Διεθνής Διαπραγμάτευση

Η διαπραγμάτευση σαν μια διαδικασία αναζήτησης κοινού εδάφους για τη συμβίωση των ανθρώπων είναι ασφαλώς θεμελιώδες στοιχείο της ζωής του κάθε ατόμου μέσα στο κοινωνικό του περιβάλλον, έστω και αν δεν χρησιμοποιούμε τον όρο «διαπραγμάτευση». Αλλά και στη διεθνή ζωή οι διακρατικές σχέσεις βασίζονται σε μια συνεχή σειρά από σιωπηρές ή ρητές συμφωνίες που καθορίζουν τον τρόπο της συνύπαρξης των κρατών. Δεν είναι συνεπώς υπερβολή αυτό που λέγεται ότι στις διεθνείς σχέσεις η διπλωματία είναι «η τέχνη του διαπραγματεύεσθαι». Πράγμα που βεβαίως δεν σημαίνει ότι η διακρατική διαπραγμάτευση είναι έργο και αποστολή μόνο του επαγγελματία διπλωμάτη. Μπορεί να συμμετέχουν σ’ αυτήν ή να την διεξάγουν και άλλοι φορείς της κρατικής εξουσίας. Άλλωστε σε κάθε περίπτωση η κυβερνητική εξουσία είναι εκείνη που έχει την τελευταία λέξη.

Αλλά πάντως στη σημερινή ομιλία θα εστιασθώ, όπως είναι φυσικό, στη θεώρηση της διαπραγμάτευσης από τη σκοπιά του επαγγελματία διπλωμάτη. Και να προσθέσω ότι η διαπραγμάτευση δεν είναι μεν το μόνο αντικείμενο της διπλωματικής δουλειάς, αλλά πάντως είναι το κυριότερο και το δυσκολότερο.

(Οι άλλες πτυχές της αποστολής του διπλωμάτη είναι η εκπροσώπηση της χώρας του, η προστασία των κρατικών συμφερόντων αλλά και των συμφερόντων των Ελλήνων υπηκόων

στο εξωτερικό, η προξενική υπηρεσία και τέλος το έργο του συμβούλου της κυβερνήσεως σε θέματα εξωτερικής πολιτικής.)

Το διαπραγματευτικό στοιχείο εμφανίζεται συχνά και σε απλές καθημερινές υποθέσεις, υπό σχεδόν παρεμπίπτουσα καμμιά φορά μορφή, όταν για να επιτύχει μια κυβέρνηση από μια άλλη κάποια παραχώρηση ή εύνοια σε ένα επι μέρους θέμα, προσφέρεται ή αναγκάζεται να κάνει με τη σειρά της κάποια παραχώρηση σε άλλο θέμα εις όφελος της άλλης.

(Για να αφεθούν ελεύθεροι δυο Δωδεκανήσιοι σφουγγαράδες που συνελήφθησαν χωρίς άδεια στα νερά της Μάρσα Μοτρούχ, η Ελληνική Κυβέρνηση σε μια εκδήλωση καλής θελήσεως με άτυπη συμφωνία με την Αίγυπτο προσφέρει σημαντικό αριθμό βιβλίων για τη νέα βιβλιοθήκη της Αλεξανδρείας.)

Όταν όμως επιζητείται μια γενικότερη και δεσμευτική ρύθμιση ενός θέματος ή ενός πλέγματος θεμάτων ευρύτερης σημασίας, η διαπραγμάτευση διεξάγεται επί τούτω με καθορισμένο το κεντρικό της αντικείμενο.

Η διαπραγμάτευση, για να το πούμε γενικότερα, εξυπηρετεί το βασικό στόχο της διπλωματίας, την εξεύρεση δηλαδή είτε τρόπου συμβιβασμού αντιτιθεμένων συμφερόντων είτε τρόπου συνεργασίας για τον ίδιο σκοπό για την επίτευξη καλυτέρου αποτελέσματος. Στόχος δηλαδή γενικά είναι η ανάπτυξη μιας σχέσης που να είναι επωφελής και για τις δυο πλευρές. Έτσι αποτελεί η διαπραγμάτευση από τη φύση της την κοινή προσπάθεια να βρεθεί το σημείο εκείνο όπου συγκλίνουν και συμπίπτουν τα συμφέροντα και των δύο πλευρών. Είναι με μια λέξη συναλλαγή, είναι do ut des. Η τέχνη του διαπραγματευτού είναι να αποκομίσει από τη συναλλαγή αυτή το μέγιστο δυνατό όφελος με το ελάχιστο δυνατό κόστος. Επειδή όμως και ο αντιδιαπραγματευόμενος έχει τον ίδιο στόχο, η επιτυχής έκβαση της κάθε διαπραγματεύσεως είναι κάθε άλλο παρά δεδομένη. Γι’ αυτό άλλωστε η απόφαση να προχωρήσει μια κυβέρνηση σε διαπραγμάτευση, ιδίως όταν πρόκειται για ένα μείζον θέμα, είναι απόφαση σοβαρή και προαπαιτεί προσεκτική εκ των προτέρων αναμέτρηση των θετικών και των αρνητικών στοιχείων που μπορεί να προκύψουν από τη διαπραγμάτευση, την πρόγνωση στο μέτρο του δυνατού των αξιώσεων που θα προβάλει η άλλη πλευρά και τον υπολογισμό των περιθωρίων που υπάρχουν για να γίνουν οι παραχωρήσεις που θα κριθούν αναγκαίες. Χρειάζεται όμως ακόμη να προβλεφθούν και οι επιπτώσεις από μια τυχόν αποτυχία της διαπραγματεύσεως, γιατί συμβαίνει καμμιά φορά η αποτυχία αυτή να οδηγεί σε επιδείνωση αντί για βελτίωση της καταστάσεως.

Ένα τέτοιο πλαίσιο, όσο και αν ακούγεται λογικό, υπεραπλουστεύει τα πράγματα, γιατί εμφανίζει τις δυο ή περισσότερες κυβερνήσεις που πρόκειται να διαπραγματευθούν σαν ισοδύναμους παίκτες σε ένα επιτραπέζιο παιχνίδι. Στην πραγματικότητα υπάρχουν μεγαλύτερες διαφορές μεταξύ των παικτών, τόσο σε ό,τι αφορά τη διαπραγματευτική τους ισχύ όσο και τη σημασία που έχουν για τον καθένα τα υπό διαπραγμάτευση θέματα.

(Σε μία διαπραγμάτευση μεταξύ Ελλάδος και Βουλγαρίας για την κατανομή των υδάτων του Νέστου, η βουλγαρική πλευρά που βρίσκεται στα ανάντη του ποταμού έχει ένα σαφές πλεονέκτημα. Σε μια διαπραγμάτευση σχετική με τις οδικές επικοινωνίες μεταξύ Ελλάδος και Βουλγαρίας η Ελλάς με την πρόσβαση που προσφέρει στα λιμάνια της Βόρειας Ελλάδος βρίσκεται να πλεονεκτεί. Σε μια ευρύτερη διαπραγμάτευση των ελληνοβουλγαρικών σχέσεων θα υπεισέλθουν βεβαίως και άλλοι παράγοντες, όπως π.χ.η σχέση των δυο χωρών με την Ε.Ε., τα υπό ανάπτυξη συμφέροντα σε ό,τι αφορά την κατασκευή του αγωγού Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη κλπ. Έτσι λοιπόν η αναλογία δυνάμεων και συμφερόντων σε μια διαπραγμάτευση έχει βασική σημασία.)

Ο ΔΙΑΛΟΓΟΣ

Δεν πρέπει να συγχέουμε τη διαπραγμάτευση με τον διάλογο. Ο διάλογος είναι, ή τουλάχιστον πρέπει να είναι, μια συνεχής, αδιάκοπη διαδικασία επικοινωνίας μεταξύ των κρατών. Διπλωματικές σχέσεις δεν έχουν νόημα, αν πρόκειται να περιορίζονται στην απλή παρουσία πρέσβεων των δυο χωρών στις αντίστοιχες πρωτεύουσες. Άρνηση του διαλόγου δεν προωθεί τις υποθέσεις. Και η χώρα που τον αρνείται φαίνεται σαν να τον φοβάται.

Ο διάλογος, όταν διεξάγεται σωστά και με προσοχή είτε στο υπηρεσιακό είτε στο πολιτικό επίπεδο, βοηθεί στην αμοιβαία κατανόηση των απόψεων και των βλέψεων των διαλεγομένων και έτσι μπορεί καμμιά φορά να ανοίξει το δρόμο για μια διαπραγμάτευση ή αντίστροφα να προειδοποιήσει ότι μια διαπραγμάτευση θα είναι μάταια. Μπορεί όμως και να παρασύρει σε διαπραγμάτευση για θέματα που δεν είναι διαπραγματεύσιμα ή σε μια χρονική στιγμή, όπου η έναρξη διαπραγματεύσεως θα ήταν ανεπίκαιρη. (Μεταξύ 1978 και 1981 ως Μόνιμος Υπηρεσιακός Γενικός Γραμματεύς του Υπουργείου Εξωτερικών είχα έναν τέτοιον διάλογο με τον Τούρκο ομόλογο μου. Συναντιόμαστε πότε εδώ, πότε στην Άγκυρα, πότε σε τρίτη χώρα, εξέθετε ο καθένας τις απόψεις του για τις ελληνοτουρκικές διαφορές και εκκρεμότητες και χωριζόμαστε για να ξανασυναντηθούμε σε τρεις ή τέσσερις μήνες. Διεπίστωνα και εγώ όπως και αυτός ότι η έναρξη μιας διαπραγμάτευσης για τις διμερείς μας εκκρεμότητες δεν θα οδηγούσε πουθενά. Είχε όμως κατά κάποιον τρόπο την αξία του και αυτός ο διάλογος. Δεν ήταν «διάλογος κωφών». Ήταν μάλλον σαν μια προσεκτική αναγνώριση του εδάφους, μια ευκαιρία να δώσω την εικόνα της δικής μας σκέψης και να καταλάβω τον ειρμό της σκέψης της άλλης πλευράς.)

Σημασία πάντως δεν έχει η ορολογία «διάλογος» ή «διαπραγμάτευση», αλλά η ουσία των ανταλλαγών ανάμεσα στις κυβερνήσεις. Εκείνο που αποτελεί την ουσιαστική διαφορά είναι ότι, ενώ ο διάλογος είναι τμήμα μιας διαδικασίας συνεχούς επικοινωνίας, η διαπραγμάτευση, όταν αρχίζει, έχει ένα συγκεκριμένο στόχο, να καταλήξει δηλαδή σε κάποια ρύθμιση γραπτή ή προφορική, αλλά πάντως πολιτικά ή και νομικά δεσμευτική για τα δύο μέρη.

ΠΡΟΚΑΤΑΡΚΤΙΚΑ ΣΤΑΔΙΑ ΤΗΣ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗΣ

Συνήθως πριν την έναρξη της διαπραγμάτευσης για ένα θέμα ή ένα πλέγμα θεμάτων προηγείται η βολιδοσκόπηση. Μπορεί να έχει προηγηθεί ένας διάλογος, ή μπορεί να γίνει μια άτυπη και αθόρυβη βολιδοσκόπηση με σκοπό να εξακριβώσει τις διαθέσεις της άλλης πλευράς για την έναρξη της συγκεκριμένης διαπραγμάτευσης. Η βολιδοσκόπηση μπορεί να γίνει είτε σε υπηρεσιακό, είτε σε πολιτικό επίπεδο ή ακόμη και από κάποια τρίτη χώρα ή κάποιον διακρατικό οργανισμό ή ακόμη και από κάποιον ιδιώτη.

(Η βολιδοσκόπηση για την έναρξη των γερμανοσοβιετικών διαπραγματεύσεων που κατέληξαν στο Σύμφωνο Ρίμπεντροπ-Μολότωφ τον Αύγουστο 1939 έγινε σε χαμηλό υπηρεσιακό επίπεδο από ένα μέλος της σοβιετικής εμπορικής αντιπροσωπείας στο Βερολίνο. Η βολιδοσκόπηση για τις αμερικανοσοβιετικές διαπραγματεύσεις που εκτόνωσαν την κρίση της Κούβας το 1962 έγινε από ανταποκριτή του ΤΑΣΣ σε Αμερικανό δημοσιογράφο.)

Αν και τα δυο ενδιαφερόμενα μέρη δείξουν τη διάθεση να προχωρήσουν, τότε αρχίζει «η διαπραγμάτευση περί της διαπραγμάτευσης» που σε πρώτη φάση είναι μια προκαταρκτική διερεύνηση για το πώς θα έβλεπε η κάθε πλευρά το γενικό πλαίσιο στο οποίο θα διεξαχθεί η διαπραγμάτευση. (Παρατεταμένες talks about talks έγιναν π.χ. μεταξύ Ελλάδος- Τουρκίας-Κυπριακής Κυβερνήσεως-Τουρκοκυπρίων από το Φεβρουάριο ως τον Ιούνιο 1968 για να μπορέσουν να αρχίσουν οι διαπραγματεύσεις Κληρίδη-Ντενκτάς.)

Σε μερικές περιπτώσεις η μία πλευρά προβάλλει εκ των προτέρων όρους και εξαρτά την έναρξη των διαπραγματεύσεων από την ικανοποίηση των όρων αυτών. Μια τέτοια κίνηση άλλοτε υπαγορεύεται από κάποιον ουσιαστικό λόγο, άλλοτε είναι απλώς ένας τακτικός ελιγμός, άλλοτε τέλος είναι απλώς ένας εύσχημος τρόπος να ματαιωθεί η έναρξη της διαπραγματεύσεως.

(Εάν σε μια επικείμενη διαπραγμάτευση οι Παλαιστίνιοι ζητήσουν να αναγνωρίσει εκ των προτέρων το Ισραήλ το δικαίωμα ύπαρξης Παλαιστινιακού κράτους, αυτό μπορεί να θεωρηθεί ως ουσιαστική προϋπόθεση για να έχει νόημα η διαπραγμάτευση. Αν όμως ζητήσουν να αναγνωρισθεί εκ των προτέρων το δικαίωμα της επιστροφής των Παλαιστινίων προσφύγων στις προ του 1948 εστίες τους, αυτό θα αποτελούσε πρόσχημα για τη ματαίωση του διαλόγου.)

Όταν διαπιστωθεί η κοινή πρόθεση για την έναρξη της διαπραγμάτευσης μέσα σε κάποιο γενικό πλαίσιο αποδεκτό και στις δυο πλευρές, προχωρούν οι προπρασκευαστικές συνεννοήσεις. Αυτές περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων τον καθορισμό της ημερησίας διατάξεως, του επιπέδου των διαπραγματευτών, του τόπου διεξαγωγής των διαπραγματεύσεων, ενδεχομένως και τη διάρκεια τους ή ακόμη και άλλες λεπτομέρειες, όπως η γλώσσα στην οποία θα διεξαχθεί η διαπραγμάτευση, η τήρηση ή όχι κοινών συμφωνημένων πρακτικών κλπ.

– Ο καθορισμός της ημερησίας διατάξεως έχει πολύ ουσιαστική σημασία. Αν δεν συμφωνηθεί εξαρχής ποια θέματα θα τεθούν προς συζήτηση, υπάρχει το ενδεχόμενο είτε να φέρονται αιφνιδιαστικά προς συζήτηση νέα θέματα ή να αγνοούνται θέματα που κατά την άποψη της μιας πλευράς θα έπρεπε να συζη- τηθούν. Γι’ αυτό η «ανοιχτή» ημερήσια διάταξη σε μια διαπραγμάτευση έχει τους κινδύνους της.
(Σε μια ενδεχόμενη ελληνοτουρκική διαπραγμάτευση π.χ. η Τουρκία μπορεί να θέλει να θέσει ζήτημα αναγνωρίσεως διπλής υπηκοότητος, ελληνικής και τουρκικής στους Μουσουλμάνους της Λ.Θράκης. Αίτημα που η ελληνική πλευρά θα αρνηθεί καν να συζητήσει. Μπορεί όμως η Τουρκία να θέσει θέμα διδασκαλίας της τουρκικής στα μειονοτικά σχολεία της περιοχής, πράγμα που η ελληνική πλευρά ίσως να μην αρνηθεί να το συζητήσει, έχοντας υπόψη το διαχωρισμό των τουρκόφωνων από τους πομακοφώνους της περιοχής.)

-Το επίπεδο στο οποίο θα διεξαχθεί η διαπραγμάτευση πρέπει επίσης να προκαθορισθεί. Συνηθισμένη πρακτική σε ιδιαίτερα σοβαρό αντικείμενο είναι να προηγείται η συνάντηση σε υπηρεσιακό επίπεδο για να προετοιμασθεί το έδαφος, να επακολουθεί μια εναρκτήρια φάση σε επίπεδο πολιτικής ηγεσίας που να διαμορφώσει το κεντρικό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κινηθεί η συζήτηση, να ακολουθεί η λεπτομερέστερη επεξεργασία των θεμάτων σε υπηρεσιακό επίπεδο για να καταλήξει σε μια νέα συνάντηση της πολιτικής ηγεσίας των δυο χωρών για την άρση των διαφορών που τυχόν παρέμειναν άλυτες στο υπηρεσιακό επίπεδο και την ολοκλήρωση και επιβεβαίωση της συμφωνίας.

(Στην πρώτη επίσκεψη του Κ .Καραμανλή στη Μόσχα το 1979 προηγήθηκαν υπηρεσιακές ανταλλαγές απόψεων μεταξύ Αθηνών και Μόσχας, ακολούθησαν συζητήσεις Καραμανλή-Γκρομίκο, κατόπιν οι υπηρεσιακές αντιπροσωπείες συναντήθηκαν σε σειρά συνεδριάσεων, καταρτίσθηκε ένα κείμενο με τα απομένοντα σημεία διαφωνίας εντός αγκυλών, το κείμενο παρουσιάσθηκε στους δυο πολιτικούς ηγέτες οι οποίοι τελικά συμφώνησαν σε ένα κοινό κείμενο.)

τόπος διεξαγωγής της διαπραγματεύσεως έχει επίσης σημασία, όχι απλώς για λόγους γοήτρου της μιας ή της άλλης πλευράς, αλλά γιατί το κλίμα του τόπου ενδέχεται να επηρεάζει την όλη ατμόσφαιρα των συνομιλιών. Συχνή είναι γι’ αυτό η επιλογή ενός ουδέτερου χώρου, όπως είναι οι έδρες των Ην. Εθνών στη Νέα Υόρκη και στη Γενεύη. Ή επιλέγεται η μέθοδος της εναλλάξ συζητήσεως στο έδαφος της μιας και της άλλης χώρας.

(Οι ουσιαστικές διαπραγματεύσεις για τη Σύμβαση του Δικαίου της Θαλάσσης άρχισαν στο Καράκας της Βενεζουέλας, γιατί η εκεί κυβέρνηση νόμιζε ότι έτσι θα επηρέαζε τη διάσκεψη ευνοϊκά για τις θέσεις της. Στην εξέλιξη όμως φάνηκε ότι αυτό μάλλον δυσχέρειες προκαλούσε στην προώθηση των εργασιών και τελικά η σύμβαση ολοκληρώθηκε στη Τζαμάϊκα.)

Η διάρκεια της διαπραγματεύσεως δεν είναι πάντοτε δυνατόν, αλλά ούτε και σκόπιμο καμμιά φορά να καθορίζεται εκ των προτέρων. Σε μερικές όμως περιπτώσεις ο καθορισμός συγκεκριμένου χρόνου εντός του οποίου θα πρέπει να καταλήξουν οι συνομιλίες δικαιολογείται από τη φύση του αντικειμένου, αν δηλαδή υπάρχουν προθεσμίες ή αν το θέμα είναι εξαιρετικά επείγον. Τότε για να αποφεύγεται η σκόπιμη παρέλκυση των συνομιλιών από τη μία πλευρά, καλό είναι να διευκρινίζεται εκ των προτέρων ποια είναι τα χρονικά περιθώρια για την επίτευξη συμφωνίας.

(Οι ετήσιες συνομιλίες μεταξύ Αιγύπτου και Σουδάν για τη χρήση και τον έλεγχο των υδάτων του Νείλου πρέπει να ολοκληρώνονται εγκαίρως πριν αρχίσει η περίοδος των βροχών στις περιοχές των πηγών του Λευκού και του Κυανού Νείλου.)

ΣΤΗΝ ΠΟΡΕΙΑ ΤΩΝ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΕΩΝ

Τόσο στο προπαρασκευαστικό στάδιο όσο και, ιδίως, στο στάδιο των ουσιαστικών συνομιλιών καίριο ρόλο παίζει η τακτική που θα επιλέξει να ακολουθήσει η κάθε πλευρά. Οι στρατηγικοί στόχοι που επιδιώκει η κάθε πλευρά υποτίθεται ότι είναι δεδομένοι πριν ακόμη αρχίσει η διαπραγμάτευση. Η τακτική όμως αναγκαστικά προσαρμόζεται όχι μόνο προς τους επιδιωκόμενους στόχους, αλλά και προς την τακτική της άλλης πλευράς.

Το αντικείμενο της διαπραγματεύσεως άλλοτε αφήνει μεγαλύτερο περιθώριο ευκαμψίας, άλλοτε το περιθώριο αυτό είναι εξόχως στενό. Άλλοτε υπάρχουν, άλλοτε δεν υπάρχουν εναλλακτικές προσπελάσεις που μπορούν να δοκιμασθούν στη διάρκεια των συνομιλιών.

(Μια οικονομική συμφωνία για τη χρηματοδότηση ενός έργου κοινού ενδιαφέροντος, π.χ.του αγωγού Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη, προσφέρεται σε διερεύνηση διαφόρων μεθόδων και λύσεων. Μια διαπραγμάτευση όμως για την οριοθέτηση συνόρων αφήνει πολύ μικρά περιθώρια κινήσεων.)

Εξ άλλου έχει σημασία η γνώση και εμπειρία περί των διαπραγματευτικών μεθόδων της άλλης πλευράς. Ο πεπειραμένος διπλωμάτης γνωρίζει λίγο-πολύ την τακτική που συνήθως ακολουθεί ο αντιδιαπραγματευόμενος. Άλλος είναι γνωστό ότι ακολουθεί τακτική παρελκύσεως και τριβής για καταπόνηση του αντιπάλου, άλλος εμφανίζεται αρχικά με υπέρμετρες απαιτήσεις για να τις περιορίσει κατόπιν σταδιακά. Άλλος είναι φαινομενικά ελαστικός στην αρχή της διαπραγματεύσεως για να εμφανίσει σταδιακά ολοένα νέες απαιτήσεις. Άλλος εμφανίζεται διαλλακτικός στις γενικές συζητήσεις και εκδηλώνει τη σκληρή του στάση στις επί μέρους ρυθμίσεις. Γνωρίζοντας αυτά και συνδυάζοντας τα πάντοτε με τους δικούς του στόχους, ο διπλωμάτης προγραμματίζει και τη δική του τακτική, κρατώντας πάντα την ευχέρεια να την προσαρμόζει ανάλογα με την εξέλιξη των διαπραγματεύσεων.

(Από την προσωπική μου εμπειρία θυμούμαι την εκνευριστική βραδύτητα με την οποίαν προχωρούσαν οι συνομιλίες με τους Σοβιετικούς, με επιμονή σε ασήμαντες λεπτομέρειες και συνεχή επανάληψη των ίδιων επιχειρημάτων με φανερό σκοπό την καταπόνηση της δικής μας πλευράς. Οι αναμνήσεις μου από διαπραγμάτευση με τους Τούρκους ήταν ότι η συζήτηση άρχιζε με προβολή υπερβολικών αιτημάτων και απαιτήσεων για να τοποθετηθεί εξ αρχής η συζήτηση σε ένα ακραίο σημείο πριν αρχίσει η σταδιακή υποχώρηση. Αντίθετα σε διαπραγμάτευση με Αιγυπτίους είχα αρχικά την εντύπωση ότι όλα θα προχωρήσουν σχετικά εύκολα, εντύπωση που έρχονταν σταδιακά να διαλύσουν ολοένα νέες απαιτήσεις.)

(Ιδιάζουσα περίπτωση παρουσιάστηκε στη διάρκεια των διαπραγματεύσεων για την ένταξη μας στην ΕΟΚ. Μετά. την κατάρρευση των δικτατοριών στην Ισπανία και την Πορτογαλία, σχεδόν ταυτόχρονα με την πτώση της ελληνικής χούντας, άρχισαν να εκδηλώνονται διαθέσεις στη Μαδρίτη και τη Λισαβόνα για ένταξη στην ΕΟΚ. Και στις Βρυξέλλες, ενώ είχε ήδη αρχίσει η διαδικασία των ελληνικών ενταξιακών διαπραγματεύσεων, άρχισαν να ακούγονται σκέψεις για «ομαδοποίηση» των τριών περιπτώσεων σε μία μεγάλη ενιαία διαπραγμάτευση. Πράγμα που φυσικά δεν μας συνέφερε, αφού ήταν γνωστό ότι τα προβλήματα των δύο άλλων υποψηφίων ήταν μεγαλύτερα και διαφορετικά από τα δικά μας και μια τέτοια «ομαδοποίηση» θα καθυστερούσε τη δική μας ένταξη. Το συμπέρασμα ήταν ότι έπρεπε από τη δική μας πλευρά να επιταχύνουμε τη διαπραγμάτευση και γι ‘αυτό προσαρμόσαμε ανάλογα την όλη μας τακτική για να δώσουμε ώθηση στην όλη διαδικασία. Πράγματι οι δυο άλλες χώρες κατόρθωσαν να ενταχθούν πέντε ολόκληρα χρόνια μετά την Ελλάδα.)

Μεγάλο ρόλο παίζει η επιλογή του χρόνου κατά τον οποίον εκδηλώνεται μια πρωτοβουλία ή μια νέα τακτική κίνηση. Η υποβολή π.χ.νέων προτάσεων ή η απειλή διακοπής των συνομιλιών, η διατύπωση επιφυλάξεων ή η αναβολή της ρυθμίσεως σε ένα επί μέρους θέμα πρέπει να γίνονται στη στιγμή που θα φέρουν το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα.

Κατά κανόνα η διαπραγμάτευση θεωρείται σαν μια δέσμη συμφωνιών. Τα επί μέρους θέματα, είτε εξετάζονται διαδοχικά είτε παράλληλα, δεν θεωρείται ότι ρυθμίζονται οριστικά, αν δεν επιτευχθεί η γενική συμφωνία. Η όλη διαπραγμάτευση τελεί συνήθως υπό την αίρεση της ολικής συμφωνίας, για να αποτρέπεται ο κίνδυνος να εξασφαλίσει η μία πλευρά κάποιο πλεονέκτημα σε ένα επί μέρους θέμα, να το θεωρήσει κεκτημένο και να μην προχωρήσει κατόπιν στην αναμενόμενη αντιπαροχή σε ένα άλλο θέμα.

Η πιο λεπτή ίσως απόφαση που πρέπει να λάβει ένας διαπραγματευτής είναι μέχρι ποιου σημείου θα επιμείνει και πότε θα υποχωρήσει. Πάντοτε υπάρχει η αμφιβολία, μήπως θα έφθανε σε καλύτερο αποτέλεσμα, αν είχε επιμείνει περισσότερο σε κάποιο σημείο. Αλλά πάντα υπάρχει και ο φόβος ότι, αν επιμείνει για κάτι παραπάνω θα σπάσει η διαπραγμάτευση.

(Αυτή την τακτική, της λεγομένης «κρημνοβασίας» ακολουθούσε κατά κανόνα ο Μακάριος με δυσμενή για την κυπριακή υπόθεση αποτελέσματα.)

ΠΟΛΥΜΕΡΕΙΣ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΕΙΣ

Η διαπραγμάτευση μεταξύ δυο κυβερνήσεων δεν είναι πάντοτε η πιο εύκολη, είναι πάντως η πιο απλή, γιατί υπάρχουν μόνο δυο πλευρές που αναζητούν τη συμφωνία. Περιπλέκονται τα πράγματα, όταν οι διαπραγματευόμενες πλευρές είναι περισσότερες από δύο, πράγμα όχι σπάνιο. Εκεί τα πράγματα αλλάζουν. Η σύμπτωση ή αντίθεση ή επικάλυψη των συμφερόντων είναι διαφορετική. Χρειάζεται άλλη τακτική, ακόμη πιο κινητική απ’ ό,τι σε διμερείς διαπραγματεύσεις. Αναζητούνται σημεία συμπλεύσεως με άλλους συνδιαπραγματευομένους, για να ανακοπεί π.χ. η προσπάθεια ενός τρίτου ή καταβάλλεται προσπάθεια να εξασθενήσει η σύμπραξη των άλλων μεταξύ τους, όταν αυτή δεν είναι συμφέρουσα. Αν ένας διαπραγματευόμενος αναλάβει το ρόλο του συμβιβαστού ανάμεσα στους άλλους μπορεί να ενισχύσει τελικά τη θέση του, μπορεί όμως και να την επιβαρύνει. Οι κανόνες του παιχνιδιού στην πολυμερή διαπραγμάτευση, αν μπορεί κανείς να μιλήσει για κανόνες, είναι διαφορετικοί.

Ακόμη περισσότερο διαφέρουν οι όροι και συνθήκες της διαπραγματεύσεως, όταν αυτή γίνεται στο πλαίσιο ενός διεθνούς οργανισμού με πολυάριθμη ή και παγκόσμια συμμετοχή. Το πλαίσιο των συζητήσεων διαφέρει πολύ ριζικά ανάμεσα π.χ. στους τρεις μεγάλους διεθνείς οργανισμούς που ενδιαφέρουν τη χώρα μας, τον ΟΗΕ, το ΝΑΤΟ και την Ε.Ε. Εκεί θα μπορούσε κανείς να πει ότι πιο σημαντική είναι η διπλωματική κινητικότητα στους διαδρόμους και στο παρασκήνιο απ’ αυτά που συζητούνται στο τραπέζι της διασκέψεως.

(Στη Διάσκεψη του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θαλάσσης η αντιπροσωπεία μας έπρεπε να εξασφαλίσει τη συμπαράσταση και άλλων νησιωτικών ή αρχιπελαγικών κρατών, να κρατήσει προσεκτικές αποστάσεις από τα θέματα των ωκεανείων βυθών που δεν μας αφορούσαν απευθείας, να σταθμίσει με ποιες αντιπροσωπείες και μέχρι ποιου σημείου θα συνεργαζόταν στα θέματα της ναυσιπλοΐας.)

(Σχετικά με τις ενταξιακές μας διαπραγματεύσεις με την τότε ΕΟΚ πρέπει να επισημανθεί  ότι τυπικά η διαπραγμάτευση γινόταν διμερώς, δηλαδή μεταξύ της υποψήφιας Ελλάδος και της εναλλασσόμενης προεδρίας του Συμβουλίου της ΕΟΚ, η οποία εξέφραζε τις κοινές αποφάσεις των μελών. Αυτό όμως δεν εμπόδιζε την ελληνική πλευρά να κινείται παρασκηνιακά στις κυβερνήσεις των εννέα τότε μελών για να επιτύχει τη συγκατάθεση τους στην αλλαγή της κοινής γραμμής των Εννέα. Γνωρίζοντας τα θέματα για τα οποία η κάθε κυβέρνηση είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον, προσπαθούσαμε σε κατ Ιδίαν επαφές να επιτύχουμε τη συμφωνία τους να επιδιώξουν κάποια μεταβολή στην κοινή στάση, έτσι ώστε να προσεγγίζει τις δικές μας επιδιώξεις. Παράλληλη προσπάθεια γινόταν και προς την πλευρά της Ευρ. Επιτροπής που σαν κεντρικός τεχνοκρατικός φορέας έπαιζε καίριο ρόλο.)

Η ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΩΝ ΟΔΗΓΙΩΝ

Αν η διαπραγμάτευση με την όποιαν άλλη πλευρά είναι εξ ορισμού λεπτή και δύσκολη υπόθεση, ακόμη πιο δύσκολη γίνεται η θέση του διαπραγματευτού όταν έχει να διαπραγματευθεί με την ίδια του την κυβέρνηση, γιατί σε κάποιο σημείο κρίνει πως επιβάλλεται μια αναθεώρηση των οδηγιών του. Από την πορεία των συνομιλιών ο διαπραγματευτής μπορεί να κρίνει ότι χρειάζεται η αλλαγή πορείας ή ότι είναι ανάγκη να γίνουν ορισμένες παραχωρήσεις για να επιτευχθεί κάποιο κέρδος αλλού. Συμβαίνει όμως καμμιά φορά να είναι ιδιαίτερα δύσκολο να μεταπείσει ο διαπραγματευτής τη δική του κυβέρνηση για μια επιβαλλόμενη κατά την κρίση του στροφή. Οι οδηγίες της κυβέρνησης είναι κάποτε ασφυκτικές, άλλοτε υπάρχει κάποια άνεση στις κινήσεις του. Σε κάθε περίπτωση όμως, είτε προχωρεί ο διαπραγματευτής με δική του πρωτοβουλία είτε πετυχαίνει να αναθεωρηθούν οι οδηγίες του, η ευθύνη του είναι βαριά. (Στην περίπτωση των ελληνικών ενταξιακών διαπραγματεύσεων που αναφέρθηκε παραπάνω το ενδεχόμενο ομαδοποίησης της δικής μας υπόθεσης με τις υποψηφιότητες της Ισπανίας και της Πορτογαλίας επέβαλε την ανάγκη αλλαγής της τακτικής μας, αλλά ευτυχώς για τους διαπραγματευτές μας η τότε κυβέρνηση συμμερίσθηκε απόλυτα την άποψη αυτή.)

ΟΙ ΕΜΠΕΙΡΟΓΝΩΜΟΝΕΣ

Είναι λίγες οι διαπραγματεύσεις που διεξάγονται αποκλειστικά σε πολιτικο-διπλωματικό πλαίσιο. Ανάλογα με το περιεχόμενο τους περιέχουν κατά κανόνα και διάφορα ειδικότερα τεχνικά στοιχεία, είτε πρόκειται για εδαφικές ή οικονομικές ή άλλες ρυθμίσεις. Η συμμετοχή ειδικών εμπειρογνωμόνων είναι σχεδόν σε κάθε συμφωνία απαραίτητη. Συχνά τα ειδικότερα αυτά θέματα συζητούνται σε υποεπιτροπές ή ομάδες εργασίας των δυο πλευρών. Οι εμπειρογνώμονες πρέπει να έχουν υπόψη τους το γενικό στρατηγικό στόχο που επιδιώκει η κυβέρνηση τους, να ενημερώνονται συνεχώς από τον κύριο διαπραγματευτή για τη γενικότερη πορεία των συνομιλιών και με τη σειρά τους να τον ενημερώνουν για κάθε εξέλιξη στη δική τους επιτροπή. Έργο του κυρίου διαπραγματευτή είναι ο συντονισμός όλης της διαπραγματευτικής του ομάδας για να τηρείται μια ενιαία και συνεπής γραμμή.

ΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ

Η ευθύνη του διαπραγματευτή δεν τελειώνει, αν δεν διατυπωθεί σε κείμενο η συμφωνία. Είτε πρόκειται για τυπική σύμβαση είτε όχι, είτε πρόκειται ακόμη και για κοινό ανακοινωθέν, η διατύπωση του κειμένου είναι υπόθεση που περικλείει ενδεχομένως παγίδες. Ο διαπραγματευτής πρέπει ανάλογα με την περίπτωση να ζητεί τη γνώμη και νομικού ή άλλων εμπειρογνωμόνων για να διατυπωθεί κείμενο που να αποτρέπει, όσο γίνεται, μελλοντικές αμφισβητήσεις.

(Το κοινό ανακοινωθέν μετά την επίσκεψη του Κ. Καραμανλή στη Μόσχα άρχισε να συντάσσεται…πριν την επίσκεψη. Οι Σοβιετικοί έστειλαν στην Αθήνα ένα σχέδιο ανακοινωθέντος, από το Υπουργείο μας απαντήσαμε με ένα αντισχέδιο, όταν έφθασε η αντιπροσωπεία μας στη Μόσχα αρχίσαμε διαπραγμάτευση σε υπηρεσιακό επίπεδο ενώ οι συνεχίζονταν οι συνομιλίες Καραμανλή-Γκρομύκο. Συνολικά δαπανήθηκαν για τη σύνταξη του κειμένου του κοινού ανακοινωθέντος …40 ώρες για να φθάσει τελικά στους πολιτικούς ηγέτες με αγκύλες σε δύο μόνο σημεία διαφωνίας σχετικά με το Αιγαίο όπου οι Σοβιετικοί δεν ήθελαν να περιληφθεί τίποτε που θα έθιγε τους Τούρκους. Όταν στην τελευταία συνάντηση Καραμανλή-Γκρομύκο τέθηκε το κείμενο υπόψη τους, ο Γκρομΰκο χωρίς άλλη συζήτηση διέγραψε τις επιφυλάξεις των δικών του συμβούλων. Σαφής ένδειξη ότι οι πολύωρες σοβιετικές αντιρρήσεις είχαν γίνει απλώς σαν τμήμα της συνηθισμένης σοβιετικής τακτικής καταπόνησης της άλλης πλευράς.)

ΑΤΥΠΕΣ ΕΠΑΦΕΣ

Η διαπραγμάτευση δεν εκτυλίσσεται μόνο γύρω από το τραπέζι των συνομιλιών. Οι άτυπες συναντήσεις μεταξύ των πλευρών σε όποιες ευκαιρίες παρουσιάζονται μπορεί να αποδειχθούν πιο αποδοτικές. Γιατί εκεί γίνεται μια λιγότερο δεσμευτική, άρα και πιο ανοιχτή συζήτηση, ρίχνεται μια ιδέα με τρόπο που να είναι λιγότερο δεσμευτικός, διερευνώνται οι αντιδράσεις του άλλου, περνούν μηνύματα που στο τραπέζι των συνομιλιών είναι πιο δύσκολο να εκφρασθούν. Αυτή η άτυπη επαφή δεν περιορίζεται μόνο στους κυρίους αντιπροσώπους, μπορεί να πραγματοποιείται και στο επίπεδο των συνεργατών τους, εφ’ όσον υπάρχει προσυνεννόηση με τον κύριο υπεύθυνο της διαπραγματεύσεως και στη συνέχεια πλήρης ενημέρωση του.

Ούτε περιορίζεται η διαπραγμάτευση στον τόπο των συνομιλιών. Οι διαπραγματευόμενες κυβερνήσεις έχουν πάντα στη διάθεση τους και τους κανονικούς διαύλους των πρεσβειών τους μέσω των οποίων μπορούν να παρεμβαίνουν για να διευκολύνουν τη διαπραγμάτευση. Αλλά και τρίτες κυβερνήσεις ή εκπρόσωποι διακυβερνητικών οργανισμών μπορεί να παρεμβαίνουν για να ξεπερασθεί κάποιο αδιέξοδο ή για να επιταχυνθεί κάποια συμφωνία.

Η ΣΚΛΗΡΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Από τα όσα ανέφερα ως τώρα μπορεί να σχηματίσει κανείς την εντύπωση πως το τραπέζι των διαπραγματεύσεων είναι πάντα ένα οριζόντιο επίπεδο. Στην πράξη αυτό δεν συμβαίνει. Συχνά το επίπεδο είναι κεκλιμένο. Δεν προσέρχονται οι δύο (ή περισσότερες) πλευρές στη διαπραγμάτευση με τις ίδιες προϋποθέσεις, με τις ίδιες δυνάμεις, με τις ίδιες αντοχές.

Η ακραία φυσικά περίπτωση είναι η διαπραγμάτευση μιας συνθήκης ειρήνης ύστερα από έναν πόλεμο, όταν η μία πλευρά προσέρχεται ως νικήτρια και η άλλη ως ηττημένη. Είναι αυτονόητο ότι τότε δεν διαπραγματεύονται ως ίσος προς ίσον και η διαπραγμάτευση πέρνει τη μορφή «υπαγόρευσης» ή το πολύ περιορίζεται σε δευτερεύοντα θέματα.

(Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση των δύο διαπραγματεύσεων, στις Σέβρες το 1920 και στη Λωζάννη το 1923. Στην πρώτη η Ελλάς προσήλθε στο τραπέζι νικήτρια μαζί με τους συμμάχους της. Στην ηττημένη Τουρκία επεβλήθησαν όροι βαρείς που ισοδυναμούσαν με διαμελισμό της χώρας μεταξύ των νικητών. Στη Λωζάννη η Ελλάς προσήλθε ηττημένη και χωρίς συμμάχους με τα γνωστά αποτελέσματα. Το ενδιαφέρον είναι ότι και στις δυο περιπτώσεις ο Βενιζέλος ήταν ο διαπραγματευτής, την πρώτη φορά νικητής και με συμμάχους τη δεύτερη φορά ηττημένος και χωρίς συμμάχους. Την πρώτη φορά επέτυχε πολλά, τη δεύτερη φορά όμως η προσπάθεια του επικεντρώθηκε στην προσπάθεια να αποτρέψει τα χειρότερα.) (Αξιοζήλευτη πάντως υπήρξε η διαπραγματευτική επιδεξιότητα της Ιταλίας από τα μέσα του 19ου αι. μέχρι το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Σε σειρά πολέμων δεν είχε να επιδείξει παρά μόνον ήττες στο πεδίο των μαχών, αλλά και μόνον επιτυχίες στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων!)

Δεν είναι όμως πάντοτε οι διαπραγματεύσεις η κατάληξη πολεμικών αναμετρήσεων που να οδηγούν σε ήττες ή νίκες της μιας ή της άλλης πλευράς. Ακόμα όμως και αν πρόκειται τα θέματα που συνήθως αποτελούν αντικείμενο διεθνούς διαπραγμάτευσης, συμβαίνει πολύ συχνά η μία πλευρά να είναι σε ισχυρότερη θέση, άρα να έχει εξ αρχής κάποιο πλεονέκτημα απέναντι της άλλης. ‘ (Όταν η διαπραγμάτευση π.χ. αφορά την αξιοποίηση ποταμίου υδάτινου πλούτου η χώρα που βρίσκεται στα ανάντη διαθέτει διαπραγματευτικό πλεονέκτημα, όπως η Τουρκία έναντι της Συρίας και του Ιράκ για τα νερά του Ευφράτη-Τίγρη. Η χώρα που έχει πηγές υδρογονανθράκων, πετρελαίου ή αερίου, έχει πλεονέκτημα έναντι εκείνου που θέλει να κατασκευάσει αγωγό παροχής, όπως το Αζερμπαϊτζάν έναντι της Τουρκίας.)

Σε τέτοιες ακριβώς περιπτώσεις έχει ιδιαίτερη αξία ο τρόπος με τον οποίον διαπραγματεύεται η ασθενέστερη πλευρά, η επιχειρηματολογία που αναπτύσσει, η τακτική την οποίαν επιλέγει. (Όταν το 43Ι π.Χ. στις παραμονές του Πελοποννησιακού πολέμου η ένταση μεταξύ Κορινθίων και Κερκυραίων με αφορμή την Επίδαμνο είχε φτάσει σε οξύ σημείο, έστρεψαν τις προσπάθειες τους να εξασφαλίσουν συμμάχους μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων της εποχής, της Α θήνας και της Σπάρτης. Είναι ιδιαίτερα διδακτικά τα όσα με λεπτομέρεια αναφέρει ο Θουκυδίδης για τις θέσεις που ανέπτυξαν στους Αθηναίους οι δυο πρεσβείες των Κορινθίων και των Κερκυραίων. Οι Κορίνθιοι στήριξαν την επιχειρηματολογία τους κυρίως στο ό,τι οι Κερκυραίοι είχαν παραβιάσει το δίκαιο, τις σπονδές, τους όρκους κλπ. Οι Κερκυραίοι αντίθετα εξέθεσαν στους Αθηναίους πόσα ωφελήματα θα απεκόμιζε η Αθήνα στρατιωτικά και οικονομικά αν τους βοηθούσε εναντίον των Κορινθίων. Δεν είναι περίεργο ότι οι Αθηναίοι βρήκαν πιο πειστικά τα επιχειρήματα των Κερκυραίων. Από όσα αφηγείται ο Θουκυδίδης δεν φαίνεται να έχουμε διδαχθεί εμείς οι σύγχρονοι, γιατί και τώρα συχνά μιλάμε για «απαράγραπτα δικαιώματα», για «αποφάσεις των Ην. Εθνών», για «κύρος των συνθηκών» πιστεύοντας ότι έτσι κατοχυρώνουμε καλύτερα τα συμφέροντα μας.)

η προσωπικότητα του διαπραγματευτου

Σε όλη αυτή τη διαδικασία η προσωπικότητα του κυρίου διαπραγματευτού έχει βαρύνουσα σημασία. Όσο και αν οι οδηγίες του είναι λεπτομερείς, όσο και αν η ευχέρεια των τηλεπικοινωνιών επιτρέπει τη συνεχή επαφή με την κυβέρνηση του, όσο και αν η αυξανόμενη σημασία των τεχνικών θεμάτων φαινομενικά ελαττώνει το πολιτικό στοιχείο, η προσωπικότητα του διπλωμάτη ή πολιτικού που αναλαμβάνει την ευθύνη μιας διαπραγμάτευσης είναι εκείνη που θα καθορίσει σε μεγάλο μέτρο την πορεία και την έκβαση των συνομιλιών. Δεν είναι μόνον ο συντονισμός των ενεργειών όλης της αντιπροσωπείας, η κατάλληλη χρήση τακτικών μεθόδων, η επιτυχημένη προβολή των θέσεων της χώρας του. Είναι και κάτι παραπάνω που εκδηλώνεται με την όλη του προσωπικότητα Θα σας διαβάσω ένα κείμενο συμβουλών προς διαπραγματευτή:

«Να είσαι όσο γίνεται πιο σαφής στην έκθεση των απόψεων σου. Αλλά δεν χρειάζεται να λες μονομιάς ό,τι έχεις να πεις πριν πάρεις μια γεύση των απόψεων της άλλης πλευράς. Να ακούς προσεκτικά, ιδίως να αναζητείς τα σημεία μιας δυνατής συμφωνίας. Να προσαρμόζεις τις μεθόδους σου στις περιστάσεις και να είσαι έτοιμος να κάνεις εκείνες τις παραχωρήσεις που συμβιβάζονται με την αξιοπρέπεια της χώρας σου και το σαφές περιεχόμενο των οδηγιών σου. Να ωθείς σταθερά και επίμονα προς μια συμφωνία, και να μην ξεχνάς ότι όσο πιο σύντομα επιτευχθεί μια δίκαιη λύση, τόσο μεγαλύτερη αξία θα έχει, γιατί ο χρόνος είναι πάντα ένα στοιχείο στην πολιτική και η υπερβολική καθυστέρηση είναι καθαυτή ένα είδος αποτυχίας. Να είσαι πάντα ευγενής και ευπρεπής προς τους συναδέλφους σου της άλλης πλευράς και να μην τους εξάπτεις ή τους ερεθίζεις χωρίς λόγο. Μην κατατρίβεσαι σε δευτερεύοντα ζητήματα. Και μην παρασύρεσαι από τη ματαιόδοξη επιθυμία να θριαμβεύσεις με την επιχειρηματολογία σου κατατροπώνοντας τον ανταγωνιστή. Και πάνω απ’ όλα μη χάνεις ποτέ την ψυχραιμία σου.»

Το κείμενο αυτό γράφτηκε στις αρχές του 15ου αι. από τον Μπερνάρ ντε Ροζιέ, πρέσβη της Γαλλίας στην Αυλή της Καστίλης, αργότερα μάλιστα και Αρχιεπίσκοπο Τουλούζης. Είναι μια φωνή που έρχεται από τα βάθη των αιώνων και δείχνει ότι στη διπλωματία μερικές αλήθειες παραμένουν αναλλοίωτες στο πέρασμα του χρόνου.

Β .Θεοδωρόπουλος, πρέσβης επί τιμή

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s