ΧΑΓΗ: Το επικίνδυνο πυροτέχνημα

του Περικλή Νεάρχου, ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΙΟΥΝΙΟΣ 2006

Οι τουρκικές προκλήσεις που κορυφώθηκαν στη σύγκρουση των δύο μαχητικών στο Αιγαίο κατέστησαν  σαφές και ορατό στους πάντες πού οδηγεί η ανατροπή πολιτικής που δρομολογήθηκε μετά τα Ίμια από  την κυβέρνηση Σημίτη, το 1996. Η ελληνική πλευρά  εγκατέλειψε την προηγούμενη πάγια και διακομματική ουσιαστικά πολιτική της απέναντι στην Τουρκία, που συνέδεε άμεσα την οποιαδήποτε ελληνική υποστήριξη στην ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας, με την επίλυση προηγουμένως των διαφορών  που προβάλλει η τουρκική πλευρά στο Αιγαίο και με τον τερματισμό της τουρκικής κατοχής στην Κύπρο.

Προβλήθηκε ως δήθεν «νέα» μεγάλη ιδέα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής το αμερικανόπνευστο ιδεολόγημα ότι δήθεν η Ελλάδα έπρεπε να δώσει το μεγαλύτερο διπλωματικό της ατού ως χειρονομία καλής θελήσεως. Να δεχτεί δηλαδή την αποσύνδεση της τουρκικής ευρωπαϊκής προοπτικής από την επίλυση του Κυπριακού και των άλλων Ε/Τ διαφορών ώστε να αναπτυχθεί ένα νέο «κλίμα» ελληνοτουρκικής φιλίας. Μέσα στο κλίμα αυτό, θα έβρισκαν σταδιακά λύση τα ελληνοτουρκικά προβλήματα.

Στο πνεύμα αυτό, θα έπρεπε μάλιστα η ελληνική πλευρά να αναλάβει «γενναίες» πρωτοβουλίες και να καταστεί σημαιοφόρος της εντάξεως της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ξεμπροστιάζοντας άλλες ευρωπαϊκές χώρες, που δεν θέλουν την Τουρκία στην Ε.Ε., αλλά «κρύβονται» πίσω από την Ελλάδα.

Φαίνεται απίστευτο ότι η Ελλάδα αγόρασε τοις μετρητοίς μια τέτοια πολιτική και πρωτοστάτησε διαδοχικά για να δοθεί υποψηφιότητα στην Τουρκία το 1999, με τη συμφωνία του Ελσίνκι, και στη συνέχεια να της δοθεί ημερομηνία για την έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων και τελικά για την έναρξη διαπραγματεύσεων.

«Πριν τη στροφή της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής», σημείωνε χαρακτηριστικά τότε η γαλλική εφημερίδα «Le Monde», «κανείς δεν έπαιρνε στα σοβαρά την παροχή υποψηφιότητας της Τουρκίας. Η ελληνική στροφή έδωσε αξιοπιστία στην τουρκική ευρωπαϊκή προοπτική». Πράγματι, η αμερικανική πολιτική χρησιμοποίησε την ελληνική ανατροπή πολιτικής ως καταλύτη για να ασκήσει πιέσεις σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες και να αλλάξει το κλίμα στην Ευρώπη. Γιατί η Πορτογαλία, η Ισπανία, η Ιταλία ή το Βέλγιο να λένε όχι, όταν η Ελλάδα, «ο προαιώνιος ανταγωνιστής της Τουρκίας» και η χώρα που έχει άμεσα διμερή προβλήματα μαζί της, λέει ναι και πρωτοστατεί στην τουρκική ευρωπαϊκή πορεία;

Διαμορφώθηκε έτσι με τον τρόπο και τη λογική αυτή, η περιβόητη πολιτική του Ελσίνκι, που παρουσιάστηκε ως δήθεν «νέα» μεγαλεπήβολη εθνική στρατηγική για τη μετατροπή των ελληνοτουρκικών θεμάτων και του Κυπριακού από διμερή σε ευρωτουρκικά και τη σύνδεση της επιλύσεως τους με την ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας.

Στην πραγματικότητα, η πολιτική αυτή έγινε το απαραίτητο συμπλήρωμα της αμερικανικής γεωπολιτικής στην περιοχή, που έθεσε, κατά τη μεταψυχροπολεμική περίοδο, ως σταθερούς στόχους: Πρώτον, τη δημιουργία ενός φιλόδοξου ευρασιατικού γεωπολιτικού χώρου, υπό αμερικανικό ηγεμονικό έλεγχο. Δεύτερον, τη γεωπολιτική αναδιάρθρωση του χώρου των Βαλκανίων, με ριζική αλλαγή των παραδοσιακών συσχετισμών και ενίσχυση του μουσουλμανικού παράγοντα. Και στις δύο περιπτώσεις, η ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας εξυπηρετεί τους δύο αυτούς στόχους.

Συγκεκριμένα, μπορεί να προκαταλάβει οποιαδήποτε προοπτική αυτόνομης γεωπολιτικής πορείας της Ευρώπης και να αλλάξει ριζικά στο εσωτερικό της τους συσχετισμούς, σε συνδυασμό με άλλες φιλοαμερικανικές χώρες. Κατά δεύτερο λόγο, η επιστροφή της στα Βαλκάνια, απ’ όπου ουσιαστικά εξεδιώχθη με τους Βαλκανικούς Πολέμους, μπορεί να αλλάξει σε πάγια βάση τους συσχετισμούς. Αυτό μπορεί, ειδικότερα, να επιτευχθεί, σε συνδυασμό με τον κατακερματισμό των Βαλκανίων, τη δημιουργία μουσουλμανικών κρατιδίων και την επιβολή μιας ύπουλης εκδοχής των λεγομένων «πολυπολιτισμικών» προτύπων, που μεταλλάσσουν τα εθνικά κράτη σε μικρά, πολυεθνοτικά μορφώματα χωρίς ουσιαστική κυριαρχία και εθνική θέληση.

Τα αποτελέσματα της πολιτικής αυτής για την Ελλάδα έγιναν σε όλους ορατά δια γυμνού οφθαλμού.

«Χρόνος πάντων κριτής άριστος», λέει ο Ευριπίδης. Στο χρόνο που κύλησε, τα σαθρά ιδεολογήματα που περιέβαλαν με ομίχλη την πολιτική αυτή, κατέρρευσαν. Η Άγκυρα δεν έδειξε καμιά αβρότητα απέναντι στους υποστηρικτές της πολιτικής αυτής. Τους εξέθεσε ωμά με την πλήρη αδιαλλαξία της σε όλη τη γραμμή και την κλιμάκωση επιπλέον των προκλήσεων της, με στόχο να προωθήσει τετελεσμένα γεγονότα και να προκαταλάβει οποιαδήποτε σύνδεση των Ε/Τ θεμάτων με την ευρωπαϊκή της πορεία.

Δεν έδωσε στην ελληνική πλευρά ούτε μια Χάλκη, το άνοιγμα της οποίας θα είχε ένα συμβολικό χαρακτήρα ότι κάτι πάει να αλλάξει στην τουρκική πολιτική.

Η περίφημη σύνδεση του Κυπριακού με την τουρκική ενταξιακή πορεία, στο πλαίσιο της συμφωνίας του Ελσίνκι, απεδείχθη εκ των υστέρων ότι ταυτιζόταν με «λύση» τύπου σχεδίου Ανάν.

Αν λάβει κανείς υπόψη τα όσα γράφει στο βιβλίο του ο πρώην πρωθυπουργός κ. Κώστας Σημίτης, ένα σχέδιο τύπου Ανάν ήταν έτοιμο και για το Αιγαίο, έμεινε όμως μετέωρο μετά την απόρριψη από τον κυπριακό λαό του σχεδίου Ανάν στην Κύπρο.

Τι περιλάμβανε το σχέδιο αυτό; Προφανώς, υποχωρήσεις ανάλογες με εκείνες του σχεδίου Ανάν, οι οποίες θα παρουσιάζονταν ως δικαιοκρατικές αποφάσεις του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης! Ο δρόμος είχε ήδη στρωθεί με τη λεγόμενη συμφωνία του Ελσίνκι. Στα τελικά Συμπεράσματα της ομώνυμης Συνόδου έγινε δεκτή από την ελληνική πλευρά η αδιανόητη διατύπωση ότι υπάρχουν μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας «συνοριακές διαφορές και άλλα συναφή θέματα». Τι θα παραπεμπόταν δηλαδή στη Χάγη, όπως αναφερόταν στα Συμπεράσματα, στο τέλος του 2004, εάν δεν καθίστατο δυνατή η εξομάλυνση των διαφορών με διμερείς συνομιλίες; Η υφαλοκρηπίδα, όπως υποστήριζε καθαρά η ελληνική πλευρά, ή και άλλες διεκδικήσεις και διαφορές που δημιουργεί εκ του μη όντος η Τουρκία;

Η Άγκυρα, με την ολέθρια μονομερή αυτή πολιτική, κατόρθωσε ταυτόχρονα, με ένθερμη ελληνική υποστήριξη, να πάρει το εισιτήριο για την ευρωπαϊκή ενταξιακή της πορεία και να εγγράψει υποθήκη για ευνοϊκή προς αυτήν λύση στα διμερή Ε/Τ θέματα.

Η υπέρβαση του   πρώην προέδρου Στεφανόπουλου

Την επαύριον της θυσίας στο Αιγαίο του ηρωικού σμηναγού Ηλιάκη και ενώ κλιμακώνονται σε όλη τη γραμμή οι τουρκικές προκλήσεις, ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας κ. Κωστής Στεφανόπουλος παρενέβη με ένα άρθρο στον Τύπο, στο οποίο ούτε λίγο ούτε πολύ εγκαταλείπει μια πάγια ελληνική θέση σε ό,τι αφορά το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Συγκεκριμένα, προτείνει την παραπομπή σε αυτό όλων των διαφορών που προβάλλει η Άγκυρα, με εξαίρεση το θέμα των «γκρίζων ζωνών».

Ασφαλώς, το τελευταίο είναι ιδιαίτερα δυσβάστακτο πολιτικά και θα εξέθετε επικίνδυνα οποιονδήποτε το περιλάμβανε σε μια πρόταση «όλα στη Χάγη». Με ποια λογική όμως θα αποδεχόταν η Άγκυρα την εξαίρεση του, όταν εγνωσμένος στόχος της δεν είναι, βεβαίως, η δικαιοσύνη στο Αιγαίο αλλά η ανατροπή του σημερινού καθεστώτος και η προώθηση «λύσεων» διχοτομήσεως ή συγκυριαρχίας στο Αιγαίο;

Πολύ περισσότερο μάλιστα, όταν ο ίδιος ο πρώην Πρόεδρος θεωρητικολογεί και υποστηρίζει ότι «οι διαφορές δημιουργούνται όταν ένα κράτος διατυπώνει αξιώσεις, δίκαιες ή άδικες, κατά του άλλου».

Η παρέμβαση του πρώην Προέδρου εμπνέεται βεβαίως από την περίφημη πολιτική του Ελσίνκι και τους ισχυρισμούς ότι αυτή εγκαταλείφθηκε δήθεν από τη νέα κυβέρνηση και ότι αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο κλιμακώνονται η τουρκική αδιαλλαξία και οι προκλήσεις.

Η θλιβερή πραγματικότητα είναι, προφανώς, άλλη. Είναι η συνέχιση, με κάποιες διαφορές, της ίδιας πολιτικής, της άνευ ουσιαστικών ανταλλαγμάτων και προϋποθέσεων υποστηρίξεως της ευρωπαϊκής πορείας της Τουρκίας. Η επίκληση του επιχειρήματος της μη παραπομπής στη Χάγη των Ε/Τ διμερών διαφορών, το 2004 αποκαλύπτει στην ουσία το γεγονός ότι η Άγκυρα με την εισαγωγή της διατυπώσεως «των συνοριακών διαφορών και άλλων συναφών θεμάτων» υπονόμευσε στην πραγματικότητα τη Χάγη ως πλεονεκτική για την ελληνική πλευρά διπλωματική διαδικασία. Αυτό φαίνεται και από την παρέμβαση του πρώην Προέδρου, που από το ύψος του συμβολικού πρώην αξιώματος του, συστήνει στην ελληνική πλευρά να δεχτεί την παραπομπή όλων των διαφορών που προβάλλει η Τουρκία στη Χάγη. Να παραπέμψουμε δηλαδή τι; Το κυριαρχικό μας δικαίωμα να καθορίσουμε τα χωρικά μας ύδατα στο πλαίσιο των προνοιών του Διεθνούς Δικαίου;

Στη δεκαετία του 70, όταν η Άγκυρα άρχισε να θέτει αξιώσεις και να προβάλλει αμφισβητήσεις για το καθεστώς του Αιγαίου, βρισκόταν ακόμη σε εξέλιξη η Διεθνής Διάσκεψη για το Θαλάσσιο Δίκαιο. Η Άγκυρα έδωσε αγώνα να αναγνωρισθούν στο Αιγαίο «ειδικές περιστάσεις», για να το εξαιρέσει από τις γενικές διατάξεις και πρόνοιες του Διεθνούς Θαλάσσιου Δικαίου. Οι τουρκικές ενστάσεις απορρίφθηκαν. Ανεγνωρίσθη και στα νησιά το δικαίωμα της υφαλοκρηπίδος και το δικαίωμα όλων των χωρών να επεκτείνουν τα χωρικά τους ύδατα σε δώδεκα μίλια.

Να έρχεται σήμερα η Ελλάδα και να προτείνει από μόνη της παραπομπή του δικαιώματος αυτού, ως αμφισβητούμενου, σε Διεθνές Δικαστήριο, σημαίνει ότι η Ελλάδα αυτοδεσμεύεται επ’ αόριστον να μην το ασκήσει και καθιστά περιττό το τουρκικό casus belli.

Είναι φανερό ότι, σε συνδυασμό με έντονες αμερικανικές πιέσεις και με τη συγκυρία του ευρωπαϊκού ραντεβού της Άγκυρας τον Οκτώβριο, βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη, πέρα από στενά κομματικά σύνορα, μια νέα εκστρατεία. Μια εκστρατεία που έχει ως στόχο όχι μόνο τη διάσωση της ακολουθούμενης πολιτικής, παρά τις τουρκικές προκλήσεις, αλλά επιπλέον μια πιο «τολμηρή» εκδοχή της με νέες ελληνικές παραχωρήσεις τόσο στο Αιγαίο όσο και στην Κύπρο.

Το νέο ιδεολόγημα που προβάλλεται σήμερα είναι ότι «υπάρχει κίνδυνος να χάσουμε το Ελσίνκι»! Εάν η Ε.Ε. απορρίψει την Τουρκία τον Οκτώβριο, δεν θα τίθεται πλέον θέμα πολιτικής Ελσίνκι. Επαναλαμβάνεται δηλαδή η ίδια φενάκη με νέο τροπάριο. Το επιμύθιο είναι προφανές. Η Ελλάδα δεν πρέπει για το λόγο αυτό να κάνει οτιδήποτε που θα μπορούσε να συμβάλει στην απόρριψη της Τουρκίας. Με άλλα λόγια, όπως πριν, ο αμερικανικός παράγων προτρέπει την Ελλάδα να «βοηθήσει» πάλι την Τουρκία, γιατί αυτό είναι δήθεν υπέρ του εθνικού της συμφέροντος. Πολύ περισσότερο μάλιστα που επιβαρύνεται στο εσωτερικό η συγκυρία, με τη σύγκρουση στρατηγών και Ερντογάν για την ηγεμονία στην κοινωνία και την πολιτική προοπτική.

Η Ελλάδα δεν έχει κανένα περιθώριο νέου στρατηγικού λάθους. Αυτό που χρειάζεται είναι σταθερή θέση και υπεράσπιση του εθνικού της χώρου, των ζωτικών συμφερόντων της και ενίσχυση των διπλωματικών ερεισμάτων της στην Ε.Ε. και αλλού, με μια νέα σαφή θέση και καθαρή φωνή. Όχι το αντίθετο.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s