προς την παραπάνω υπόδειξη αντιμετώπιζαν πολύ σοβαρά την αμφισβήτηση του κύρους και της επιστημοσύνης τους. Οσο για τον απλό λαό, αυτός ταυτιζόταν με τη χιτλερική οχλοκρατία και τον ακροδεξιό συντηρητισμό, αν τόλμαγε όχι μόνο να διεκδικήσει ένα άλλο βιβλίο Ιστορίας που δε θα πρόσβαλλε την ιστορική μνήμη αλλά ακόμα κι αν ασκούσε μια απλή κριτική ή ζητούσε κάποιες διορθώσεις.

Αλήθεια, πού πήγε το δικαίωμα στην «πολυφωνία» που ευαγγελίζεται το εν λόγω σχήμα; Και ας μας πει επιτέλους τι είναι αυτή η πολυδιαφημιζόμενη πολυφωνία; Είναι μήπως η διατύπωση της ίδιας στοιχημένης άποψης με άλλα λόγια; Πώς αντιμετωπίζεται η αντιπαράθεση θέσεων στο βασίλειο της «πολυφωνίας»;

Η απάντηση πως κάθε διαφωνία με τον κοσμοπολιτισμό της Ρεπούση υποκρύπτει ταύτιση με ακροδεξιά αναθέματα αποτελεί από μόνη της τον ακρογωνιαίου λίθο του συντηρητισμού και της ισοπέδωσης των ιδεολογιών και της ιδεολογικής αντιπαράθεσης, μια πρακτική που εφαρμόζεται από τη δεκαετία του ’90 τόσο από τις ΗΠΑ όσο κι από την ΕΕ, όταν, π.χ., ταυτίζουν τα σοσιαλιστικά καθεστώτα με το ναζισμό και το φασισμό.

Μάλλον αποδεικνύεται πως τα όρια αυτής της «πολυφωνίας» δεν αντέχουν στην ιδεολογική αντιπαράθεση και στην ανατροπή τους γιατί στην ουσία έχουμε να κάνουμε με τη μία και μόνη φωνή του κοσμοπολιτισμού, που ως διαφορετικότητα ορίζει και αντέχει μόνο τον εαυτό του. Πρόκειται για μια «μονοφωνική πολυφωνία» που απαιτεί οι λαοί να στρογγυλεύουν την ιστορία, τα λόγια, τις αντιπαραθέσεις τους με τη «νέα τάξη», τις διεκδικήσεις και τα δικαιώματά τους για ένα καλύτερο και πιο ανθρώπινο μέλλον σε ένα ανώδυνο και συζητήσιμο σχήμα που βολεύει κάθε Αφέντη και δίνει μια ψευδή εικόνα της επαναστατικότητας σε κάθε Δούλο.

Η ιστορία όμως συνεχίστηκε όταν από τη 17η του Σεπτέμβρη ήρθαμε αντιμέτωποι και με τη λογική της «ανοχής» διά χειρός ΣΥ.ΡΙΖ.Α., ο οποίος αίφνης ανακάλυψε την Αμερική, όταν κήρυξε ανένδοτο κατά της ορκωμοσίας. Για την ιστορία, το ΚΚΕ από την είσοδό του στη Βουλή το 1974 έχει κατακτήσει το δικαίωμα να μη μετέχει στη θρησκευτική τελετή της ορκωμοσίας, με μια στάση αξιοπρέπειας, λεβεντιάς, χωρίς υστερίες και τυμπανοκρουσίες. Μια στάση που αναδεικνύει την άτεγκτη θέση του από κάθε θεοκρατικό θεσμό που κρατά το λαό δούλο της καπιταλιστικής εξουσίας, αλλά και το σεβασμό στο ατομικό δικαίωμα κάθε πολίτη να πιστεύει στο όποιο δόγμα.

Αλήθεια, σε τι αποσκοπούν οι «εφετζίδικες» δηλώσεις των βουλευτών του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. ότι εκείνοι θα ορκιστούν μόνο στην τιμή τους και η επιδεικτική αποχώρησή τους την ώρα του αγιασμού;

Η πλειοψηφία του ελληνικού λαού, σήμερα, ακολουθεί τις θρησκευτικές παραδόσεις ως μέρος πολιτισμικής παράδοσης της χώρας. Πολλοί δεν αποτολμούν τον πολιτικό γάμο, γιατί φοβούνται τον κοινωνικό αποκλεισμό ή την κριτική από την οικογένεια και τον κοινωνικό τους περίγυρο. Αποδέχονται το θρησκευτικό όρκο περισσότερο ως εθιμοτυπικό τελετουργικό παρά ως θρησκευτική ή μεταφυσική αναγκαιότητα. Συνεπώς, η επιδεικτική αποχώρηση από τη θρησκευτική τελετή της ορκωμοσίας των βουλευτών δεν πλήττει ούτε το σύστημα, ούτε το δικομματισμό, ούτε την Εκκλησία. Επί της ουσίας δείχνει τον ελιτισμό ενός κόμματος απέναντι σε ένα κοινωνικό φαινόμενο, η ύπαρξη του οποίου χρησιμοποιείται σαν απαραίτητο ντεκόρ για «άσκηση εναλλακτικών επαναστατικών γυμνασμάτων», για τη δημιουργία μιας εντύπωσης «διαφορετικότητας».

Ο ελιτισμός τιμωρεί τους «αδαείς» και τους «πληβείους», τους πολλούς και τους «μη εκλεκτούς», αλλά ταυτόχρονα τους χρειάζεται για να ξεχωρίζει η μοναδικότητά του, η οποία χρησιμοποιείται ως δικαιολογία στην επιβολή του ως εξουσίας των λίγων επί των πολλών. Γι’ αυτό κι ο ελιτισμός δείχνει τεράστια «ανοχή» αποκλειστικά και μόνο στη μοναδικότητά του.

Πλησιάζοντας η 28η Οκτώβρη, ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. επανέφερε το ζήτημα των παρελάσεων ζητώντας εντόνως την κατάργησή τους ως φασιστικών και μιλιταριστικών γυμνασμάτων. Και φυσικά όπως πάντα κάθε αντίθετη άποψη δαιμονοποιείται ως συγχρωτισμός με το ΛΑ.Ο.Σ. και τη Μεταξική ιδεολογία. Και το ερώτημα επανέρχεται με επιμονή: Κάθε διαφορετική άποψη απ’ αυτή του εν λόγω συνασπισμού είναι εκ προοιμίου φασιστική; Αυτή είναι η κοινωνία της «διαφορετικότητας» που ευαγγελίζονται; Από τη στιγμή που η παρέλαση δεν είναι υποχρεωτική για όλους τους μαθητές, αλλά μόνο για όσους επιλέξουν να συμμετέχουν, γιατί δεν αναγνωρίζουν το δικαίωμα αυτών που επιλέγουν τη συμμετοχή;

Δηλαδή, στην κοινωνία της «διαφορετικότητας» που προτείνουν θα γίνεται δεκτό μόνο ό,τι αυτοί ορίζουν ως διαφορετικό κι εξαιρετικό; Πρόκειται για ένα ιδεολογικό νεφέλωμα που νομιμοποιεί μόνο ό,τι ορίζει κι εξυπηρετεί έναν κοσμοπολιτισμό ως διαφορετικότητα γι’ αυτό και προτείνει παρελάσεις διδύμων παιδιών στην Αμερική, ή άλλες ατόμων με την όποια σεξουαλική προτίμηση στο βωμό του θεάματος και του ευτελισμού της ανθρώπινης προσωπικότητας. Οποιαδήποτε άλλη συλλογική μορφή έκφρασης που μπορεί εν δυνάμει να αποκτήσει ταξικά χαρακτηριστικά και να διασώζει και να διαιωνίζει την ιστορική μνήμη την αποκαλούν εθνικιστική ή συντηρητική, και ζητούν τη «διά ροπάλου» κατάργησή τους. Αλήθεια, γιατί δεν προτείνουν οι ίδιοι μια εναλλακτική μορφή μαζικής συμμετοχής για να γιορτάζεται η Αντίσταση του ελληνικού λαού έναντι του ναζισμού; Πώς χαρακτηρίζουν οι ίδιοι τις παρελάσεις του ΕΛΑΣ κατά την είσοδό του στις περιοχές που απελευθέρωνε; Μήπως αποτελούσαν κι αυτές δείγμα εθνικισμού και μισαλλοδοξίας;

Ο πολιτικός ελιτισμός υπήρξε πολλές φορές στην ιστορία το καλύτερο όχημα για τη διαιώνιση του καπιταλισμού στην πιο ακραία του μορφή. Σε τι διαφέρει η ισοπέδωση της «καθαρότητας» που αναβιώνουν τα σύγχρονα ακροδεξιά ιδεολογήματα από αυτή που διατυμπανίζει η «πολυφωνία», η «ανοχή», η «διαφορετικότητα» σχημάτων τύπου ΣΥ.ΡΙΖ.Α.;

Ορισμένες φορές αναρωτιέσαι σε τι ακριβώς διέφεραν ο Αγών του Χίτλερ με τις ταινίες της Ρίφενσταλ.

Και πάντα καταλήγεις στο ίδιο συμπέρασμα: Αντικαθρεφτίσματα του ίδιου νομίσματος…

Πηγή: ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, 24 Οχτώβρη 2007

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s