Μια αναγκαία συμφιλίωση

του Γεωργίου Κουμάντου*, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ,19/03/2006

καθ. Γεώργιος Κουμάντος

Ανάμεσα στα πολλά κακά που έκανε στον τόπο η τελευταία στρατιωτική δικτατορία είναι και το ότι δημιούργησε μια ψυχική ρήξη ανάμεσα στον λαό (έστω: ανάμεσα σε ένα πολύ μεγάλο τμήμα του) και τις ένοπλες δυνάμεις του. Βέβαια, και πριν από τη χούντα μπορεί καμιά φορά να ενοχλούσε κάποιο αυταρχικό ύφος, κάποιες κατ’ επάγγελμα πατριωτικές ρητορείες, ακόμη και κάποια «καψώνια» που επέβαλλαν οι αξιωματικοί στους πολίτες που πήγαιναν να εκτελέσουν τη στρατιωτική τους θητεία. Αλλά αυτά ήταν ασήμαντα μπροστά στο θέαμα των ανόητων βαθμοφόρων που καβάλησαν τα τανκ για να μας σώσουν, βασανίζοντάς μας και κανονίζοντας πώς πρέπει να σκεπτόμαστε, τι πρέπει να διαβάζουμε, ακόμη και τι επιτρέπεται να τραγουδάμε. Ώσπου προκάλεσαν την καταστροφή στην Κύπρο που μόνο αυτοί, με την ένστολη βλακεία, δεν έβλεπαν ότι έρχεται. Και τρόμαξαν όταν είδαν ότι ούτε πόλεμο δεν ήταν σε θέση να κάνουν.

Τα σημάδια από τα ψυχικά τραύματα που προκάλεσε στον λαό η χούντα υπάρχουν ακόμη· και αν το θέμα δεν είναι συχνό αντικείμενο συζητήσεων, αυτό είναι γιατί ο ίδιος ο λαός προτιμάει να τα καλύπτει με τη σιωπή του. Αλλά η σιωπή αυτή είναι η σιωπή ενός χάσματος που εξακολουθεί να υπάρχει και που, στην καλύτερη περίπτωση, εκδηλώνεται ως αμοιβαία αγνόηση: όσο μένετε σε ένα διακριτικό ημίφως και όσο δεν αποκλείετε να μας «σώσετε» και πάλι, οι υπάρξεις μας βαίνουν παράλληλα και ο καθένας κάνει τη δουλειά του – ο ένας πηγή τροφοδοσίας, ο άλλος αναγκαίο κακό.

Πιστεύω πως αυτή η κατάσταση είναι νοσηρή και πως έχει έλθει η ώρα να ξεκαθαρίσουν οι λογαριασμοί, για το καλό όλων. Ίσως είναι και αντιδημοκρατική. Γιατί σε μια δημοκρατική πολιτεία όλες οι υπηρεσίες της πολιτείας πρέπει να απορρέουν από τον λαό, δηλαδή να στηρίζονται στη συγκατάθεσή του – δεν νοείται κρατική υπηρεσία που να λειτουργεί σε ένα χώρο απομονωμένο από τη λαϊκή συγκατάθεση, κάπου μεταξύ ανοχής και άγνοιας. Θα πρόσθετα ότι μια τέτοια τοποθέτηση των ενόπλων δυνάμεων είναι και άδικη, στο μέτρο που οφείλεται στα παλαιά αμαρτήματα της χούντας. Δεν μπορούμε να παραγνωρίζουμε ότι όλα σχεδόν τα σημερινά μέλη των ενόπλων δυνάμεων γεννήθηκαν ή, πάντως, ενηλικιώθηκαν όταν πια η θεομηνία της χούντας είχε περάσει. Και δεν είναι δίκαιο να πληρώνουν αυτοί τα αμαρτήματα ενός παρελθόντος μακρινού γι’ αυτούς, σαν να τους βάραινε κάποιο ανόητο προπατορικό αμάρτημα.

Μια ελληνική ανάγκη

Τελικά, κάποτε πρέπει να θέσουμε το βασικό ερώτημα: μας χρειάζονται ή δεν μας χρειάζονται οι ένοπλες δυνάμεις; H απάντηση δεν είναι καθόλου αυτονόητη και ίσως για όλα τα άλλα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα μπορούσε να είναι αρνητική: εδαφικές ή συνοριακές διαφορές με γειτονικά κράτη δεν έχουν αλλά και αν είχαν, λειτουργούν μηχανισμοί επίλυσης των όποιων διαφορών που κάνουν ακόμη και το ενδεχόμενο πολέμου να είναι γι’ αυτά μια κακή, μακρινή ανάμνηση. H μακρά περίοδος ειρήνης όπου ζούμε επιβεβαιώνει και περιορίζει τον ρόλο των στρατών, στις εθνικές εορτές και τις ωραίες παρελάσεις, σε διακοσμητικό. Με την Ελλάδα, δυστυχώς, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Υπάρχει η Τουρκία δίπλα μας, που κάθε τόσο προβάλλει κάποιες αμφισβητήσεις για τα όριά μας, που απειλεί με πόλεμο (ρητά – αυτό θα πει casus belli) αν ασκήσουμε το νόμιμο δικαίωμά μας να επεκτείνουμε τα χωρικά μας ύδατα, που μεταφράζει σε αεροπορικές παραβιάσεις τις διαφορές μας για τον εναέριο χώρο και που, επιτέλους, κατέχει ένα τμήμα της Κύπρου παρά τις αποφάσεις των Ηνωμένων Εθνών. Και, εκτός από την Τουρκία, υπάρχουν στα βόρεια σύνορά μας και άλλα κράτη που κάνουν νύξεις (π.χ. με σχολικά βιβλία ή χάρτες) ότι κάποια εδάφη μας κατοικούνται από «αλύτρωτους» συμπατριώτες τους.

Δεν ισχυρίζομαι ότι επίκειται κάποιος πόλεμος ή ότι πραγματικά κινδυνεύει η εδαφική μας ακεραιότητα. Ποιος μπορεί, όμως, να αποκλείσει ότι κάποιο γειτονικό μας κράτος δεν θα θελήσει κάποια στιγμή να ασκήσει κάποια πίεση ή να δώσει κάποια διέξοδο στα εσωτερικά του προβλήματα με κάποια στρατιωτική επιχείρηση; Βέβαια, η κουτουράδα μπορεί να σταματήσει γρήγορα με την πίεση της διεθνούς κοινότητας. Αλλά έχει σημασία η κουτουράδα να μην είναι ανεμπόδιστος στρατιωτικός περίπατος. Και να μην αρχίσουν κάποιες διαπραγματεύσεις που θα ξεκινούν από κάποια, προσωρινά έστω, επιτεύγματα του άλλου. Οι πρώτες ώρες μπορεί να είναι κρίσιμες και γι’ αυτές τις πρώτες ώρες χρειάζεται μια ισχυρή θωράκιση. Και αν οι ένοπλες δυνάμεις χρειάζονται μόνο για επίδειξη, η επίδειξη αυτή μπορεί να έχει μεγάλη πρακτική σημασία – αυτή αποτρέπει τον κίνδυνο.

Κοινωνική αναβάθμιση και αποδοχή

Αφού οι ένοπλες δυνάμεις μας χρειάζονται -και μακάρι να είναι αχρείαστες-δεν νοείται να λειτουργούν σε ένα χωριστό κόσμο. Πρέπει να ενταχθούν στο πολιτειακό μας σύστημα, να συζητούνται, να κρίνονται και να επικρίνονται, αλλά και να περιβάλλονται με το αίσθημα κατάφασης όταν η κατάφαση αυτή τους αξίζει. Μια τέτοια κοινωνική αποδοχή και αναγνώριση θα διευκολύνει την ποιοτική στελέχωσή τους, ιδιαίτερα σημαντική σε μια εποχή όπου σπουδαίο ρόλο παίζει η σύγχρονη τεχνολογία. Τα πνευματικά προσόντα που χρειάζεται ένας σύγχρονος αξιωματικός είναι ανάλογα ή και ανώτερα από τα προσόντα που χρειάζεται όποιος άλλος επιστήμονας. Δεν αρκεί να επιλέγουν το επάγγελμα αυτό όσοι βρίσκονται κοντά του από οικογενειακή παράδοση ή το επιλέγουν για να αποφύγουν τον κίνδυνο της ανεργίας ή της δαπάνης της διαβίωσης κατά τη διάρκεια των σπουδών.

Η επιδίωξη μιας κοινωνικής αναβάθμισης της σταδιοδρομίας στις ένοπλες δυνάμεις είναι απραγματοποίητη αν δεν συνοδεύεται από μιαν ανάλογη διαβάθμιση των αποδοχών. Δεν γνωρίζω το ύψος αυτών των αποδοχών και τα κλιμάκια της διάρθρωσής τους – άλλωστε στον τόπο μας, το πιο αδιαφανές πράγμα είναι οι πραγματικές αποδοχές της κάθε κατηγορίας μισθωτών, έτσι καθώς η πραγματικότητα συσκοτίζεται από άδηλα επιδόματα και προσαυξήσεις. Εκείνο που γνωρίζω είναι ότι οι αξιωματικοί δυσκολεύονται να διεκδικήσουν τη βελτίωση των αποδοχών τους, καθώς δεν διαθέτουν το όπλο της απεργίας – κάποιο αντάλλαγμα τούς οφείλεται για τη στέρηση αυτού του μέσου μισθολογικών διεκδικήσεων.

Δημοκρατικό φρόνημα

Παράλληλα, προσοχή πρέπει να δοθεί σ’ έναν άλλο τομέα που κατά σύστημα παραγνωρίζεται: την εκπαίδευση των στελεχών. H ισχύουσα νομοθεσία είναι υπόδειγμα αποτυχημένης ρύθμισης, καθώς είναι αποτέλεσμα κακής σύνθεσης ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος και στρατιωτικής μονάδας με διακόσμηση πανεπιστημίου και με επιμελή μέριμνα συντεχνιακής κατοχύρωσης όσων υπηρετούν. Πέρα όμως από αυτό, αναρωτιέμαι αν λαμβάνονται τα κατάλληλα μέτρα για τη διαμόρφωση δημοκρατικής συνείδησης, κατάλληλης να αντισταθεί στους πειρασμούς (απρόσκλητης σωτηρίας της πατρίδας) που δημιουργούν αθροιστικά η αναγκαία πειθαρχία, η οπλοφορία και ένας σωστός, κατ’ αρχήν, αλλά εύκολα εκτρεπόμενος πατριωτισμός.

H συζήτηση για τα θέματα των ενόπλων δυνάμεων δεν πρέπει να είναι χώρος απρόσιτος σε μια δημοκρατική κοινωνία. H σιωπή δεν φαίνεται να εξυπηρετεί κανένα σκοπό και πάντως δεν εξυπηρετεί κάποια μυθική μυστικότητα – που την εποχή των δορυφόρων και των κοινών στρατηγείων έτσι και αλλιώς δεν περιφρουρείται. H ανοικτή συζήτηση συμβάλλει σε μια συμφιλίωση που χρειάζεται.

Δείτε επίσης: Η τιμή του στρατιώτη-οι στρατιώτες της τιμής

——————————————————————————————————-

*Γεώργιος Κουμάντος (1925-2007)

O Ομότιμος καθηγητής της Νομικής κ. Γεώργιος Κουμάντος σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Φοιτητής ακόμα κατά τη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής φυλακίζεται για τη συμμετοχή του σε αντιστασιακή δράση. Τις μεταπτυχιακές του σπουδές τις πραγματοποίησε στο Αμβούργο της Γερμανίας από όπου και ανακηρύχθηκε διδάκτωρ το 1954. Το 1960 γίνεται υφηγητής του Αστικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και το 1965 εντεταλμένος υφηγητής. Το 1964, με Υπουργό Παιδείας και Πρωθυπουργό τον Γεώργιο Παπανδρέου, διορίζεται ειδικός σύμβουλος του Υπουργείου Παιδείας και ασχολείται ειδικά με τη νομοτεχνική διατύπωση της Εκπαιδευτικής Μεταρρύθμισης. Από τη θέση του εντεταλμένου υφηγητή απολύεται το 1968 από τη Δικτατορία λόγω αδυναμίας προσαγωγής «πιστοποιητικού κοινωνικών φρονημάτων». Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας λαμβάνει μέρος σε διάφορες αντιστασιακές ενέργειες και τον Μάιο του 1972 συλλαμβάνεται και εκτοπίζεται στο Κερασοχώρι Ευρυτανίας και στο Θέρμο Τριχωνίδας. Μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας επανήλθε στο Πανεπιστήμιο αρχικά ως εντεταλμένος υφηγητής και αργότερα ως τακτικός καθηγητής του Αστικού Δικαίου. Από το 1993 είναι Ομότιμος καθηγητής. Κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του ο καθηγητής Γεώργιος Κουμάντος συμμετείχε σε πολλές Επιτροπές για την προπαρασκευή νέων νόμων. Διετέλεσε επίσης πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Νομικής Συνεργασίας και της Επιτροπής Οικογενειακού Δικαίου του Συμβουλίου της Ευρώπης και ad hoc δικαστής του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Επί δεκαπέντε χρόνια ήταν πρόεδρος της Διεθνούς Ένωσης για την πνευματική ιδιοκτησία. Διετέλεσε πρόεδρος του Οργανισμού Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας και της Εθνικής Επιτροπής Βιοηθικής ενώ έχει τιμηθεί από με το παράσημο του Ταξιάρχη του Φοίνικος.

Advertisements

One thought on “Μια αναγκαία συμφιλίωση

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s