Τάσεις στην Ρωσία (πρώην ΕΣΣΔ)

Η υποστολή της κόκκινης σημαίας στο Κρεμλίνο την 31 η Δεκεμβρίου 1991, σήμανε και το τέλος του σοβιετικού πολυεθνικού κράτους, αλλά και του σοβιετικού imperium. Το γεγονός της διάλυσης αυτοκρατοριών δεν αποτελεί πρωτόγνωρο φαινόμενο στην παγκόσμια ιστορία. Αντίθετα, η ιστορία μας διδάσκει πως οι αυτοκρατορίες γεννιούνται οδηγούνται αργά η γρήγορα στη διάλυση και την κατάρρευση. Το τέλος τους είναι περίπου προδιαγεγραμμένο, όπως και το δικαίωμα των λαών για ανεξαρτησία, η των ατόμων για ελευθερία και προστασία από την κρατική αυθαιρεσία, το οποίο είναι συχνά συνυφασμένο με την πτώση των τυραννικών καθεστώτων.
Η ρωμαϊκή αυτοκρατορία, έγραφε ο Leopold νοη Fke, δεν οδηγήθηκε στην πραγματικότητα στο τέλος της, απλά έπαυσε να υπάρχει. Αντίθετα, η οθωμανική αυτοκρατορία διαλύθηκε σταδιακά και «οργανωμένα» εξαιτίας της εσωτερικής της σήψης και του ξεσηκωμού των εθνών και των εθνοτήτων που βρίσκονταν κάτω από την κυριαρχία της επί αιώνες. Η αυστροουγγρική αυτοκρατορία ετελεύτησε ως συνέπεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, μιας ήττας δηλαδη, ενώ οι αποικιοκρατικές αυτοκρατορίες υποχρεώθηκαν, μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, να αποδώσουν την ανεξαρτησία στις κτήσεις τους και να περιοριστούν στο μητροπολιτικό τους χώρο.
Η κατάρρευση, όμως, του σοβιετικού imperium είναι όντως μια καινούργια, μοναδική εξέλιξη στην παγκόσμια ιστορία. Η σοβιετική αυτοκρατορία κατέρρευσε ξαφνικά, ως χάρτινος πύργος διαλύθηκε όχι τόσο εξαιτίας πολέμων η γεωπολιτικών μεταβολών, αλλά κυρίως μέσα από την παραδοχή της ήττας ενός πολιτικού και κοινωνικού συστήματος, που γεννήθηκε το 1917 και που διεκδικούσε, τουλάχιστον ιδεολογικά, την παγκόσμια εξάπλωση του. Η επικράτηση του κομμουνιστικού συστήματος στην τσαρική αυτοκρατορία δημιούργησε και το πλαίσιο του παγκόσμιου, ανταγωνισμού και της σύγκρουσης των συστημάτων : κομμουνισμός versus (εναντίον, κατά) αστική δημοκρατία, κεντρικός σχεδιασμός της οικονομίας versus οικονομία της αγοράς. Μέσα σ1 αυτό το πλαίσιο ανδρώθηκε και οριοθετείται και το ιδεολογικό – κοσμοθεωρητικό περιεχόμενο του ψυχρού πολέμου, που για πολλούς έχει ως αφετηρία το 1917 και όχι το τέλος της δεκαετίας του 1940 και που επίσημα έληξε με τη διάλυση της Σοβιετικής Ενωσης.  Η Σοβιετική Ενωση μπορεί να έπαυσε τυπικά να υπάρχει ως κρατική υπόσταση το 1991, ουσιαστικά όμως, ως αυτοκρατορία, ως υπερδύναμη, ως σοσιαλιστική μητρόπολη, είχε καταρρεύσει νωρίτερα: από το φθινόπωρο του 1989, με τις επαναστατικές ανατροπές των κομμουνιστικών καθεστώτων της Ανατολικής Ευρώπης και την επακόλουθη πτώση του τείχους του Βερολίνου. Η κομμουνιστική ουτοπία που σκιαγράφησε ο Κ. Μάρξ, η παγκόσμια κομμουνιστική επαναστατική προοπτική που οραματίστηκε ο Β.Ι. Λένιν και η σοσιαλιστική μητροπολιτική υπερδύναμη που θεμελίωσε ο I. Στάλιν συνετρίβησαν μέσα στη δυναμική της αντίστασης των καταπιεσμένων και την ακαταμάχητη δύναμη της ελευθερίας.

Βέβαια, το κρατικό μόρφωμα που το Δεκέμβριο του 1991 έπαυσε να υπάρχει ήταν η Σοβιετική Ενωση Γκορμπατσώφ, δηλαδή το πείραμα της περεστρόικα, η επαναστατική απόπειρα της ειρηνικής μεταμόρφωσης-μετεξέλιξης του μονολιθικού-ολοκληρωτικού συγκεντρωτικού συστήματος εξουσιών, σε ελεγχόμενο δημοκρατικό. Είναι γεγονός ότι το πείραμα της περεστρόϊκα απέτυχε στο βασικό της στόχο, της συγκροτημένης, δηλαδή, εσωτερικής μετεξέλιξης του συστήματος, οδηγώντας τελικά τη χώρα σε μια πορεία ανεξέλεγκτης διάλυσης. Από την άλλη όμως πλευρά, στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής συνέβαλε κατά αποφασιστικό τρόπο στο τέλος του ψυχρού πολέμου και στην 40ετη περίοδο της πυρηνικής αντιπαράθεσης. Τι αφήνει όμως πίσω η πτώση της σοβιετικής αυτοκρατορίας;

Το πολυεθνικό μωσαϊκό των 130 και πλέον εθνοτήτων της Σοβιετικής Ενωσης δεν θα μπορούσε να απελευθερωθεί, να χειραφετηθεί από τον έλεγχο της Μόσχας χωρίς κινδύνους για την ειρήνη και την ασφάλεια όχι μόνο για την τεράστια αυτή περιοχή αλλά και για την ευρύτερη Ευρώπη, ίσως δε και για τον κόσμο ολόκληρο. Η αυτοκρατορία συνέπλεξε τους λαούς της από την εποχή των τσάρων, πολύ δε περισσότερο στη διάρκεια της σοβιετικής εξουσίας, εσωτερικά σ’ ένα πολυεπίπεδο σύστημα κυρίαρχης κεντρικής αλληλοεξάρτησης, που σήμερα η ελευθερία του ενός αποτελεί κίνδυνο για τους άλλους. Τον ψυχρό πόλεμο διαδέχονται σήμερα πολλές τοπικές θερμές ή υποβόσκουσες συγκρούσεις εθνικών η μειονοτικών διεκδικήσεων σ’ ολόκληρο σχεδόν το χώρο της τέως αυτοκρατορίας. Η ρευστότητα του διεθνούς συστήματος είναι έκδηλη. Το διπολικό σύστημα ισορροπιών και πυρηνικής σταθερότητας – την «ειρήνη του τρόμου» – δεν τη διαδέχτηκε, όπως πολλοί πίστευαν, η ειρήνη και η συνεργασία μεταξύ των κρατών. Η ρευστότητα είναι το κυρίαρχο χαρακτηριστικό στα περισσότερα μέλη της Κοινοπολιτείας Ανεξαρτήτων Κρατών καθώς οι εθνικιστικές διαμάχες μεταξύ τους, αλλά και στο εσωτερικό τους, ολοένα και περισσότερο αυξάνονται. Οι παλαιές οικονομικές και πολιτικές δομές εξουσίας και λειτουργίας του κράτους καταργήθηκαν χωρίς να έχουν αντικατασταθεί από καινούριες. Η δημοκρατία και η οικονομία της αγοράς, καθώς αποτελούν πρωτόγνωρες έννοιες και θεσμούς για τους λαούς του τέως σοβιετικού χώρου, δεν έχουν αποδώσει ακόμα απτά αποτελέσματα. Το χάος από την κατάρρευση του παλιού πολιτικού συστήματος ενισχύεται από τον κοινωνικό κατακερματισμό και τη συγκρουσιακή αναβίωση του εθνικισμού. Τα μειονοτικά και τα εθνικιστικά ζητηματα τείνουν να αναδειχθούν σε κυρίαρχο πρόβλημα της σημερινής Κοινοπολιτείας Ανεξαρτήτων Κρατών, ικανά να τη μετατρέψουν σε μια γιγάντια Γιουγκοσλαβία. Τα ερωτήματα που τίθενται σημεα αφορούν κυρίως την αμφισβητούμενη ικανότητα της Κοινοπολιτείας να επιβιώσει, τους τρόπους ρύθμισης των εθνικών διαφορών, την εισαγωγή των μηχανισμών της οικονομίας της αγοράς και το ρόλο που η Κοινοπολιτεία και ιδιαίτερα η Ρωσία θα διαδραματίσει στο διεθνές σύστημα.
Η Σοβιετική Ενωση βρίσκεται ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 σε μετάβαση. Ο Μιχαήλ Γκορμπατσώφ επιχείρησε να μεταρρυθμίσει το σύστημα , χωρίς να επιδιώκει να ανατρέψει τις θεμελιακές λενινιστικές δομές του. Μπορούσε, όμως, ένα μονολιθικά δομημένο, γραφειοκρατικό- συγκεντρωτικό σύστημα, με ομάδες συμφερόντων στον κομματικό μηχανισμό βαθιά ριζωμένες επί δεκαετίες, να μεταρρυθμιστεί, να εκσυγχρονιστεί προς την κατεύθυνση της δημοκρατικοποίησης και της οικονομίας της αγοράς, διατηρώντας βασικά τις ολοκληρωτικές δομές; Ηταν το σύστημα ικανό προς μεταρρύθμιση; Η περίοδος της «μετεξέλιξης» 1985-1991), που ουσιαστικά προετοίμασε την αποσύνθεση της Σοβιετικής Ενωσης και την πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος, έχει ως αφετηρία της την άνοδο του Γκορμπατσώφ στην ηγεσία της Σοβιετικής Ενωσης, .συνεχίζεται με την εφαρμογή του προγράμματος της «περεστρόικα» και ολοκληρώνεται μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του Αυγούστου 1991 .

Σύντομη Ιστορική Ανασκόπηση

Αρχή για τη δημιουργία της Σοβιετικής Ενωσης μπορεί να θεωρηθεί ο Φεβρουάριος του 1917. Τη χρονιά αυτή η αστική επανάσταση ανέτρεψε το τσαρικό καθεστώς και σχημάτισε την πρώτη κυβέρνηση. Ακολούθως η Οκτωβριανή Επανάσταση που ήταν επηρεασμένη από τις μαρξιστικές ιδέες, δημιούργησε όλες τις προϋποθέσεις για τη δημιουργία ενός νέου κράτους. Το 1918, επίσημα ιδρύεται σ’ αντικατάσταση της τσαρικής Ρωσίας, η Ενωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών (ΕΣΣΔ). Το ξεκίνημα του πρώτου κομμουνιστικού κράτους υπήρξε πολύ δύσκολο. Οι επηρεασθέντες από την επικράτηση του νέου καθεστώτος δημιουργούν στρατό και προσπαθούν να το ανατρέψουν. Στην προσπάθειά τους αυτη έχουν τη βοήθεια των δυτικών χωρών και της Ιαπωνίας, οι οποίες τους ενισχύουν με στρατό. Τελικά ο εμφύλιος πόλεμος τελείωσε με νίκη του κόκκινου στρατού. Αρχικά το νεοδημιουργηθέν κράτος βρισκόταν σε μία απομόνωση από τον υπόλοιπο κόσμο λόγω του φόβου που είχαν οι δυτικοί για επικράτηση του κομμουνισμού σ’ όλες τις χώρες. Με τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου η Σοβιετική Ενωση όχι μόνο βγαίνει από την απομόνωση αλλά αποκτά και ζώνες επιρροής. Σ’ αυτη συναντούμε όλες τις πρώτες ύλες, οι οποίες είναι απαραίτητες για την ανάπτυξη της βιομηχανίας. Αυτό το εκμεταλλεύθηκαν και βλέπουμε μια αλματώδη ανάπτυξη της βιομηχανίας σ’ όλους τους τομείς.

Παρά τη συμφωνία που υπήρξε μεταξύ Ανατολής και Δύσης, με τη λήξη του πολέμου αρχίζει μεγάλη διαμάχη μεταξύ τους για την επικράτηση του δικού τους κοινωνικού συστήματος. Στη διαμάχη αυτή η Σοβιετική Ενωση είχε πολλές επιτυχίες τις οποίες επιτυγχάνει λόγω της ενίσχυσης που προσφέρει στα διάφορα εθνικοαπελευθερωτικά και επαναστατΓκά κινήματα. Ο συνεχής ανταγωνισμός μεταξύ των ΗΠΑ και της Σοβιετικής Ενωσης, στα εξοπλιστικά και διαστημικά προγράμματα, καθώς επίσης και η συνεχής βοήθεια που παρέχει στα εθνικιστικά κινήματα των διαφόρων χωρών του Τρίτου κόσμου, οδηγούν τη χώρα στην οικονομική κατάρρευση. Το πρόβλημα αυτό εντοπίζεται από τους ηγέτες της χώρας και βλέπουμε από το 1986 μια προσπάθεια εισαγωγής στην ελεύθερη αγορά, στην εκδημοκρατικοποίηση και στη διαφάνεια, καθώς επίσης και στην αποκέντρωση της εξουσίας. Οι ενέργειες αυτές δεν αρέσουν στους συντηρητικούς του καθεστώτος και τον Αύγουστο του 1991, εκδηλώνεται πραξικόπημα για να διατηρηθεί το παλιό καθεστώς. Η προσπάθειά τους όμως αυτη δεν υποστηρίζεται από το λαό, ούτε και από τον έξω κόσμο, με αποτέλεσμα την κατάρρευση του πραξικοπήματος εντός τριών ημερών. Με την κατάρρευση του πραξικοπήματος παρατηρείται μια τάση για ανεξαρτικοποίηση των Δημοκρατιών που αποτελούσαν την Σοβιετική Ενωση. Σε μια προσπάθεια να διατηρήσει την ένωση μεταξύ των Δημοκρατιών της Σοβιετικής Ενωσης, ο πρόεδρος της χώρας πρότεινε τη δημιουργία ένωσης Κυριάρχων Κρατών. Η πρόταση αυτή δεν έγινε αποδεκτή από τους ηγέτες των Δημοκρατιών, και τον Δεκέμβριο του 1992, προβαίνουν στην ίδρυση της Κοινοπολιτείας Ανεξαρτήτων Κρατών (Κ.Α.Κ.). Η ίδρυση της σήμανε και τη διάλυση της Ενωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών, η οποία υπήρξε η δεύτερη δύναμη στον κόσμο, μετά τις ΗΠΑ για 70 χρόνια. Η διάλυση της Σοβιετικής Ενωσης δημιούργησε πολλά προβλήματα όχι μόνο στις ίδιες τις δημοκρατίες που την αποτελούσαν και που τώρα απόκτησαν την ανεξαρτησία τους, αλλά και στον κόσμο ολόκληρο (πυρηνικό οπλοστάσιο – εθνικισμός – μονοπώλιο της ειρήνης και ασφάλειας τις ΗΠΑ). Ποιό θα είναι το μέλλον της ΚΑΚ καθώς και οι συνέπειες από τη διάλυση της Σοβιετικής Ενωσης είναι πολύ ριψοκίνδυνο να προβλεφθεί.

Περισσότερο από πέντε χρόνια μετά τη διακήρυξη της περεστρόϊκα από τον Γκορμπατσώφ, έναν χρόνο μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του Αυγούστου και σχεδόν ένα έτος μετά την ίδρυση της Κοινοπολιτείας Ανεξαρτήτων Κρατών παραμένει το ερώτημα: τι απέγινε η άλλοτε απειλητική υπερδύναμη Σοβιετική Ενωση και τα κράτη που διαδέχθηκαν την ΕΣΣΔ; Τι απέγινε η τεράστια ρωσική δύναμη στο κέντρο της ρωσικής αυτοκρατορίας, η οποία κατέρρευσε τόσο αιφνίδια. Πέραν όμως της ραγδαίας πτώσης μιας αυτοκρατορίας τίθεται, το 1992, το πολιτειακό ερώτημα: προέκυψε από τα ερείπια του παλαιού ολοκληρωτισμού ένα δημοκρατικό κράτος; Σε ποιες διαδικασίες της πολιτικής και οικονομικής αλλαγής οφείλει να υπολογίζει η Ευρώπη κατά τη δεκαετία του ’90; Προς το παρόν δεν είναι δυνατόν να δοθεί οριστική απάντηση στα ερωτήματα αυτά. Διαφαίνονται όμως ήδη τώρα σαφείς πολιτικές και κοινωνικοοικονομικές διαδικασίες στις μετακομμουνιστικές κοινωνίες της Ανατολικής Ευρώπης. Οι εξελίξεις αυτές είναι δυνατόν να συνοψιστούν στις ακόλουθες θέσεις:

  1. Οι δημοκρατικές παραινέσεις της περεστρόϊκα έχουν από καιρό εξαντληθεί και οι αδύναμες δημοκρατικές δυνάμεις της Ρωσίας βρίσκονται σε απελπισμένη άμυνα.
  2. Ολες οι προσπάθειες υπέρ ενός δομικού εκδημοκρατισμού και κοινοβουλευτικού μετασχηματισμού του πολιτικού συστήματος της ΕΣΣΔ και της Ρωσικής Σοσιαλιστικής Ομοσπονδιακής Σοβιετικής Δημοκρατίας (ΡΣΟΣΔ) απέτυχαν, με εξαίρεση την ελευθερία που απέμεινε στα μέσα ενημέρωσης. Αυτό αποδεικνύεται από τα ακόλουθα γεγονότα:
    1. Μέχρι στιγμής δεν διεξήχθησαν στη Ρωσία πραγματικά ελεύθερες εκλογές.
    2. Δεν ψηφίστηκε ένα πραγματικά δημοκρατικό σύνταγμα.
    3. Σωστά, και σύμφωνα με τους κανόνες της μοντέρνας δημοκρατίας, οργανωμένα κόμματα με κοινωνικές ρίζες δεν υπάρχουν στη Ρωσία.
    4. Τα συνταγματικά δικαιώματα της βουλής είναι τελείως ακαθόριστα.
    5. Στη διάκριση των εξουσιών μεταξύ εκτελεστικής (Πρόεδρος, Κυβέρνηση, Διοίκηση) και νομοθετικής εξουσίας (Κογκρέσσο των Αντιπροσώπων του Λαού και Ανώτατο Σοβιέτ) υφίσταται μεγάλο συνταγματικό χάσμα.

Στο ρωσικό κοινοβούλιο, η εκπροσώπηση των δημοκρατικών δυνάμεων, είναι σήμερα ασθενής, ενώ οι νεοκομμουνιστές, οι εθνικοπατριώτες και αυτοί που επιδιώκουν τη διατήρηση του υφιστάμενου συγκεχυμένου συστήματος, απ’ όλα τα στρατόπεδα, γίνονται διαρκώς και ισχυρότεροι. Ο ρωσικός πληθυσμός, ο οποίος υποφέρει από τη βαθιά κρίση της συντελούμενης μεταβολής της μετακομμουνιστικης κοινωνίας, δεν πιστεύει πλέον ότι ο Γιέλτσιν είναι σε θέση να λύσει τα σημερινά δομικά προβλήματα της κοινωνίας και του πολιτικού συστήματος αντίθετα πιστεύει ότι οι παλιές δυνάμεις επανήλθαν στην εξουσία. Στην επίκαιρη διένεξη μεταξύ κοινοβουλίου και κυβέρνησης, η νομική και πολιτική εξουσία πάνω στα ΜΜΕ (Τύπος, Τηλεόραση και Ραδιόφωνο) διαδραματίζει σημαντικό ρόλο. Ενώ ανεξάρτητες συντάξεις εφημερίδων και δημοσιογράφοι αγωνίζονται υπέρ της ελευθερίας του τύπου, το κοινοβούλιο και η κυβέρνηση επιδιώκουν να θέσουν τον τύπο υπό τον έλεγχό τους, για τους δικούς τους σκοπούς. Ο αγώνας για μια νέα κατανομή της εξουσίας άρχισε ήδη και τα μέσα ενημέρωσης εισέρχονται όλο και περισσότερο στο πεδίο των συγκρούσεων. Η απουσία δημοκρατικού συντάγματος, καθώς επίσης και η εγγενής αδυναμία λειτουργίας των δημοκρατικών θεσμών και των δημοκρατικών δυνάμεων, εδραιώνουν την αντίληψη πως η Ρωσία δε βρίσκεται σήμερα (Ιούλιος 1995) καθ’ οδόν προς μία δημοκρατία δυτικού τύπου. Αντίθετα, πληθαίνουν τα φαινόμενα μιας αυταρχικής αλλαγής, η οποία όμως δεν οδηγεί απαραίτητα σε κάποιο νέο ολοκληρωτισμό. Ο πρόεδρος Μπόρις Γιέλτσιν, ο οποίος μετά το πραξικόπημα του Αυγούστου θεωρείται στη Δύση ως εγγυητής της ρωσικής δημοκρατίας, υποχρεώθηκε εν τω μεταξύ σε σημαντικούς πολιτικούς και οικονομικούς συμβιβασμούς με το νέο – συντηρητικό στρατόπεδο. Η μετάβαση σε ένα αυταρχικό σύστημα έχει προετοιμαστεί ήδη με τη θεσμική οργάνωση μιας μορφής κατάστασης ανάγκης (Συμβούλιο Ασφαλείας). Προφανώς ο Γιέλτσιν είναι αποφασισμένος να υπερνικήσει τη βαριά οικονομική και κοινωνική κρίση του 1992 – έστω και χωρίς της συνδρομή των δημοκρατικών – στο πλαίσιο ενός αυταρχικού πολιτικού συστήματος που να ελέγχεται από τον ίδιο. Οι προσπάθειες της Κοινοπολιτείας Ανεξαρτήτων Κρατών (ΚΑΚ), να αντικαταστήσουν την υποχρεωτική συνεργασία στο πλαίσιο του Συμβουλίου Οικονομικής Αλληλοβοήθειας (ΣΟΑ) και της ΕΣΣΔ, με μια νέα στρατιωτική, πολιτική και οικονομική συνεργασία μεταξύ των διαδόχων κρατών της Σοβιετικής Ενωσης, απέτυχαν. Αντί της περιφερειακής συνεργασίας καθίσταται ήδη σαφής ο εθνικιστικός απομονωτισμός των μετακομμουνιστικών κρατών, τα οποία απορρίπτουν την ενωτική προσπάθεια της ΚΑΚ ως ρωσική ηγεμονική τάση.

Το Μέλλον της Ρωσίας – Τρία Σενάρια

Για το μέλλον της Ρωσίας τρία σενάρια είναι πιθανά:

  1. Το αισιόδοξο, αλλά όχι πλέον πιθανό: Δομικός εκδημοκρατισμός και κοινοβουλευτικός μετασχηματισμός του πολιτικού συστήματος με σύγχρονη εφαρμογή της οικονομίας της αγοράς.
  2. Το απαισιόδοξο, πιθανότερο του πρώτου, αλλά όχι αναμενόμενο: Η εθνικιστική και αντιδραστική στροφή της Ρωσίας, υπό την πίεση μιας οξείας οικονομικής και κοινωνικής κρίσης. Τούτο θα είχε ως συνέπεια τον κίνδυνο μιας ριζοσπαστικής πολιτικής αυτάρκειας, έναν ιδιαίτερο δρόμο της Ρωσίας στην Ευρώπη και μια αντιδυτική γραμμή σύγκρουσης, η οποία θα επέφερε μια νέα διχοτόμηση της Ευρώπης.
  3. Το ολιγότερο απαιδιόσοξο και συγχρόνως πιθανότερο: Η μακρόχρονη, κοινωνικά εξασφαλισμένη, μετατροπή του κομμουνιστικού οικονομικού συστήματος σε μια μικτή οικονομία, με παραγωγικές κρατικές επιχειρήσεις και έναν διαρκώς αυξανόμενο ιδιωτικό τομέα στον κλάδο παροχής υπηρεσιών, στη γεωργία και στη βιομηχανία. Η μετατροπή αυτή θα συνοδεύεται από έναν επανασυγκεντρωτισμό της εξουσίας υπό αυταρχικό καθεστώς, που θα σταματήσει την ανάπτυξη των δημοκρατικών θεσμών, χωρίς όμως να περιορίσει τελείως τα φιλελεύθερα επιτεύγματα της περεστρόϊκα στις τέχνες, στα μέσα μαζικής ενημέρωσης και στην κοινωνία.

Η Αποτυχία της Κοινοπολιτείας Ανεξαρτήτων Κρατών

Η ίδρυση της ΚΑΚ χαιρετήθηκε από τη Δύση και τις περισσότερες κυβερνήσεις και κοινοβούλια, ως παράγοντας περιφερειακής σταθερότητας. Εναν χρόνο αργότερα, οι περισσότεροι πολιτικοί της Δύσης έχουν ανησυχήσει, ιδιαίτερα λόγω της αποτυχίας της ΚΑΚ και των πολυπληθών τοπικών και διεθνών διενέξεων στην Ανατολική Ευρώπη. Η πολιτική, οικονομική και στρατιωτική αστάθεια της Κοινοπολιτείας Ανεξάρτητων Κρατών είναι δυνατόν να έχει πολλές αρνητικές επιπτώσεις για την Ανατολική, την Κεντρική και τη Νοτιοανατολική Ευρώπη, αλλά και για ολόκληρη τη Δύση. Είναι εμφανές ότι η ΚΑΚ υφίσταται μόνο ως σύλληψη, ως ιδέα δηλαδή στη διακήρυξη της ίδρυσης της. Αυτό αποδεικνύεται από τις ακόλουθες εξελίξεις:

  1. Η επιδιωχθείσα ενότητα του οικονομικού χώρου της ΚΑΚ δεν επιτεύχθηκε. Αντί των πολυεθνικών συμφωνιών, επιτυγχάνονται μόνο διακρατικές συμφωνίες, όπως πρόσφατα μεταξύ Ρωσίας και Καζακστάν.
  2. Σχεδόν ένα χρόνο μετά την ίδρυση της ΚΑΚ και παρά το ότι οι αρχηγοί των κρατών της συναντήθηκαν ήδη πέντε φορές, δεν προωθήθηκε η ενότητα των ενόπλων δυνάμεων και ο κοινός έλεγχος των στρατηγικών όπλων, όπως προέβλεπε η ιδρυτική συμφωνία.
  3. Οι παλαιότερες οικονομικές σχέσεις μεταξύ των σοβιετικών Δημοκρατιών έχουν καταρρεύσει σχεδόν τελείως. Οι οικονομικές συμφωνίες υλοποιούνται, συνήθως, μόνο κατά 25%. Πολλά από τα κράτη της ΚΑΚ, έχουν ήδη εισάγει δικό τους νόμισμα και δικές τους ταυτότητες, ίδρυσαν τελωνειακούς σταθμούς, οριοθέτησαν τα σύνορά τους και δημιούργησαν δικές τους ένοπλες δυνάμεις. Η εθνική βούληση για πολιτική, οικονομική και στρατιωτική ανεξαρτησία επισκιάζει όλες τις προσπάθειες υπέρ μιας ικανοποιητικής περιφερειακής συνεργασίας.
  4. Κατόπιν πολλών συναντήσεων των ηγεσιών τους κατά τη διάρκεια ενός έτους, οι τέως σοβιετικές Δημοκρατίες έθεσαν σαφείς αποστάσεις μεταξύ αυτών και της ΚΑΚ. Κατά την τελευταία συνάντηση των υπουργών αμύνης της Κοινοπολιτείας, στις 3 Σεπτεμβρίου 1994 στη Μόσχα, ο στρατάρχης Σαποσνίκωφ δήλωσε ότι τελικά όλες οι τέως σοβιετικές Δημοκρατίες παραβαίνουν το ιδρυτικό σύμφωνο της ΚΑΚ, το οποίο υπογράφηκε στο τέλος του 1991.

Αποκαρδίωση και Απογοήτευση των Ρώσων Πολιτών – Κρίση Νομιμοποίησης και Αυταρχισμός

Σε συνάρτηση με την κατάρρευση της ΕΣΣΔ τίθεται το ερώτημα: σε ποιο σημείο βρίσκεται σήμερα -τέσσερα έτη μετά τις μεγάλες μεταβολές – ο ρωσικός λαός πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά; Πόσο εκπληρώθηκαν οι συγκεχυμένες ελπίδες των ανθρώπων για δημοκρατία και μεγαλύτερη ευημερία; Οι αντιξοότητες της καθημερινότητας είναι το 1995πολύ μεγαλύτερες από ότι ήσαν το 1985. Σήμερα, δέκα χρόνια μετά την αρχή της εφαρμογής της περεστρόϊκα και τέσσερα χρόνια μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του Αυγούστου, υπάρχουν μεγαλύτερες ουρές στα καταστήματα από ό,τι υπήρχαν προηγούμενα, η κοινωνική κρίση της Ρωσίας επιδεινώθηκε, λόγω της αλλαγής και της απότομης εφαρμογής της οικονομίας της αγοράς. Για να αγοραστούν τα πλέον στοιχειώδη είδη διατροφής από τα κρατικά καταστήματα, όπως γάλα, ψωμί, μακαρόνια ή αυγά, πρέπει να στέκονται στην ουρά όλα τα μέλη της οικογένειας 2-6 ώρες την ημέρα, ανάλογα την πόλη και την περιοχή. Στη Μόσχα και την Αγία Πετρούπολη απαιτούνται 2-4 ώρες, σε άλλες πόλεις 4-6 ώρες. Αυτό απέδειξε η δημοσκόπηση ενός ανεξάρτητου Ινστιτούτου.

Το 1994 ήταν ένα δύσκολο έτος για όλους τους ανθρώπους στην τεράστια, υποανάπτυκτη χώρα. Σήμερα υπάρχει χάος σε όλους τους τομείς: στην πολιτική, στην οικονομία, στην κοινωνική ζωη, ακόμη και στην πολιτιστική ζωή. Η απορία και η έλλειψη ελπίδας καθορίζουν την ψυχική διάθεση των μαζών. Το χάσμα μεταξύ της ένδειας των πολλών και του πλούτου των λίγων είναι σήμερα μεγαλύτερο από ό,τι πριν μερικά χρόνια, με αποτέλεσμα να αυξάνονται σημαντικά οι κοινωνικές εντάσεις. Ο σημερινός κοινωνικός δυναμισμός προέρχεται, κυρίως, από την απεγνωσμένη προσπάθεια των ανθρώπων να επιβιώσουν. Αυτό ισχύει τόσο για τους πολίτες όσο και για το κράτος και την οικονομία. Αντί της κοινωνικής και πολιτικής προόδου, χάριν των οποίων ο ρωσικός λαός στις μέρες του πραξικοπήματος έσπευσε στα οδοφράγματα, έγινε το αντίθετο. Η χώρα βυθίστηκε σε μια βαθιά πολιτική, οικονομική και κοινωνική κρίση, εκτός της πολιτιστικής κρίσης και της κρίσης ταυτότητας, την οποία διέρχονται οι Ρώσοι. Αναπόφευκτη συνέπεια των μεγάλων αυτών κοινωνικών αλλαγών είναι η συναισθηματική μετατόπιση από τη δημοκρατική σκέψη στον «πατριωτισμό του μεγάλου κράτους», η οποία στις τελευταίες διακηρύξεις έλαβε και προγραμματικό χαρακτήρα. Περί του πατριωτισμού αυτού γίνεται τελευταία στη Ρωσία διαρκώς και περισσότερος λόγος. Οπως και στην υπόλοιπη Ευρώπη, θα ήταν δυνατόν να αποτελέσει και στη Ρωσία ο ριζοσπαστικός εθνικισμός, τη λαϊκιστική – αυταρχική διέξοδο από τη δομική κρίση της χώρας.

Δεν έχουν όλες οι κοινωνικές ομάδες και οργανώσεις τη δυνατότητα να εκπροσωπήσουν τα συμφέροντά τους στο κοινοβούλιο. Πολλές επαγγελματικές ενώσεις εκπροσωπούνται στο κοινοβούλιο μόνο με ένα ή δύο βουλευτές. Οπως και κατά τις προηγούμενες δεκαετίες, η εκπροσώπηση των εργατών στο κοινοβούλιο είναι αρκετά ισχυρή ώστε να μπορεί κανείς να μιλά για οργανωμένη κοιβουλευτική ομάδα. Αυτό δεν αρκεί όμως στους εργάτες και σε πολλά στελέχη των συνδικάτων. Για να ασκήσουν μεγαλύτερη επιρροή στις τρέχουσες πολιτικές και οικονομικές διαδικασίες, συγκεντρώθηκαν σε ένα ιδρυτικό Συνέδριο των Εργατικών Συμβουλίων στο Νίσνιγ Νοβγκορόδ. Η ημερομηνία σύγκλησης του Συνεδρίου αυτού δεν επιλέχθηκε τυχαία τον Απρίλιο 1992. Εκείνον ακριβώς τον καιρό είχε συγκληθεί και το ΣΤ Συνέδριο των λαϊκών αντιπροσώπων της Ρωσίας, το οποίο κατέληξε σε μια χαώδη διένεξη μεταξύ κυβέρνησης και κοινοβουλίου. Κατά τις διήμερες εργασίες του Συνεδρίου των Εργατικών Συμβουλίων έλαβαν μέρος 100 περίπου αντιπρόσωποι των διαφόρων περιοχών της Ρωσικής Σοσιαλιστικής Ομοσπονδιακής Σοβιετικής Δημοκρατίας (ΡΣΟΣΔ). Οι περισσότεροι ομιλητές υποστήριξαν τη δημιουργία ενός, κατά το δυνατόν, στενού δικτύου Εργατικών Συμβουλίων στις επιχειρήσεις όλης της χώρας, σκοπός των οποίων θα είναι η προάσπιση των δικαιωμάτων των εργατών κατά τη διάρκεια της σημερινής κρίσης και των επικείμενων μεταβολών. Για το λόγο αυτόν, το Συνέδριο του Απριλίου αποφάσισε πράγματι να επιδιώξει την ίδρυση Εργατικών Συμβουλίων σε όλη τη χώρα. Εκτός όμως αυτού συζητήθηκαν και πρακτικά ζητηματα του μέλλοντος. Ετσι, πολλά Εργατικά Συμβούλια αποφάσισαν να ζητήσουν από το κοινοβούλιο να δοθεί στις ενώσεις (κολλεκτίβες) των εργατών η δυνατότητα να εξαγοράσουν τις επιχειρήσεις τους. Κατά τα Εργατικά Συμβούλια τη δυνατότητα αυτη δεν πρέπει να την έχουν ούτε μεμονωμένα πρόσωπα ούτε ομάδα προσώπων, τα οποία ανήκουν στην επιχείρηση. Οι μετοχές πρέπει να διανεμηθούν εξίσου σε όλους τους εργάτες που απασχολούνται τώρα σε κάθε επιχείρηση, είτε αυτοί είναι 100 είτε 1.000. Η απαίτηση αυτή υποστηρίχθηκε αμέσως από όλες τις κοινοβουλευτικές φιλοκομμουνιστικές ομάδες, αλλά και από την ομάδα «Αλλαγή – Νέα Πολιτική». Πρόεδρος της πανρωσικής Εκτελεστικής Επιτροπής των Εργατικών Συμβουλίων εξελέγη ο τορνευτής στο εργοστάσιο «Κρασνόγιε Σορμόβο», Δ. Ιγκοσίν. Στο συνέδριο έλαβαν μέρος λαϊκοί αντιπρόσωποι της Ρωσίας και της τέως Σοβιετικής Ενωσης. Ηταν σαφές ότι οι λαϊκοί αυτοί αντιπρόσωποι, με φιλοκομμουνιστικές τάσεις, επιθυμούσαν να πλησιάσουν πολιτικά το νέο αυτό εξωκοινοβουλευτικό κίνημα των Εργατικών Συμβουλίων. Η εμφάνιση των Εργατικών Συμβουλίων είναι συνέπεια των αρχικών πολιτικών λαθών του Γιέλτσιν. Αν ο ρώσος Πρόεδρος είχε αρχίσει ήδη από την αρχή της θητείας του να διαλύει τις παλιές δομές της διοίκησης – όπως π.χ. τα παλιά συνδικάτα, τα οποία ουδέποτε ενδιαφέρθηκαν για τα κοινωνικά και νομικά συμφέροντα των εργατών – και να επιδιώξει την ίδρυση ανεξάρτητων συνδικάτων, δε θα δημιουργούνταν μάλλον οργανώσεις, οι οποίες επιδιώκουν τη συντήρηση των παλαιών δομών, όπως είναι τα νέα Εργατικά Συμβούλια. Μαζί με την αντιπολίτευση στο κοινοβούλιο, αποτελούν σημαντικά εξοκοινοβουλευτική δύναμη κατά της δημοκρατικής κυβέρνησης.

Η ανακοινωθείσα από τον Γιέλτσιν, την 19 Αυγούστου 1992, διανομή εντολών μερισμάτων αξίας 10.000 ρουβλίων σε όλους τους πολίτες της Ρωσίας, ήταν αποτέλεσμα της πρωτοβουλίας των Εργατικών Συμβουλίων, την οποία υλοποίησαν ο Πρόεδρος και η κυβέρνηση για να εξασφαλίσουν την κοινωνική ειρήνη. Εν τω μεταξύ είναι σαφές ότι ο Γιέλτσιν και η κυβέρνηση δεν είναι πλέον σε θέση να αγνοήσουν τις πολιτικές απαιτήσεις των νέων Εργατικών Συμβουλίων. Χαρακτηριστικό είναι ότι, τελικά, η απαίτηση της ισότιμης συμμέτοχης τους με μετοχές στις επιχειρήσεις που αποκρατικοποιούνται, ικανοποιήθηκε μάλιστα με τον ανορθόδοξο τρόπο της διανομής μετοχών αξίας 10.000 ρουβλίων. Τόσο ο Πρόεδρος όσο και η κυβέρνηση θα πρέπει να γνωρίζουν ότι και στο μέλλον θα αντιμετωπίζουν ανάλογες απαιτήσεις των Εργατικών Συμβουλίων. Ετσι, η ιστορία των πρώτων βημάτων του καπιταλισμού στη Ρωσία στις αρχές του αιώνα επαναλαμβάνεται και είναι εξίσου, όπως και τότε, επικίνδυνη για το μέλλον της Χώρας.

Δυσαρεστημένοι εργάτες υποστηρίζονται και πάλι από την αντιπολίτευση, τη φορά αυτή από τους συντηρητικούς κομμουνιστές. Σε πολλά μεγάλα εργοστάσια πολλών πόλεων της Ρωσίας ιδρύθηκαν, μετά το Συνέδριο του Απριλίου, νέα Εργατικά Συμβούλια(«Ραμπότσιγ Σόγιους»). Τα σωματεία αυτά δεν επιδιώκουν, όμως μόνο τους κλασικούς σκοπούς των συνδικάτων, όπως αύξηση των ημερομισθίων, κοινωνική προστασία των απασχολουμένων η συνδιαχείριση των επιχειρήσεων. Κατά την ιδιαίτερα κρίσημη φάση της μεταβίβασης των ρώσικων κρατικών επιχειρήσεων στα χέρια των ιδιωτών, οι απαιτήσεις των Εργατικών Συμβουλίων έχουν, εκτός αυτών, σαφή πολιτικό χαρακτήρα. Σκοπεύουν στη συνεργασία τους κατά την επεξεργασία των νόμων, τους οποίους θα προτείνει μελλοντικά η κυβέρνηση στο κοινοβούλιο. Βασικά, η απαίτηση αυτη οδηγεί σε νέο είδος δικτατορίας του προλεταριάτου, σε καπιταλιστικές συνθήκες.

Οπως ο Γκορμπατσώφ έτσι και ο Γιέλτσιν διέπραξε, ως πρόεδρος, τραγικά πολιτικά σφάλματα. Δεν ήταν δυνατό να γίνει διαφορετικά, αφού και οι δυο πολιτικοί προέρχονται από ένα ολοκληρωτικό καθεστώς, το οποίο υπηρέτησαν επί τρεις δεκαετίες, πιστοί στην κομμουνιστική ιδεολογία του και στο σοβιετικό σύστημα κυριαρχίας. Δεν είναι τυχαίο ότι και οι δύο τέως κομμουνιστές πολιτικοί έριξαν ολόκληρο το πολιτικό τους βάρος μόνο σε έναν τομέα. Ο Γκορμπατσώφ αφιερώθηκε εντελώς στις πολιτικές μεταρρυθμίσεις της ΕΣΣΔ, στον τομέα αυτόν επέφερε πολλές αλλαγές. Θετικά αποτελέσματα είχε προπαντώς στην εξωτερική πολιτική, σχετικά αναφέρονται: το τέλος της κατοχής του Αφγανιστάν, η συγκαταβατική του πολιτική έναντι των τέως αδελφών σοσιαλιστικών κρατών της Ανατολικής Ευρώπης και ο παγκόσμιος αφοπλισμός. Αντιθέτως ο Γκορμπατσώφ παραμέλησε τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις. Λόγω του στρατηγικού αυτού λάθους απέτυχε ο τελευταίος Γενικός Γραμματέας του ΚΚΣΕ και της ΕΣΣΔ. Το 1991-1992 ο Γιέλτσιν επεδίωξε να αποφύγει τα λάθη του προκατόχου του. Αντί για κενούς λόγους και ρητορικές υποσχέσεις για ένα καλύτερο οικονομικό μέλλον προσπάθησε να προσφέρει αμέσως έργο – πολύ γρήγορα όπως αποδείχθηκε – με τη βοήθεια προεδρικών διαταγμάτων. Με ένα ριζοσπαστικό πρόγραμμα φιλευθεροποίησης ο ρώσος Πρόεδρος προσπάθησε να μεταβάλλει τη διαλυμένη σοσιαλιστική οικονομία γρήγορα σε σύγχρονη οικονομία της αγοράς. Αλλά η απότομη αυτή στροφή.δεν προώθησε τη χώρα ούτε οικονομικά ούτε κοινωνικά – τουλάχιστο προς το παρόν. Η Ρωσία βυθίστηκε βαθύτερα στην κρίση. Φυσική συνέπεια ήταν η μεγάλη πτώση της δημοτικότητας του Γιέλτσιν και της εμπιστοσύνης του λαού στην πολιτική ηγεσία της χώρας.

Οπως ο Γκορμπατσώφ – στην τελευταία φάση της περεστρόϊκα – βρισκόταν υπό την πίεση των συντηρητικών, έτσι και ο Γιέλτσιν είναι σήμερα υποχρεωμένος να προβαίνει σε υποχωρήσεις απέναντι στους ίδιους. Ο Γιέλτσιν αντιλήφθηκε ότι οι συντηρητικές αντιδράσεις κατά των ριζοσπαστικών μεταρρυθμίσεων είναι μεγάλες και σχεδόν ανυπέρβλητες, και με σημαντικές συνέπειες για την πολιτική του. Το γεγονός ότι από τον Γιέλτσιν ψηφίστηκε νόμος έκτακτης ανάγκης, με τον οποίο η πολιτική ηγεσία είναι σε θέση να αντιμετωπίσει αυταρχικά τις κρίσεις, καθιστά σαφές πόσο λίγο εμπιστεύεται σήμερα ο ρώσος Πρόεδρος τις δημοκρατικές δυνάμεις. Προφανώς εμπιστεύεται τους συντηρητικούς η επιδίδεται μαζί τους, όπως και ο Γκορμπατσώφ, σε ένα επικίνδυνο ανταγωνισμό για την εξουσία. Αμέσως μετά την ίδρυση της ΚΑΚ, ο Γιέλτσιν αφιερώθηκε στις οικονομικές μεταρρυθμίσεις. Του διέφυγε, όμως, ότι βαθιές οικονομικές βελτιώσεις επιτυγχάνονται μόνο στη βάση θεσμικών μεταρρυθμίσεων και πολιτικής σταθερότητας. Η υποτίμηση της πολιτικής διάστασης των προβλημάτων αποτέλεσε το μεγάλο σφάλμα του Γιέλτσιν. Μετά το πραξικόπημα του Αυγούστου και την ίδρυση της ΚΑΚ θα έπρεπε μάλλον να προκηρύξει εκλογές, για την εκλογή ενός κοινοβουλίου με ανταγωνιστικά κόμματα. Η πολιτική αυτή απόφαση θα γινόταν τότε αποδεκτή από όλες τις κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις. Η πολιτική δικαιολογία της απόφασης αυτής ήταν προφανής. Οι νέες διακρατικές ρυθμίσεις μεταξύ των μελών της ΚΑΚ ήταν δυνατόν να διαπραγματευθούν μόνο παράλληλα προς τη διαμόρφωση δημοκρατικών, κοινωνικών και πολιτειακών θεσμών σε αυτά – και στη Ρωσία. Συνεπεία της ανυπαρξίας ενός ελεύθερα εκλεγμένου ρωσικού κοινοβουλίου, ο Γιέλτσιν υποχρεώθηκε κατά τη διάρκεια του 1992-93 να αναλώνεται σε κάθε μεταρρυθμιστικό βήμα με ένα αντιδραστικό κοινοβούλιο, το οποίο είχε εκλεγεί επί κομμουνιστικού καθεστώτος, κυρίως με προκαθορισμένο το αποτέλεσμα των εκλογών.

Μόνο ως παράδοξη συνέπεια της αλλαγής των δομών, μπορούμε να κατανοήσουμε το γεγονός ότι κανείς δεν συνέβαλε περισσότερο από τον Γιέλτσιν, όταν ήταν Πρόεδρος του Ανωτάτου Σοβιέτ της ΡΣΟΣΔ, να γίνει το κοινοβούλιο – του οποίου η πολιτική δύναμη κατά την περίοδο της μονοκρατορίας του Πολιτικού Γραφείου (Πολίτμπυρο) ηταν ασημαντη – όργανο με ουσιαστική εξουσία. Ο Γιέλτσιν δημιούργησε τους θεσμούς των αντιπροσώπων του Προέδρου του Ανωτάτου Σοβιέτ. Κανείς άλλος εκτός από τον ίδιο τον Γιέλτσιν δεν τους έδωσε την εντολή να επεμβαίνουν όχι μόνο στην πολιτική και κοινωνική ζωή, αλλά και στην οικονομία της χώρας. Αυτό δε το κοινοβούλιο, το οποίο ο Γιέλτσιν κατέστησε από το 1990 ισχυρό απέναντι στο κομμουνιστικό κόμμα και των ελεγχόμενων απ’ αυτό δομών της εξουσίας, τηρεί σήμερα μια ριζοσπαστική γραμμή σύγκρουσης με τον Πρόεδρο της Ρωσίας. Προκειμένου ο Γιέλτσιν να εξυπηρετήσει πολιτικές σκοπιμότητες εσωτερικής εξισορρόπησης δυνάμεων σε σχέση κυρίως με το παλαιό καθεστώς, αναβάθμισε το ρόλο του κοινοβουλίου θεωρώντας το ως ασφαλιστική δικλείδα της εξουσίας. Ετσι το κοινοβούλιο «εισέβαλε» σιωπηρά στο χώρο των θεσμών της εκτελεστικής εξουσίας. Τότε, κατά την εποχή του ανταγωνισμού με τα κομμουνιστικά κέντρα δύναμης για την εξουσία στη Ρωσία, ο Γιέλτσιν θεώρησε αναγκαίο να καταστήσει ισχυρή τη νομοθετική εξουσία έναντι της εκτελεστικής. Ετσι το μεν Ανώτατο Σοβιέτ εξελίχθηκε, σήμερα, στο ανώτατο όργανο της εξουσίας στη Ρωσία, ο δε Πρόεδρός του στον ουσιαστικό αρχηγό του κράτους.

Μετά την εισαγωγή του θεσμού του Προέδρου θα έπρεπε να αναθεωρηθεί αναλόγως το σύνταγμα. Οι αρμοδιότητες του κοινοβουλίου έπρεπε να καθοριστούν επακριβώς και να διαχωριστούν από τις εξουσίες του Προέδρου. Το γεγονός ότι δεν έγινε η συνταγματική αυτή μεταρρύθμιση, αποδείχθηκε, εκ των υστέρων, μέγα πολιτικό σφάλμα. Ετσι δημιουργήθηκε ένα νομικό κενό, το οποίο οδήγησε σε διενέξεις μεταξύ της νομοθετικής και της εκτελεστικής εξουσίας της Ρωσία. Η αυξανόμενη δυσαρέσκεια της μεγάλης πλειοψηφίας του πληθυσμού, λόγω των ριζοσπαστικών οικονομικών μεταρρυθμίσεων, κατέστησε στον Γιέλτσιν πολύ γρήγορα σαφές ότι και σε ένα νέο κοινοβούλιο – ακόμη και αν είχε εκλεγεί με ελεύθερες εκλογές – ο αριθμός των οπαδών των ριζοσπαστικών οικονομικών μεταρρυθμίσεων μεταξύ των βουλευτών δε θα ήταν μεγαλύτερος από ό,τι ήταν στο παλιό κοινοβούλιο. Με τους νεοκομμουνιστές και τους συντηρητικούς στους μηχανισμούς διοίκησης των ενόπλων δυνάμεων, της KGB και της οικονομίας, δεν έχει και ο Πρόεδρος, προς το παρόν, κανένα συμφέρον να επιδιώξει την αλλαγή των πραγμάτων με εκλογές. Οπως ειπώθηκε ήδη, το παλιό κοινοβούλιο της Ρωσίας αποτελεί τροχοπέδη των φιλελευθέρων οικονομικών μεταρρυθμίσεων. Πρέπει όμως να ληφθεί υπόψη ότι το σημερινό κοινοβούλιο της Ρωσίας δεν αποτελείται μόνο από τέως κομμουνιστές, όπως θέλει να πιστεύει ο τύπος της Δύσης. Υπάρχουν και πολλοί δημοκρατικοί, κεντρώοι και πραγματιστές βουλευτές, οι οποίοι υποστηρίζουν τις μετριπαθείς μεταρρυθμίσεις. Στο ρωσικό κοινοβούλιο συντελέστηκε κατά την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1994 σε πολλά επίπεδα, μια διαδικασία ανασύνταξης των πολιτικών του. δυνάμεων. Κατόπιν τούτου, τα μέλη του Ανώτατου Σοβιέτ έχουν συγκροτηθεί σε τρεις, μάλλον, σταθερές κοινοβουλευτικές ομάδες. Οι ομάδες αυτές είναι:

  1. Η ομάδα της συντηρητικής «Ρωσικής Ενότητας», στην οποία ανήκουν 310 βουλευτές,
  2. Ο συνασπισμός των μεταρρυθμιστών, που αποτελείται από 300 μέλη και στηρίζει την κυβέρνηση, και
  3. Ο συνασπισμός των κεντρώων, τα μέλη του οποίου ανέρχονται σε 154.

Το γεγονός ότι το παλαιό Ανώτατο Σοβιέτ της Ρωσίας δεν αποτελείται μόνο από κομμουνιστές, συνάγεται και από το ακόλουθο γεγονός: Στις 5 Απριλίου 1994 ο Μπόρις Γιέλτσιν μίλησε σε συγκέντρωση πολιτών για να προωθήσει την πρωτοβουλία ίδρυσης ενός συνασπισμού δημοκρατικών δυνάμεων, οι οποίες θα υποστήριζαν τις μελλοντικές μεταρρυθμίσεις. Η ιδρυτική συνεδρίαση του συνασπισμού αυτού πραγματοποιήθηκε ήδη στις 2 Ιουνίου 1994 στη Μόσχα. Ο νέος συνασπισμός έθεσε ως σκοπό του να υποστηρίξει μελλοντικά στο κοινοβούλιο το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα και τα ηγετικά στελέχη της κυβέρνησης. Ο συνασπισμός αυτός αποτελείται, κυρίως, από τις κοινοβουλευτικές ομάδες «Δημοκρατική Ρωσία» και «Ριζοσπαστικοί Δημοκράτες», δεν έχει όμως ευρεία απήχηση στο λαό. Χωρίς την πολιτική υποστήριξη του πληθυσμού των πόλεων και των αγροτικών περιοχών είναι όμως, για οποιαδήποτε κυβέρνηση πολύ δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να ασκήσει με επιτυχία πολιτική μεταρρύθμιση των υφιστάμενων δομών. Εν τω μεταξύ, ο Γιέλτσιν αντιλήφθηκε ότι η δημοκρατική βάση της κυβέρνησης του είναι πολύ μικρή για να ασκήσει μια μεταρρυθμιστική πολιτική, ικανή να αλλάξει το μέλλον της χώρας. Αυτό κατέστη σαφές από τις συγκρούσεις κατά τη διάρκεια της 5ης συνόδου του Κογκρέσσου των Αντιπροσώπων του Λαού (Απρίλιος 1994), η οποία απέρριψε την αναθεώρηση του συντάγματος και περιέκοψε βασικά μεταρρυθμιστικά προγράμματα, όπως π.χ. την ιδιωτικοποίηση. Μετά από πολλούς μήνες έγινε αντιληπτό ότι το «σιωπηρό πραξικόπημα του Μπόρις Γιέλτσιν», το οποίο προετοίμασε στα μέσα του 1992 με τη βοήθεια του Συμβουλίου Ασφαλείας, οφείλετο και στην συνεργασία που προήλθε από τη σκληρή αντιπολίτευση κατά τη διάρκεια της 5ης συνόδου του Κογκρέσσου των Αντιπροσώπων του Λαού. Ο Γιέλτσιν χρειαζόταν μόνο τον απαιτούμενο χρόνο για να δημιουργήσει μια εναλλακτική βάση της δύναμης του. Ο ρώσος Πρόεδρος εγκατέλειψε έτσι ένα «δημοκρατικό πλοίο», το οποίο δεν ήταν δυνατό να μεταφέρει το μεγάλο βάρος των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων.

ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑ ΓΙΕΛΤΣΙΝ – ΡΙΖΙΚΕΣ ΑΛΛΑΓΕΣ

Ετσι στη διένεξη μεταξύ του μάλλον συντηρητικού κοινοβουλίου και της προοδευτικής κυβέρνησης Γκαϊντάρ, ο Γιέλτσιν δεν πήρε το μέρος κανενός. Περισσότερο προτίμησε να συνταχθεί με μια τρίτη συντηρητική δύναμη, η οποία καθίσταται διαρκώς και ισχυρότερη στο περιθώριο του ρωσικού συστήματος εξουσίας. Κατά την υποχώρηση του αυτή από το δημοκρατικό στρατόπεδο, θέσπισε, με νόμο κατάστασης ανάγκης, νέα αυταρχικά κέντρα εξουσίας. Κατόπιν τούτων η κυβέρνηση Γκαϊντάρ μπορούσε να παραιτηθεί και να διαλυθεί το Κογκρέσσο των Αντιπροσώπων του Λαού, όπως είχε υποσχεθεί ο Γιέλτσιν. Τι υπάρχει πίσω από το νέο Συμβούλιο Ασφαλείας, το οποίο προξένησε κατάπληξη σε όλους τους πολιτικούς παρατηρητές στην Ανατολή και Δύση;

Στις 7 Ιουλίου ο Μπόρις Γιέλτσιν υπέγραψε ένα διάταγμα περί του «Τρόπου εκτέλεσης των αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας της Ρωσικής Ομοσπονδίας». Ο ρωσικός Τύπος διαπίστωσε αμέσως ότι στο νέο αυτό Συμβούλιο Ασφαλείας έχουν παραχωρηθεί τόσες εξουσίες, ώστε το θέτουν υπεράνω της κυβέρνησης. Πράγματι, οι αποφάσεις του μπορούν να λαμβάνονται σε κλειστές συνεδριάσεις και είναι δυνατόν να εκδωθούν διατάγματα και να αποκτήσουν έτσι ισχύ νόμου, χωρίς κοινοβουλευτικό έλεγχο και συναίνεση. Ο ρώσος σύμβουλος του Προέδρου, Σεργκέι Σαχράι, άσκησε οξεία κριτική κατά της συγκέντρωσης της εξουσίας στο Συμβούλιο Ασφαλείας, που ίδρυσε ο Γιέλτσιν στις αρχές Ιουλίου 1992: «αν οι συνωμότες του Αυγούστου διέθεταν ένα όργανο του είδους αυτού, δε θα ήσαν αναγκασμένοι να καταφύγουν σε αντισυνταγματικές μεθόδους». Πρέπει να θυμηθούμε ότι αρχικά το Συμβούλιο Ασφαλείας είχε θεσπιστεί αποκλειστικά και μόνο ως συμβουλευτικό όργανο του προέδρου. Ο νόμος της Ρωσικής Ομοσπονδίας περί «Ασφαλείας», τον οποίο υπέγραψε ο Γιέλτσιν στις 4 Μαρτίου 1992, περιόριζε την αρμοδιότητα αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας σε επτά σημεία, των οποίων η διατύπωση δεν ήταν και απόλυτα σαφής. Ετσι, το Συμβούλιο Ασφαλείας, μεταξύ των άλλων ασαφών αρμοδιοτήτων του, είχε το δικαίωμα να «καθορίζει συμφέροντα», να «επεξεργάζεται τις βασικές κατευθύνεις», «να υποβάλλει προτάσεις» κ.λ.π. Με το διάταγμα περί του Συμβουλίου Ασφαλείας του Ιουλίου, ο Γιέλτσιν επέβαλε αθόρυβα μεν αλλά ουσιαστικά την επέκταση των αρμοδιοτήτων τον νέου οργάνου. Στο Συμβούλιο Ασφαλείας εναπόκειται πλέον να «συντάσσει την ετήσια έκθεση του Προέδρου της Ρωσικής Ομοσπονδίας ως το καθοριστικό πρόγραμμα για τα εκτελεστικά όργανα».

Η ρύθμιση αυτή μας θυμίζει παλιούς καιρούς, όταν οι λόγοι του Γενικού Γραμματέα του ΚΚΣΕ και οι αποφάσεις του Πολιτικού Γραφείου αποτελούσαν καθοριστικό πρόγραμμα τόσο για τη νομοθετική όσο και για την εκτελεστική εξουσία. Ο Μπόρις Γιέλτσιν φάνηκε πολιτικά ευχαριστημένος από τη νέα ρύθμιση. Ως πρόεδρος της κυβέρνησης απέκτησε ένα νεό συμβουλευτικό όργανο, αποτελούμενο από ικανούς υπάλληλους, οι οποίοι δεν έχουν βεβαίως την αρμοδιότητα να λαμβάνουν αποφάσεις, αλλά οπωσδήποτε έχουν τη δυνατότητα να ασκούν επίδραση. Στο όργανο αυτό ανήκουν, εκτός από τον αντιπρόεδρο ο πρωθυπουργός, ο υπουργός Άμυνας,ο αρχηγός της Ασφάλειας και ο διευθυντής των Εξοπλισμών. Εκτοτε ένας πολύ στενός κύκλος υπαλλήλων είχε τη δυνατότητα να αποφασίζει κεκλεισμένων των θυρών – περί όλων των θεμάτων, τα οποία είχαν σχέση με την «ασφάλεια» της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Ο όρος αυτός είναι δυνατόν να συμπεριλαμβάνει πολιτικά τα πάντα και είναι νομικά ασαφής διότι, τελικά, όλα συνδέονται με την εθνική ασφάλεια. Τα πέντε μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας έχουν όμοιες αρμοδιότητες, όπως το Πολιτικό Γραφείο και ο στενός ηγετικός κύκλος της παλιάς Σοβιετικής Ενωσης.

Στη νέα διάρθρωση της εξουσίας ο Γιέλτσιν παρέμεινε ο ισχυρότερος όλων, ακριβώς όπως ο γενικός γραμματέας του ΚΚΣΕ, του οποίου οι αποφάσεις ήταν υπεράνω όλων. Το Συμβούλιο Ασφαλείας μπορεί μεν να λαμβάνει με απλή πλειοψηφία αποφάσεις, αλλά κανείς δεν είναι σε θέση να υποχρεώσει τον Πρόεδρο να μετατρέψει τις αποφάσεις αυτές σε νομοθετικά διατάγματα, αν αυτός μειοψηφίσει. Με τον τρόπο αυτόν ο Γιέλτσιν, ουσιαστικά, κατέφυγε στα παλιά πρότυπα εξουσίας και διοίκησης, τα οποία γνώριζε πολύ καλά από την προηγούμενη θητεία του στα όργανα εξουσίας του ΚΚΣΕ.

Με το διάταγμα του Ιουλίου ο Πρόεδρος, δημιούργησε ένα νέο κέντρο εκτελεστικής εξουσίας στη Μόσχα, επιβεβαιώνοντας έτσι εμμέσως την αποτελεσματικότητα της τωρινής κυβέρνησης. Με μια μονοκονδυλιά, ο Γιέλτσιν ένωσε τη νομοθετική και την εκτελεστική εξουσία υπό μία σκέπη και δημιούργησε έτσι ένα είδος επιτροπής εκτάκτου ανάγκης. «Η μοναδική διαφορά μεταξύ της παλαιάς και νέας επιτροπής εκτάκτου ανάγκης έγκειται στο ότι η πρώτη ήθελε να απολύσει τον Πρόεδρο της ΕΣΣΔ, ενώ η δεύτερη οικειοποιείται την εξουσία φαινομενικά νομίμως, με τη συμμετοχή του ρώσου Προέδρου και υπό την κάλυψη του ίδιου. Το συνταγματικό όργανο με αντισυνταγματικά δικαιώματα κατέκτησε, χωρίς άρματα την εξουσία» , έτσι σχολίασε η αγγλόφωνη εφημερίδα Τα Νέα της Μόσχας την κατάσταση στις 2 Σεπτεμβρίου 1992.

Η στροφή του Προέδρου προς το Συμβούλιο Ασφαλείας δε χαρακτηρίζει μόνο την κρίση του συστήματος και της κυβέρνησης. Ο Γιέλτσιν πασχίζει τον τελευταίο χρόνο να εγκαθιδρύσει νέα στηρίγματα πολιτικής εξουσίας και νομιμοποίησης. Στην αρχή έχασε την πολιτική του στήριξη στο κοινοβούλιο, κατόπιν παραιτήθηκε και από τη θέση του προέδρου της κυβέρνησης. Εκτός αυτών η μεγάλη του δημοτικότητα κινδυνεύει να εξασθενίσει εξαιτίας του δημιουργούμενου πολιτικού κενού. Ο Πρόεδρος διαπίστωσε εγκαίρως την ακόλουθη αλληλοεξάρτηση της εξουσίας: Αν συνεχίσει να παραμείνει προσηλωμένος στην κυβέρνηση Γκάϊντάρ – η οποία λόγω των ριζοσπαστικών οικονομικών της μέτρων καθίσταται όλο και περισσότερο μισητη στο λαό – θα χάσει το λαϊκό του έρεισμα και τη δημοτικότητά του. Εκτός αυτού θα αυξάνεται συνεχώς ο αριθμός των αντιπάλων του στα κέντρα της εξουσίας. Ο Γιέλτσιν αντιλήφθηκε, εγκαίρως, ότι η σωματειακή αλληλεγγύη της παλαιάς κομματικής νομενκλατούρας και του κατεστημένου της πολεμικής βιομηχανίας αποτελούν ασφαλέστερη βάση της εξουσίας του Προέδρου, από τους λίγους εναπομείναντες ριζοσπαστικούς δημοκράτες.

Η πολιτική Γιέλτσιν, σε ό,τι αφορά την εξουσία και τη συνταγματική τάξη, δε γίνεται πάντοτε σωστά αντιληπτή στη Δύση. Η Δύση, η οποία διατηρησε την ευφορία της για τη νίκη της δημοκρατίας κατά τη διάρκεια του πραξικοπήματος, πιστεύει ακόμη στον Γιέλτσιν σαν τον ήρωα του λαού. Ο Γιέλτσιν, έτσι πιστεύεται, θα παραμείνει πιστός στο πρόγραμμα των ριζοσπαστικών και οικονομικών μεταρρυθμίσεων. Ετσι οι δυτικοί παρατηρητές δεν μπορούν να φανταστούν ότι μερικές από τις επιδιώξεις του Γιέλτσιν δε διαπνέονται από την επιθυμία των μεταρρυθμίσεων, αλλά από την επιθυμία του Προέδρου να εξασφαλίσει αποτελεσματικά την εξουσία και στο μέλλον.

Οταν ο Γιέλτσιν παρέδωσε, πριν από τη συνδιάσκεψη κορυφής του Μονάχου, την πρωθυπουργία στον Γιεγκόρ Γκαϊντάρ, σκέφτηκαν πολλοί στη Ρωσία, αλλά και στη Δύση, ότι προτίθεται επιτέλους να παραδώσει ένα μέρος των ηγετικών θέσεων, τις οποίες είχε εξασφαλίσει για τον εαυτό του. Ο Γιέλτσιν φαινόταν να έχει μεγάλη εμπιστοσύνη στον Γιεγκόρ Γκάϊντάρ, ο οποίος για τη Δύση ήταν ο εγγυητής αποφασιστικών οικονομικών μεταρρυθμίσεων. Στην πραγματικότητα, ο Γιέλτσιν διόρισε το νέο του πρωθυπουργό ενσυνείδητα, ως καπετάνιο ενός βυθιζόμενου πλοίου. Εχει εκ των προτέρων αποδεχθεί, τελεσίδικα, την πιθανή παραίτηση της ομάδας Γκαϊντάρ. Ήδη στις αρχές Ιουνίου 1993 ο Γιέλτσιν απέσυρε ένα νομοσχέδιο, σχετικό με τη μεταρρυθμιστική κυβέρνηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας και της αφαίρεσε έτσι την τελευταία δυνατότητα να σταθεροποιηθεί ως μεταρρυθμιστικός παράγοντας. Ο τρόπος συγκρότησης της κυβέρνησης από τον Γιέλτσιν δεν είναι τίποτα περισσότερο παρά μία προσπάθεια της τακτικής του να αφαιρέσει από την ομάδα Γκαϊντάρ τον άμεσο έλεγχο της οικονομίας και να υποβιβάσει την κυβέρνηση σε ένα είδος κρατικής επιτροπής.

Αναδιοργανώνοντας την κυβέρνηση, ο Πρόεδρος ανέβασε τον αριθμό των αντιπροέδρων της σε επτά. Δύο από αυτούς είναι οι πρώτοι αντιπρόεδροι. Τον Ιούνιο του 1993 διορίστηκαν τέσσερις ακόμη αντιπρόεδροι. Αλλά δεν προξενεί κατάπληξη μόνο η μεγάλη αύξηση του αριθμού των αντιπροέδρων της κυβέρνησης. Η όλη δομη του υπουργικού συμβουλίου καθιστά σαφή την αυταρχική τάση του Γιέλτσιν. Βασικά, η αναδόμηση της κυβέρνησης δεν εξέπληξε. Εγινε όμως υποχρεωτική λόγω των πολιτικών αποφάσεων του 5ου Κογκρέσσου των αντιπροσώπων του λαού. Η αναδιοργάνωση της κυβέρνησης δεν άλλαξε μόνο τη δομή, αλλά και τη φιλοσοφία της εκτελεστικής εξουσίας στη Ρωσία. Η κυβέρνηση μεταβλήθηκε σε όργανο με λειτουργίες των επιμέρους υπουργείων, πράγμα το οποίο ήθελε να αποφύγει αρχικά. Ο ανταγωνισμός των εξουσιών στην οικονομία, το κράτος και την κοινωνία αντικατοπτρίζονται στη Ρωσία όλο και περισσότερο στο επίπεδο της κυβέρνησης. Στους κόλπους της υφίσταται τέσσερις τουλάχιστον μεγάλες ανταγωνιστικές ομάδες. Οι τέσσερις αυτές ομάδες προέρχονται από τις ακόλουθες περιοχές και πολιτικά κέντρα εξουσίας:

  1. Στην πρώτη ομάδα ανήκουν οι υπουργοί, με τους οποίους ο Γιέλτσιν άρχισε τη σταδιοδρομία του στο Σβέρδλοφσκ και τον υποστηρίζουν και σήμερα πολιτικά.
  2. Εκτός της ομάδας των «παλαιών του Σβέρδλοφσκ» υπάρχει στην κυβέρνηση και η παλαιά ομάδα της Μόσχας. Αυτη αποτελείται από τους παλαιούς ανταγωνιστές του Γιέλτσιν την εποχή της σταδιοδρομίας του στη Μόσχα.
  3. Στην τρίτη ομάδα ανήκουν πάλι άνθρωποι του Σβέρδλοφσκ, οι οποίοι είχαν υποστηρίζει πολύ τον Γιέλτσιν κατά τη μετέπειτα φάση της σταδιοδρομίας του, δηλ. από τα τέλη της δεκαετίας του ’80 μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’90.
  4. Τέλος, υπάρχει επίσης και μια «νέα» ομάδα της Μόσχας. Ο πυρήνας της ομάδας αυτής είναι ο Γιέγκορ Γκαϊντάρ και οι οπαδοί του των ριζοσπαστικών μέτρων εφαρμογής της οικονομίας της αγοράς.

Οι οικονομικοπολιτικές απόψεις των ομάδων αυτών εκπροσωπούνται από «αρχηγούς», οι οποίοι, εκμεταλλευόμενοι την πολιτική τους δύναμη, εξασφλίζουν θέσεις στα μέλη των ομάδων τους (κομάντα) και εξυπηρετούν την πολιτική τους πελατεία. Οι τελευταίοι διορισμοί υπουργών αποδεικνύουν ότι η πολιτική του Γιέλτσιν βρίσκεται υπό την επίδραση των παλαιών ομάδων του Σβέρδλοφσκ και της Μόσχας. Υπάοχει ο κίνδυνος να εισέλθουν στην κυβέρνηση, η οποία προηγουμένως ηταν ένα επιτελείο μεταρρυθμιστών, πολλοί εκπρόσωποι προερχόμενοι από τον οικονομικό τομέα του παλαιού κομμουνιστικού καθεστώτος. Η νέα ομάδα της Μόσχας περί τον Γκαϊντάρ παραδέχεται πλέον ότι με την οικονομικοπολιτική .της γραμμή, βρίσκεται ήδη σε άμυνα απέναντι στην κοινωνία, στο κοινοβούλιο και σ’ αυτη καθαυτή την κυβέρνηση. Ο τρόπος άσκησης της εξουσίας από τον Πρόεδρο της Ρωσίας καθώς και η νέα δομή της κυβέρνησης, ιδιαίτερα δε ο τρόπος εργασίας του κοινοβουλίου, διατήρησαν μέχρι σήμερα τα χαρακτηριστικά ενός αυταρχικού – διοικητικού πολιτικού συστήματος. Δεν επετεύχθη ούτε σαφής διάκριση μεταξύ νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας ούτε εκδημοκρατισμός του κοινοβουλίου, ούτε εκκοινοβουλευτισμός της κυβέρνησης. Ως εκ τούτου, μεταξύ ρώσων ειδικών και πολιτικών επιστημόνων δημιουργείται η εντύπωση ότι η Ρωσία συνεχίζει να κυβερνάται κατά τον παλαιό τρόπο. Την ίδια γνώμη έχει σήμερα και η πλειοψηφία του ρωσικού λαού.

Τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης ως Όργανα Πολιτικής Δύναμης

Οι ανοικτές και συγκεκαλυμμένες διενέξεις για τη διανομή της εξουσίας δεν περιορίστηκαν μόνο στην κυβέρνηση, το κοινοβούλιο και τους παλαιούς μηχανισμούς. Διεξάγονται και στα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Από το Σεπτέμβριο του 1990, αφού δημοσιεύτηκε ο νέος νόμος περί τύπου, δεν υπάρχουν πλέον θέματα τα οποία δε συζητούνται. Αντίθετα, τα προβλήματα της Προεδρίας, της μυστικής υπηρεσίας, της οικονομίας, των εθνικοτήτων, της οικολογίας η της νεολαίας αποτελούν αντικείμενα δημοσιογραφικής έρευνας. Με την κατάργηση της λογοκρισίας δημιουργήθηκε η απαραίτητη προϋπόθεση για μια ανεξάρτητη δημοσιογραφία. Αλλά η ισχυρή πόλωση της ρωσικής πολιτικής μεταφέρθηκε πολύ γρήγορα στη γραμμή των ανεξάρτητων μέσων ενημέρωσης. ΓΓ αυτόν τον λόγο τα όργανα του τύπου χωρίζονται σήμερα αφ’ ενός μεν σε οπαδούς των ριζοσπαστικών μεταρρυθμίσεων, αφ’ ετέρου δε σε θιασώτες του παλαιού καθεστώτος. Κομματικά ανεξάρτητες εφημερίδες, όπως στή Δύση, δεν υπάρχουν σχεδόν καθόλου. Οι εξαιρέσεις είναι οι εβδομαδιαίες εφημερίδες Στοιχεία και Γεγονοτα καθώς και η αγγλόφωνη Τα Νέα της Μόσχας, η οποία συνεργάζεται με το γερμανικό συγκρότημα Γκρούνερ και Γιαρ. Για όλες τις άλλες εφημερίδες ισχύει ο κανόνας: «ή με τη μία ή με την άλλη πλευρά». Οι οπαδοί των δημοκρατικών μεταρρυθμίσεων και της φιλελεύθερης οικονομίας της αγοράς επαινούν τον Γιέλτσιν και την κυβέρνηση Γκαϊντάρ, ενώ συγχρόνως ασκούν ανηλεή κριτική κατά των συντηρητικών, τους οποίους προσπαθούν να γελοιοποιήσουν. Η άλλη πλευρά ανταποδίδει δημοσιογραφικώς τα ίσια, με άλλα επιχείρηματα. Ο ρώσος μέσος αναγνώστης βρίσκεται μάλλον σε αμηχανία, μπροστά σ’ αυτόν τον «ωκεανό των πληροφοριών».Είναι ανασφαλής και διερωτάται ποιος έχει πολιτικά δίκιο και ποια εφημερίδα να πιστέψει.

Ο Νέος Οικονομικός Ελεγχος

Στη Ρωσία δεν ασκείται σήμερα κανένας πολιτικός έλεγχος. Αντ’ αυτού υπάρχει όμως ένα αυστηρό σύστημα ελέγχου της διανομής των υπαρχόντων προϊόντων. Ο τύπος ελέγχεται στην πράξη σχεδόν τελείως από τις δυνάμεις που χρηματοδοτούν τις εφημερίδες και τις εφοδιάζουν με τις αναγκαίες εγκαταστάσεις. Αυτή είναι μια πολύ επικίνδυνη εξέλιξη στον τύπο, διότι η οικονομία της ένδειας δημιουργεί νέες εξαρτήσεις. Ο νόμος περί τύπου, του Σεπτεμβρίου 1990, έλυσε μόνο τα προβλήματα της πολιτικής λογοκρισίας. Η νομική δυνατότητα δημιουργίας μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων στην ΕΣΣΔ έδωσε στους δημοσιογράφους τη δυνατότητα να γίνουν ανεξάρτητοι. Υπό το σοβιετικό καθεστώς δε διαγραφόταν όμως ακόμα η ιδιωτικοποίηση της κρατικής εξουσίας. Με τη ριζοσπαστική αλλαγή της οικονομικής ζωής το 1991-1992, δημιουργήθηκαν τεράστια προβλήματα στο χώρο των μέσων ενημέρωσης. Το βασικό ερώτημα ηταν: πώς έπρεπε να ρυθμιστεί μελλοντικά η ύπαρξη των τέως κρατικών εφημερίδων και της ραδιοφωνίας;

Η διένεξη για την κράτικη τηλεόραση «Οστανκίνο» και την τέως εφημερίδα του Ανωτάτου Σοβιέτ Ισβέστια, η οποία μετά το πραξικόπημα του Αυγούστου δήλωσε την ανεξαρτησία της, οξύνθηκε το 1992 στο επίπεδο του Ανωτάτου Σοβιέτ και της κυβέρνησης και έλαβε διαστάσεις σύγκρουσης για τη βασική γραμμή της μελλοντικής πολιτικής απέναντι στα μέσα ενημέρωσης. Ή διένεξη αυτή συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Προφανώς το Συνταγματικό Δικαστήριο θα ασχοληθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα ακόμη με το κατηγορητήριο της Ισβέστια κατά του κοινοβουλίου. Ο νόμος περί τύπου του 1990 δεν κατάργησε μόνο την πολιτική λογοκρισία, αλλά επέτρεψε και την έκδοση ιδιωτικών δημοσιογραφικών οργάνων. Αμέσως μετά, μεταξύ του φθινοπώρου του 1990 και του φθινοπώρου του 1991, κυκλοφόρησαν πολλές χιλιάδες νέα δημοσιογραφικά όργανα. Η Ανοιξη της μετακομμουνιστικής, ανεξάρτητης δημοσιογραφίας, η οποία δημιουργήθηκε προ παντός στις μεγάλες πόλεις, δεν κράτησε όμως για πολύ. Αυτή τη φορά η απειλή δεν προήλθε από την πολιτική, αλλά από την αγορά, μέσω της διανομής των εν ανεπαρκεία αγαθών. Η οικονομική πολιτική, προ παντός η απελευθέρωση των τιμών, αλλά και οι νέες φορολογικές ρυθμίσεις έβαλαν φρένο στην εξέλιξη του νέου, ανεξάρτητου τύπου. Λόγω των διαρκώς αυξανόμενων τιμών του δημοσιογραφικού χάρτου, των μηχανημάτων τυπογραφίας και των ενοικίων χρεωκόπησαν εκατοντάδες νέων εφημερίδων και περιοδικών. Ο φτωχός δημοσιογράφος, χωρίς πολιτικές διασυνδέσεις, ο οποίος έγινε εκδότης, δεν ηταν δυνατό να λάβει αναπτυξιακό δάνειο από μια τράπεζα.

Οπως και ο Γκορμπάτσώφ, έτσι και ο Γιέλτσιν αντιλήφθηκε εγκαίρως πόσο απαραίτητα είναι τα μέσα ενημέρωσης, ώστε να καταστούν συνείδηση του λαού η πολιτική και οι μεταρρυθμίσεις. Αλλά και στο χώρο των μέσων ενημέρωσης τα πράγματα δεν εξελίσσονται προς όφελος του Προέδρου. Λόγω της αυταρχικής του στάσης έναντι των δημοσιογράφων έβλαψε, τον τελευταίο καιρό, την πολιτική του φήμη. Σήμερα διεξάγεται στη Ρωσία έντονη συζητηση πάνω στο ερώτημα, αν ο Γιέλτσιν και η ρωσική κυβέρνηση επιδιώκουν να «εξαγοράσουν» τον τύπο. Μέσω της δημοσιονομικής πολιτικής και της εφαρμογής του προϋπολογισμού αυτό δε θα ήταν δύσκολο. Οι υποχρεώσεις πληρωμών μεταξύ του γενικού προϋπολογισμού και των προϋπολογισμών των δήμων είναι παράδοξα κατανεμημένες. Ο τύπος λαμβάνει από το γενικό προϋπολογισμό του κράτους 10,44 δισ. ρούβλια και μόνο 1,88 δισ. ρούβλια από τους προϋπολογισμούς των δήμων. Οι κρατικές επιχορηγήσεις καταβάλλονται κυρίως σε εφημερίδες, οι οποίες κυκλοφορούν σε ολόκληρη την επικράτεια και ασκούν μεγάλη επίδραση στον ανταγωνισμό για την εξουσία.

ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΗΣ ΡΩΣΙΑΣ – ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΚΑΙ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΕΥΡΩΠΗ – ΝΕΑ ΤΑΞΗ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ

Λίγοι μόνο ειδικοί τολμούν, κατόπιν των εξελίξεων των τελευταίων ετών, να προβούν σε προβλέψεις για το μέλλον της Ρωσίας. Ποιος, πράγματι, ήταν δυνατό να προβλέψει την ταχεία πτώση μιας υπερδύναμης, η οποία προ ολίγου ακόμη ανταγωνίζονταν τις ΗΠΑ; Η Ρωσία είναι μια χώρα γεμάτη αινίγματα για τους ιστορικούς και πολιτικούς επιστήμονες, επειδή παρουσιάζει μια ισχυρή νομοτέλεια στην ιστορική της εξέλιξη. Ταυτόχρονα η Ρωσία είναι γεμάτη αντιθέσεις, ακριβώς όπως και ο ίδιος ο ρωσικός λαός, λόγω της νοοτροπίας του και των διαφορών μεταξύ του πνεύματος και της ψυχής του. Στον ορίζοντα διαγράφονται διαφορετικές προοπτικές των μελλοντικών εξελίξεων στη Ρωσία και την Ανατολική Ευρώπη.

Οι πιθανότερες των εξελίξεων αυτών είναι οι ακόλουθες τρεις:

  1. Η αισιόδοξη δυνατότητα είναι να αντέξει η κυβέρνηση στην κοινωνική πίεση, ικανοποιώντας τις σημαντικότερες απαιτήσεις του λαού, π.χ. για την αύξηση των μισθών και ημερομισθίων και τη βελτίωση του δικτύου των κοινωνικών ασφαλίσεων. Με τον τρόπο αυτόν ίσως να πετύχουν, ο Πρόεδρος και η κυβέρνηση, να κερδίσουν και πάλι το λαό, για τους εαυτούς τους και για μια νέα οικονομική πολιτική. Αλλά στην περίπτωση αυτή η πολιτκή ηγεσία θα πρέπει να ασκήσει πολιτική κοινωνικής εξασφάλισης των οικονομικών μεταρρυθμίσεων, τις οποίες όμως πρέπει να αντιληφθεί όχι ως αυτοσκοπό, αλλά ως μέσον αύξησης της οικονομικής ανάπτυξης και της ανύψωσης του βιοτικού επιπέδου του λαού.
  2. Η απαισιόδοξη εξελικτική δυντότητα περιλαμβάνει ισχυρές κοινωνικές συγκρούσεις, μεγάλα απεργιακά κινήματα και κοινωνικές ταραχές. Η εξέλιξη αυτή θα είχε, μάλλον, ως συνέπεια την αυταρχική οπισθοδρόμηση των δομών της κυβέρνησης, με τη βοήθεια του νεοϊδρυθέντος Συμβουλίου Ασφαλείας. Κάτω από αυτές τις συνθήκες δεν αποκλείεται μάλιστα να κηρυχθούν ορισμένες περιοχές σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, με σκοπό την αποκατάσταση της «ησυχίας και της τάξης». Είναι πιθανόν, ότι τα μέτρα αυτά θα είναι χρονικά περιορισμένα.
  3. Η πλέον πιθανή εξελικτική δυνατότητα της Ρωσίας είναι όμως, ότι η κυβέρνηση δε θα επιτύχει να καλύψει τα κρατικά ελλείμματα. Πιθανόν είναι ότι ο καλπάζων πληθωρισμός δε θα μειωθεί μέχρι τέλους του 1995.

Αν όμως η σημερινή κυβέρνηση πετύχει να καταστήσει το ρούβλι ανταλλάξιμο και να ψηφιστούν από το κοινοβούλιο οι απαιτούμενοι νόμοι για την ιδιωτικοποίηση της οικονομίας – απαραίτητοι για τη βελτίωση των εμπορικών και οικονομικών σχέσεων με τη Δύση – τότε η Ρωσία θα είναι σε θέση, με τη βοήθεια της Δύσης, να βελτίωσει την οικονομική της κατάσταση μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα.

Ρωσική Αυτάρκεια

Την ιδέα αυτη υποστηρίζει μια άλλη, μεγάλη ομάδα οικονομικών μεταρρυθμιστών στη Ρωσία, η οποία θα ηταν δυνατόν να εμφανιστεί ως διάδοχος των ριζοσπαστών γύρω από τον Γκαϊντάρ. Μια νέα ομάδα θα πρέπει όμως να παρουσιάσει ένα εντελώς διαφορετικά πρόγραμμα αναδόμησης και χρηματοδότησης της ρωσικής οικονομίας. Μια νέα ομάδα μεταρρυθμιστών δε θα υπολόγιζε όμως τόσο πολύ στη βοήθεια της Δύσης όσο υπολογίζουν σήμερα ο Γιέλτσιν και η κυβέρνηση του. Αντίθετα, θα προσπαθήσουν να βασιστούν κυρίως στις πλουτοπαραγωγικές πηγές και στο δυναμικό της οικονομίας της Χώρας. Ο δρόμος της Ινδίας προς μια σύγχρονη αυτάρκεια θα ήταν στην περίπτωση αυτή καλύτερο πρότυπο για τη Ρωσία από εκείνο της πρώην Ανατ. Γερμανίας, στην οποία επιδιώκεται η μεταβολή μέσω της μεταφοράς τεράστιων ποσών από έξω. Ο αριθμός των οπαδών μιας τέτοιας πολιτικής αυξάνεται τελευταία και οι πιθανότητές τους σε περίπτωση αλλαγής της κυβέρνησης είναι καλές.

Σχέσεις Ρωσίας με Ανατολική – Κεντρική Ευρώπη

Η ανάπτυξη των οικονομικών σχέσεων της πρώην Σοβιετικής Ενωσης με τις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης είναι μεγάλη. Πολύ μεγαλύτερη είναι η οικονομική εξάρτηση των δεύτερων από την πρώτη, γεγονός που οφείλεται στη διάρθρωση της παραγωγής και των εξαγωγών τους. Η εξάρτηση ενισχύθηκε από την πολιτική των απαγορεύσεων και των περιορισμών που ακολουθήθηκε από τη Δύση στις εξαγωγές της προς τις χώρες κεντρικού σχεδιασμού, ιδιαίτερα προϊόντων υψηλής τεχνολογίας.

Μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1980, οι ποσοτικοί και ποιοτικοί παράμετροι των διεθνών οικονομικών σχέσεων της ΕΣΣΔ και των χωρών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης έρχονταν όλο και σε μεγαλύτερη αντίθεση με την ανάπτυξη του παραγωγικού και ετπστημονικοτεχνολογικού τους δυναμικού. Σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε στις μεταξύ τους σχέσεις, η συμμετοχή τους στο διεθνές εμπόριο και στις άλλες μορφές των διεθνών οικονομικών σχέσεων ηταν περιορισμένη και συνεχώς συρρικνώνονταν.

Η διεθνής ανταγωνιστικότητά τους ιδιαίτερα στα μηχανουργικά προϊόντα είναι χαμηλή και οφείλεται, κυρίως, στο χαμηλό ποιοτικό και τεχνολογικό τους επίπεδο, γεγονός που βρίσκει την έκφραση του στην περιορισμένη και διαρκώς μειούμενη συμμετοχή τους στις παγκόσμιες εξαγωγές τέτοιων προϊόντων.

Ο επαναπροσανατολισμός των οικονομικών σχέσεων τόσο της τέως Σοβιετικής Ενωσης όσο και των χωρώψ της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης είναι αναγκαίος. Χωρίς την ανάπτυξη των ©«κονομικών τους σχέσεων με τον ανεπτυγμένο κόσμο και την ενεργητική συμμετοχή τους στις παγκόσμιες οικονομικές εξελίξεις δεν είναι δυνατόν να ελπίζεται πως οι χώρες αυτές θα μπορέσουν να ξεπεράσουν την κρίση των οικονομιών τους και να επιτύχουν την ανύψωση του τεχνολογικού τους επιπέδου, της παραγωγικότητας και της ποιότητας της εργασίας τους, καθώς και τη βελτίωση του βιοτικού τους επιπέδου. Ο επαναπροσανατολισμός, όμως, θα απαιτήσει χρόνο και επίμονες προσπάθειες, ενώ θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τους ρυθμούς μετάβασης αυτών των χωρών προς την οικονομία της αγοράς. Η μετάβαση προς την τελευταία αποτελεί δύσκολο εγχείρημα τόσο από οικονομικής όσο και από πολιτικής πλευράς. Ιδιαίτερα για την τέως Σοβιετική Ενωση το εγχείρημα παρουσιάζει δυσκολίες που συχνά γίνονται ανυπέρβλητες. Ωστόσο, είναι σοβαρή η προσπάθεια και αξιόπιστη η πρόθεση των μελών της Κοινοπολιτείας Ανεξαρτήτων Κρατών και των χωρών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης να προχωρήσουν στην εφαρμογή των προδιαγραφών του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και των συστάσεων των άλλων παγκόσμιων οικονομικών οργανισμών, που προβλέπουν τη δημιουργία ανοικτού οικονομικού συστήματος και τη λειτουργία θεσμών της ελεύθερης αγοράς, ιδιαίτερα στους τομείς των ξένων επενδύσεων, του συναλλάγματος και των εξωτερικών οικονομικών σχέσεων.

Οι βραχυπρόθεσμες μακροοικονομικές συνέπειες για τον υπόλοιπο κόσμο από τις εξελίξεις στον τέως σοβιετικό χώρο και στις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης θα είναι περιορισμένες λόγω της κλίμακας της απαιτούμενης αναδιοργάνωσης των οικονομικών σχέσεων αυτών των χωρών. Η διεύρυνση, όμως, των διεθνών οικονομικών σχέσεων και ο υγιής επαναπροσανατολισμός τους θα επιδράσει ευεργετικά στην ανάπτυξη των οικονομιών όλων των ενδιαφερόμενων μερών και θα συμβάλλει στην ενίσχυση του κλίματος εμπιστοσύνης στον κόσμο και ιδιαίτερα στην ευρωπαϊκή ήπειρο.

Νέα τάξη πραγμάτων (Τσετσενία)

    Σε πολιτικό αδιέξοδο οδηγείται η Ρωσία με τον πόλεμο που ξέσπασε στην επαναστατημένη αυτόνομη Τσετσενία. Δύο είναι τα πιθανά σενάρια:

    1. Να αποσταθεροποιηθεί, υπό την πίεση των Στρατιωτικών, η κυβέρνηση Γιέλτσιν και να αποκτήσει το Ρωσικό καθεστώς περισσότερο αυταρχικά πολιτικά χαρακτηριστικά.
    2. Να αποσταθεροποιηθεί το Ρωσικό Κράτος και να επικρατήσουν διάφορα αυτονομιστικά κινήματα ιδιαίτερα στις περιοχές που είναι εξαιρετικά ισχυρό το Ισλαμικό στοιχείο.

    Ο πρώην Σοβιετικός πρόεδρος Μιχαήλ Γκορμπατσώφ δήλωσε στις 21 Ιαν. 1995 στο Γαλλικό πρακτορείο ειδήσεων πως το «σημερινό καθεστώς στη Ρωσία καταπνίγει τη δημοκρατία και ολισθαίνει προς τον ολοκληρωτισμό και τη δικτατορία. Το καθεστώς αυτό ανακόπτει την κίνηση προς τη δημιουργία μιας νέας ένωσης και πρέπει να αντικατασταθεί. Η σημερινή πολιτική δεν έχει καμμιά σχέση με την συνέχιση της περεστροϊκα». «Το καθεστώς αυτό δεν θα σταματήσει μπροστά σε τίποτα για να διατηρήσει την εξουσία» πρόσθεσε ο Γκορμπατσώφ επικαλούμενος τα γεγονότα του Οκτωβρίου του 1993 στη Μόσχα (την εξέγερση του Λευκού Οίκου) και τον σημερινό πόλεμο στην Τσετσενία ο οποίος «διεξάγεται εναντίον του λαού». Επίσης ο Ρώσος υπουργός Αμυνας Στρατηγός Πάβελ Γκράστωφ, απέρριψε κάθε πιθανότητα εκεχειρείας στην Τσετσενία στην διάρκεια συνέντευξης τύπου που έδωσε την 21 Ιανουαρίου 1995 στο Μόζντοκ της Βόρειας Οσετίας και που μετέδωσε αυτούσια ο τηλεοπτικός σταθμός Οστανκινο της Μόσχας. Κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα λοιπόν της σημερινης Ρωσίας είναι η συνεχής αποσύνθεση και διάλυση Το ερώτημα όμως είναι έως πότε; Ο χρόνος θα αποκαλύψει σιγά – σιγά το μέλλον αυτής της ταραγμένης χώρας.

    ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

    Ανεξάρτητα από τη μελλοντική νομική και πολιτική μορφή που θα λάβει το προεδρικό σύστημα και η κυβέρνηση της Ρωσίας, πρέπει υποχρεωτικά, εκτός της συνέχισης των πολιτικών μεταρρυθμίσεων, να λύσει και τα ακόλουθα οικονομικά προβλήματα:

      1. Το ενδιαφέρον της κυβέρνησης και του κοινοβουλίου δεν θα πρέπει να περιοριστεί μόνο σιη δημοσιονομκή πολιτική, κυριότερος σκοπός της οποίας ήταν μέχρι σήμερα η αύξηση των εσόδων και η μείωση των εξόδων. Μελλοντικά η οικονομική, η δημοσιονομική και η κοινωνική πολιτική πρέπει να συγκλίνουν προς μια μεταρρυθμιστική πολιτική.
      2. Η κυβέρνηση πρέπει να αποδειχθεί μικτός τύπος ιδιοκτησίας (ιδιωτική, κρατική και κοινωνική ιδιοκτησία) και σε συνεργασία με τους διευθυντές των μεγάλων κρατικών επιχειρήσεων, να επεξεργαστεί μια οικονομική πολιτική, η οποία θα πρέπει να αποβλέπει στη βελτίωση του κρατικού τομέα και της κοινωνικής του διάστασης, μέσα στα πλαίσια μιας μεταρρυθμιστικής γραμμής, προσανατολισμένης προς την ελεύθερη αγορά.
      3. Οι τρέχουσες πρωτοβουλίες ιδιωτικοποίησης πρέπει να ενταθούν. Πρωταρχικός σκοπός θα έπρεπε να είναι η προώθηση των αγροτικών επιχειρήσεων, καθώς και εκείνων του τομέα παροχής υπηρεσιών, οι οποίες δε χρειάζονται μεγάλα κεφάλαια και η σε ορισμές περιοχές χρηματόδοτηση μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων.
      4. Πρέπει να εισαχθεί ένα γενικό, αποτελεσματικό και δίκαιο φορολογικό σύστημα, το οποίο να φορολογεί βαρύτατα την οικονομική απραξία και να ανταμείβει την ιδιωτική επαγγελματική δραστηριότητα. Οι φορολογικές ρυθμίσεις που ισχύουν σήμερα – αναλόγως του οικονομικού τομέα εμποδίζουν την ανάπτυξη της ιδιωτικής επιχείρησης.
      5. Οι όροι του εξωτερικού εμπορίου πρέπει να αλλάζουν.
      6. Στη γεωργία πρέπει, για να επιτύχει η ιδιωτικοποίηση, να ληφθούν περισσότερα ελκυστικά μέτρα, όπως π.χ. προσφορά μικρής οικονομικής βοήθειας σε εκείνους που θέλουν να γίνουν ανεξάρτητοι γεωργοί, άτοκα δάνεια για την αγορά σύγχρονων γεωργικών μηχανημάτων και, τουλάχιστο, τριετής απαλλαγή από φόρους.

      Ολα αυτά αποτελούν βραχυπρόθεσμα βήματα, τα οποία όμως, μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα, είναι δυνατόν να οδηγήσουν σε δομικές μεταρρυθμίσεις, προσανατολισμένες προς την οικονομία της αγοράς. Πριν ψηφιστούν όμως νόμοι αυτής της μελλοντικής προοπτικής, πρέπει να ξεκαθαρίσει στη Ρωσία το πρόβλημα της πολιτικής εξουσίας.

      Το πολιτικό μέλλον δεν ανήκει, μάλλον, στις αδύναμες δημοκρατικές δυνάμεις, οι οποίες σήμερα στρέφονται όλο και περισσότερο προς το ρωσικό εθνικισμό και αναζητούν έναν ιδιαίτερο δρόμο για τη χώρα τους. Το μέλλον της Ρωσίας ανήκει πλέον – στο επίπεδο του κοινοβουλίου, της κυβέρνησης και των άλλων φορέων της εξουσίας σχεδόν εξ ολοκλήρου στα χέρια εθνικοσυντηρητικών και νεοκομμουνιστικών δυνάμεων, οι οποίες επιδιώκουν ένα πολιτικό, οικονομικό και εθνικιστικό συνδυασμό αυταρχικής κυβέρνησης, ρωσικής αυτάρκειας και μικτής οικονομίας.

      Δεν είναι μελλοντικά πιθανή, στη Ρωσία, η δημοκρατία δυτικού τύπου, αλλά ένας σύγχρονος αυταρχισμός. Αυτό πρέπει να το λάβει πολύ γρήγορα υπόψη του ο δυτικός κόσμος για να αποτρέψει την εθνικοαντιδραστική στροφή της πληγωμένης ρωσικής υπερδύναμης με όλα τα διπλωματικά, πολιτικά και οικονομικά μέσα.

      Επιπλέον η προσπάθεια της Ρωσίας να πνίγει την πρόθεση αυτοδιάθεσης της Τσετσενίας διά των όπλων θα αποτελέσει πιθανόν το πολιτικό τέλος του Γιέλτσιν αλλά και θα αυξήσει το οικονομικά χάος που μαστίζει την χώρα.

        Advertisements

        Σχολιάστε

        Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

        Λογότυπο WordPress.com

        Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

        Φωτογραφία Twitter

        Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

        Φωτογραφία Facebook

        Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

        Φωτογραφία Google+

        Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

        Σύνδεση με %s