Μεγάλη Βρετανία

Η μέχρι τώρα παρουσία της πολιτικής ηγεσίας του Βρετανικού υπουργείου άμυνας ήταν συνεχής αλλά διακριτική, αφήνοντας του τοπικούς διοικητές να εκτελούν την αποστολή που τους είχε ανατεθεί.

Η παρούσα οργάνωση των Βρετανικών Ενόπλων Δυνάμεων και του Βρετανικού Υπουργείου Άμυνας εδράζεται στη Στρατηγική Αμυντική Αναθεώρηση του 1998.

Επικεφαλής του Υπουργείου Άμυνας είναι ο Υπουργός (Secretary of State for Defence), ο οποίος έχει την ευθύνη για τη διαμόρφωση και την υλοποίηση της Αμυντικής Πολιτικής, καθώς και για την εξεύρεση των σχετικών μέσων και πόρων. Ο Υπουργός υποστηρίζεται από τρεις άλλους λειτουργούς σε υπουργικό επίπεδο (Ministers/Under Secretaries – είναι οι αντίστοιχοι Υφυπουργοί για τα Ελληνικά δεδομένα):

Α. τον Υφυπουργό Ενόπλων Δυνάμεων που έχει αρμοδιότητα για επιχειρησιακά θέματα και θέματα πολιτικής,

Β. τον Υφυπουργό Αμυντικών Προμηθειών που έχει αρμοδιότητα για θέματα αγοράς, ανάπτυξης και εξαγωγών εξοπλισμού, και

Γ. τον Υφυπουργό για Υποθέσεις Αποστράτων (Βετεράνων) που έχει αρμοδιότητα για θέματα προσωπικού (πολιτικού και στρατιωτικού), για θέματα αποστράτων και θέματα περιβάλλοντος εν σχέσει με τις Ένοπλες Δυνάμεις.

Κάτω από το ιεραρχικό επίπεδο της πολιτικής ηγεσίας του Βρετανικού Υπουργείου Άμυνας, λειτουργούν οι δυο βασικότεροι αξιωματούχοι του Υπουργείου:

Α.  ο Αρχηγός του Επιτελείου Άμυνας (Chief of Defence Staff) και

Β. ο Μόνιμος Γραμματέας (Permanent Secretary),

Αυτοί αποτελούν τις κορυφές της στρατιωτικής και πολιτικής ιεραρχίας του Υπουργείου, αντίστοιχα. Κανείς από τους δυο αυτούς αξιωματούχους δεν υπόκειται στον άλλο. Λειτουργώντας ως σύμβουλοι της πολιτικής ηγεσίας για την Αμυντική Πολιτική, για τα οικονομίκά της άμυνας, για τη διοίκηση της άμυνας και για επιχειρησιακά θέματα.

Τόσο ο Αρχηγός του Επιτελείου Άμυνας όσο και ο Μόνιμος Γραμματέας έχουν από ένα βοηθό, τον Υπαρχηγό του Επιτελείου Άμυνας και τον 2° Μόνιμο Γραμματέα, οι οποίοι είναι από κοινού επικεφαλής του Κεντρικού Επιτελείου (Central Staff), το οποίο θεωρείται ο πυρήνας του Υπουργείου Άμυνας Άλλα όργανα που βρίσκονται στις υψηλές θέσεις της ιεραρχίας του Υπουργείου Άμυνας είναι οι αρχηγοί των επιτελείων των τριών Κλάδων των Βρετανικών Ενόπλων Δυνάμεων, ο Επικεφαλής των Προμηθειών Άμυνας (Chief of Defence Procurement), o Επικεφαλής του Εφοδιασμού και Διοικητικής Μέριμνας Άμυνας (Chief of Defence Logistics), και ο Επικεφαλής Επιστημονικός Σύμβουλος (Chief Scientific Adviser), των οποίων τα καθήκοντα αντανακλώνται από τους τίτλους τους.Επισημαίνεται ότι πλην των αρχηγών των επιτελείων, όλοι οι προαναφερθέντες αξιωματούχοι του Βρετανικού Υπουργείου Αμυνας είναι πολιτικό προσωπικό.

Πυρήνας της κεντρικής δομής του Βρετανικού Υπουργείου Άμυνας είναι το Κεντρικό Επιτελείο. Η οργάνωση του Κεντρικού Επιτελείου στηρίζεται σε επτά διευθύνσεις. Οι τρεις από αυτές έχουν στρατιωτικούς επικεφαλής (σε επίπεδο αντιστράτηγου, αντιναυάρχου ή αντιπτεράρχου που θεωρούνται βοηθοί του Αρχηγού του Επιτελείου Άμυνας) και αφορούν:

  • το σχεδιασμό της εμπλοκής των Βρετανικών Ενόπλων Δυνάμεων σε κρίσεις,
  • την εκπόνηση ισορροπημένου εξοπλιστικού σχεδίου και
  • την ανάπτυξη πολιτικής σε θέματα στρατιωτικού προσωπικού (εν ενεργεία και αποστράτων) και εκπαίδευσης.

Οι άλλες τέσσερις διευθύνσεις έχουν ως επικεφαλής στελέχη του πολιτικού προσωπικού του Υπουργείου και αφορούν:

  • τη διαμόρφωση της πολιτικής άμυνας και ασφάλειας,
  • την οικονομική διαχείριση του Υπουργείου,
  • την παροχή επιστημονικών συμβουλών σε θεματα τεχνολογικής προόδου και έρευνας και
  • τη διαμόρφωση πολιτικής σε θέματα πολιτικού προσωπικού.

Υπάρχουν και άλλα τρία Τμήματα, που λειτουργούν αυτόνομα, στα πλαίσια του Κεντρικού Επιτελείου, το Επιτελείο Αμυντικών Πληροφοριων (θέματα κατασκοπείας-αντικατασκοπείας), ο Οργανισμός Υπηρεσιών Εξαγωγών Άμυνας (θέματα υποστήριξης Βρετανικής Αμυντικής Βιομηχανίας) και η Ιατρική Υπηρεσία Άμυνας. Στη Διεύθυνση Πολιτικής του Κεντρικού Επιτελείου. απασχολείται μικρός αριθμός ειδικών επιστημόνων π.χ. νομικών, διεθνολόγων, μηχανικών, ειδικών σε θέματα διοίκησης) αλλά αντιστρόφως ανάλογης σημασίας ως προς την παροχή ουσιαστικού αποτελέσματος. Η ευελιξία του μηχανισμού αυτού, του επιτρέπει να τροφοδοτεί συνεχώς την αποφασίζουσα πολιτική ηγεσία του Υπουργείου με στοιχεία, προτάσεις και επισημάνσεις που αφορούν τη στρατηγική που αυτό θα σχεδιάσει και θα υλοποιήσει στο επίπεδο των Διεθνών Σχέσεων και της διεθνούς σκηνής.

 

Γαλλία

Για να ανταπεξέλθει στις υποχρεώσεις του ρόλου αυτού το Υπουργείο έχει οργανωθεί κατά τέτοιο τρόπο που να υπάρχει σαφής κατανομή αρμοδιοτήτων και δυνατότητα ενεργειών μεταξύ των διαφόρων υπηρεσιών και ιεραρχικών επιπέδων. Πιο συγκεκριμένα, μετά τον Υπουργό Άμυνας και τον Υφυπουργό για θέματα Αποστράτων, το αμέσως κατώτερο ιεραρχικό επίπεδο περιλαμβάνει μια σειρά από ανώτατους   κρατικούς   λειτουργούς   και   αξιωματικούς:

  • το Γενικό Γραμματέα Διοίκησης (οικονομικά, θέματα πολιτικού   προσωπικού,   νομικά,   και   γενικότερα   θέματα διοικητικής οργάνωσης του Υπουργείου),
  • τον Αρχηγό του Επιτελείου Άμυνας,
  • τον Αρχηγό του Επιτελείου Στρατού Ξηράς,
  • τον Αρχηγό του Επιτελείου Ναυτικού,
  • τον Αρχηγό του Επιτελείου Αεροπορίας,
  • το Διευθυντή Στρατιωτικών Πληροφοριών,
  • το Γενικό Εκπρόσωπο (Delegue General) επί των Εξοπλισμών και
  • το Διευθυντή Στρατηγικών Υποθέσεων (Directeur des affaires strategiques).

Κάθε ένας από αυτούς τους αξιωματούχους έχει άμεση πρόσβαση στον Υπουργό και τον ενημερώνει σχετικά με το χαρτοφυλάκιο των αρμοδιοτήτων του.

Το κρίσιμο πεδίο της διαμόρφωσης της αμυντικής πολιτικής στο Γαλλικό Υπουργείο Άμυνας εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Διευθυντή Στρατηγικών Υποθέσεων. Για το λόγο αυτό ο επικεφαλής της, αν και στη διοικητική ιεραρχία έχει το βαθμό του Διευθυντή, έχει εξουσίες επί του θεματικού αντικειμένου της υπηρεσίας του (Διεθνείς Σχέσεις του Υπουργείου), οι οποίες φτάνουν σε επίπεδο υφυπουργού (Undersecretary). Οι θεματικές ενότητες αντανακλώνται στην οργάνωση της «Delegation aux affaires strategiques», η οποία διακρίνεται σε πέντε υποδιευθύνσεις (τμήματα) επιχειρησιακού χαρακτήρα και σε ένα τμήμα διοικητικής υποστήριξης.  Ενδεικτικά αναφέρεται η τρίτη Υποδιεύθυνση έχει ως αρμοδιότητα της θέματα Τεχνολογίας και Εξοπλισμών. Παράγει τεχνικο-επιχειρησιακές εκτιμήσεις, αναλύοντας τα διάφορα οπλικά συστήματα, τις λειτουργικές του δυνατότητες και την απόδοση τους, συμβάλλοντας έτσι στον προσανατολισμό των αναγκαίων Γαλλικών οπλικών δυνατοτήτων. Επίσης διαθέτει εξειδικευμένο προσωπικό σε θέματα διαστημικής πολιτικής, θέματα πληροφορικής και τηλεπικοινωνιών καθως και θέματα πυρηνικών όπλων,

Επίσης η πέμπτη Υποδιεύθυνση για Άμυνα και Στρατηγική αναλύει τις συνέπειες της αναδιάρθρωσης των εθνικών μέσων άμυνας, τόσο της Γαλλίας, όσο και των χωρών της Ευρώπης και της Αμερικής και εξετάζει τις αντίστοιχες στρατηγικές και αντιλήψεις άμυνας. Συμμετέχει στις εργασίες στρατιωτικού σχεδιασμού του Υπουργείου και αναπτύσσει σενάρια στρατιωτικής δράσης στα πλαίσια εξομοιώσεων μέσω παιγνίων πολέμου. Εξετάζει σε συγκριτικό επίπεδο την αξιοποίηση των προϋπολογισμών άμυνας από άλλα κράτη και διερευνά την δυνατότητα σύγκλισης σε επίπεδο στόχων, προγραμματισμού και διαχείρισης.

Πρέπει να επισημανθεί ότι, σε πολλά σημεία, οι αρμοδιότητες της Delegation aux affaires strategiques έχουν αντικείμενο ταυτόσημο ή παραπλήσιο με τις αρμοδιότητες του Γάλλου Α/ΓΕΕΘΑ

Ολλανδία

Η ανάγκη για μεγαλύτερη διαφάνεια και βελτίωση των καθοδηγητικών δυνατοτήτων του Υπουργείου, οδηγεί στην επιλογή λιγότερο περίπλοκων διαδικασίων, στη μείωση των επιπέδων διοίκησης και διαχείρισης, και τελικά στη μείωση του αναγκαίου προσωπικού που υπηρετεί στον Κεντρικό Οργανισμό. Η ενίσχυση του ρόλου των στελεχών που συμμετέχουν σε διεθνείς επιχειρήσεις, συνεπάγεται την ανάγκη αύξησης των δεξιοτήτων, των γνώσεων και των δυνατοτήτων των τους. Η δραστηριότητα τους, είτε στα πλαίσια διεθνών οργανισμών όπως το NATO, είτε στα πλαίσια διμερών διακρατικών συνεργασιών, απαιτεί την ανάπτυξη ικανοτήτων διαπροσωπικής επικοινωνίας, διοικητικών ικανοτήτων καθως και ικανοτήτων διαμεσολάβησης και διαπραγμάτευσης, που θα στηρίζονται σε ανάλογο γνώστικό υπόβαθρο, το οποίο αποκτούν με ειδικά μαθήματα που γίνονται στα πλαίσια του εκπαιδευτικού προγράμματος του Netherlands Defence College καθώς και άλλων κρατικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Πρέπει τέλος να σημειωθεί ότι ο Ολλανδικός Στρατός έχει ένα κλάδο (The Royal Marechausse) ισο΄τιμο με τους τρεις κλασικούς.

 

 

Ισπανία

Η Αμυντική Πολιτική και Διπλωματία της Ισπανίας παράγεται και ασκείται από την Γενική Γραμματεία Αμυντικής Πολιτικής (Secretaria General de Politica de Defensa).

Η Γ.Γ.Α.Π. υπάγεται κατ’ ευθείαν στον Υπουργό της Άμυνας και είναι ένα από τα Όργανα του Υπουργείου, από κοινού με το Υφυπουργείο Άμυνας (ασχολείται με ζητήματα Εξοπλισμών, Υλικού, Οικονομικών Υποθέσεων, Έρευνας και Τεχνολογίας), το Μεγάλο Συμβούλιο Άμυνας, το Εθνικό Κέντρο Πληροφοριών, τους τρεις Κλάδους των Ενόπλων Δυνάμεων και τη Χωροφυλακή .

Η Γ.Γ.Α.Π. απαρτίζεται από δύο Γενικές Διευθύνσεις:

  • τη Γενική Διεύθυνση Αμυντικής Πολιτικής και
  • τη Γενική Διεύθυνση Θεσμικών Σχέσεων της Άμυνας.

Η Γενική Διεύθυνση Αμυντικής Πολιτικής διακρίνεται σε δύο κλάδους:

  • τη Γενική Υποδιεύθυνση Αμυντικού Σχεδιασμού και Διεθνών Σχέσεων
  • τη Γενική Υποδιεύθυνση Πολιτικής Συνεργασίας και Άμυνας .

Η Γενική Διεύθυνση Θεσμικών Σχέσεων αποτελείται από

  • τη Γενική Υποδιεύθυνση Κοινωνικών Σχέσεων και Επικοινωνίας και
  • τη Γενική Υποδιεύθυνση Ιστορικής-Καλλιτεχνικής Κληρονομιάς .

Τέλος στη Γενική Γραμματεία Αμυντικής Πολιτικής υπάγεται και το Ισπανικό Ινστιτούτο Στρατηγικών Σπουδών.

 

Γερμανία

Η θέση των Ενόπλων Δυνάμεων εντός του Γερμανικού Κράτους ορίζεται επί τη βάσει του δόγματος της Πρωτοκαθεδρίας της Πολιτικής (Primat der Politik), το οποίο εκρίθη αναγκαίο να διέπει την Bundeswehr προς αποφυγήν δυσάρεστων καταστάσεων του παρελθόντος.

Χρέη Αρχιστρατήγου εκτελεί, εν καιρώ μεν ειρήνης ο Ομοσπονδιακός Υπουργός της Άμυνας, σε περίοδο δε πολέμου αναλαμβάνει αυτομάτως ο Ομοσπονδιακός Καγκελάριος ενώ η επιχειρησιακή διοίκηση περιέρχεται στους αρμοδίους Συμμαχικούς Διοικητές

Περαιτέρω, η Γερμανική Πολιτική Ηγεσία ανέπτυξε ένα σύστημα πολιτικού ελέγχου της Αμυντικής Πολιτικής και των Ενόπλων Δυνάμεων, το οποίο κατέστη διεθνώς γνωστό και παραμένει μέχρι σήμερα: το σύστημα «Innere Fuehrung» (Εσωτερική Καθοδήγηση). Τούτο αποσκοπεί στην διασφάλιση της Πρωτοκαθεδρίας της Πολιτικής με την ενίσχυση του ρόλου και της θέσεως της αιρετής Πολιτικής Ηγεσίας, την περιφρούρηση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων του Στρατιώτου, ο οποίος νοείται ως «Buerger in Uniform» (πολίτης εν στολή) και την έγκαιρη αποσόβηση πάσης εκδηλώσεως αντιδημοκρατικών και μιλιταριστικών τάσεων εντός του Στρατεύματος.

Συνεπεία της όλης Γερμανικής ιστορικής εξελίξεως και των πολιτικών συνεπειών της, η  Οργανωτική  Δομή του  Ομοσπονδιακού  Υπουργείου Άμυνας χαρακτηρίζεται από εγγενή αντιφατικότητα, πολυσχιδία τομέων και αλληλοεπικάλυψη αρμοδιοτήτων των εμπλεκομένων επιτελικών οργάνων.

Εις ό,τι αφορά αυτό καθεαυτό το Υπουργείο Άμυνας, η Πολιτική Ηγεσία, η οποία για ιστορικούς και συνταγματικούς λόγους έχει το προβάδισμα, σύγκειται από πέντε πρόσωπα:

  • τον Ομοσπονδιακό Υπουργό της Άμυνας,
  • τους δύο Κοινοβουλευτικούς Υφυπουργούς
  • δύο μονίμους, εκ της Υπηρεσίας προερχομένους, Υφυπουργούς (Beamteter Staatssekretaer) – αξίωμα αντίστοιχο, εν μέρει, προς εκείνο των Permanent Secretaries of State στην Μ. Βρεττανία.

Η Στρατιωτική Ηγεσία αποτελείται από έξι πρόσωπα:

α) τον Γενικό Επιθεωρητή Ενόπλων Δυνάμεων (Generalinspekteur der Bundeswehr) β) τους Γενικούς Επιθεωρητές Στρατού, Ναυτικού, Πολεμικής Αεροπορίας, Υγειονομικού και Διοικητικής Μερίμνης.

Δύο κυρίως συλλογικά επιτελικά Όργανα διαδραματίζουν κύριο ρόλο κατά την παραγωγή και σχεδίαση της Γερμανικής Αμυντικής Πολιτικής και Διπλωματίας,εκ των οποίων το μεν ένα λειτουργεί παρά τω Υπουργώ, το δε άλλο παρά τω Γενικώ Επιθεωρητή της Bundeswehr. Είναι αυτά:

  • το Επιτελείο Σχεδιασμού του Ομοσπονδιακού Υπουργείου Άμυνας και
  • το Επιτελείο Διοικήσεως των Ενόπλων Δυνάμεων (και δη οι Κλάδοι Β και Γ).

Όπως προκύπτει από τη μελέτη της δομής του Γερμανικού Υπουργείου Άμυνας συνάγεται ότι η σχεδιαζόμενη και εφαρμοζόμενη Αμυντική Πολιτική δεν είναι το προϊόν της εργασίας μιας, ενιαίας και συγκεντρωτικής Αρχής, αλλά φέρει μάλλον τα γνωρίσματα ενός consensus, το οποίο αποτελεί το καταστάλαγμα μακράς και κοπιώδους σειράς ποικίλων, παραλλήλων, ενίοτε δε αλληλοεπικαλυπτομένων και μη στερουμένων αντιφάσεων λειτουργιών διαφόρων Στρατιωτικών και Πολιτικών ιθυνόντων. Το παραχθέν περιεχόμενο αυτού του consensus παρουσιάζεται ενώπιον της Πολιτικής Ηγεσίας, προκειμένου η τελευταία να προβεί στην τελική επιλογή της, προσδίδοντας   τοιουτοτρόπως   σε   αυτήν   την   απαιτουμένη   συνταγματική   και  δημοκρατική νομιμοποίηση. Πρέπει, εν τούτοις, να επισημανθεί ότι η έλλειψη ρητής αμφισβητήσεως της αρχής της Πρωτοκαθεδρίας της Πολιτικής από την Στρατιωτική ηγεσία και τα στελέχη της Bundeswehr δεν σημαίνει αυτοδικαίως ότι δεν υφίστανται τριβες Η εθιμικώς ισχυρή στο μεταπολεμικό Γερμανικό πολιτικό σύστημα  Συναινετική Αρχή καθώς και η κατ’ εξοχήν συναινετική φύση της όλης διαδικασίας παραγωγής Αμυντικής Πολιτικής έχουν ως αποτέλεσμα την προτίμηση, τελικώς, εκ μέρους του Υπουργού, εκείνης από τις παρουσιασθείσες προτάσεις, η οποία, κατά την κρίση των επαϊόντων (δηλαδή των Στρατιωτικών) περισσότερο συνάδει προς τις στρατιωτικές – Εθνικές και Συμμαχικές – αναγκαιότητες. Η επίκληση των Στρατιωτικών Αναγκαιοτητών (ή, άλλως, του τεκμηρίου της αρμοδιότητος) υπήρξε, από εποχής Clausewitz, ένα πειστικό επιχείρημα των Στρατιωτικών, την νομιμότητα του οποίου αναγνωρίζουν κατά κανόνα οι Πολιτικοί ιθύνοντες όλων των καθεστώτων.

 

Ηνωμενες Πολιτειες Αμερικης

Η Πολιτική για την Εθνική Ασφάλεια (national security policy) των ΗΠΑ σχεδιάζεται, καθορίζεται και ασκείται από:

  • τον Πρόεδρο ο οποιος είναι κατά το Σύνταγμα και ο Αρχιστράτηγος των Ενόπλων Δυνάμεων
  • Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας
  • το Υπουργείο Άμυνας
  • το Κογκρέσσο (Congress),

Το Υπουργείο Άμυνας των ΗΠΑ φέρει την ευθύνη της Αμυντικής Πολιτικής και Στρατηγικής της χώρας. Ο Υπουργός Άμυνας ειναι o κύριος πολιτικός σύμβουλος του Προέδρου και Αρχιστρατήγου επί αμυντικών θεμάτων και ευρίσκεται στην κορυφή της Ιεραρχίας του Υπουργείου του, επί του οποίου ασκεί πλήρη εξουσία και έλεγχο.

Ο κορυφαίος παράγων της Στρατιωτικής Ιεραρχίας είναι ο Πρόεδρος του Μικτού Επιτελείου Αρχηγών. Ο Πρόεδρος του Μικτού Επιτελείου είναι ο υπ’ αριθμόν ένα στρατιωτικός σύμβουλος του Προέδρου επί αμυντικών ζητημάτων και, υπό την ιδιότητα του αυτήν, συμμετέχει επίσης στο Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας.

Εκτός των τεσσάρων αυτών Κλάδων, των Διακλαδικών Διοικήσεων και των συναφών Υπηρεσιών, το Υπουργείο Άμυνας των ΗΠΑ διαθέτει μία ομολογουμένως τεράστια γραφειοκρατική μηχανή, Σημαντικο ρόλο παιζει επίσης το Γραφειο του ΥΕΘΑ. Ο ορος «Γραφείο» είναι μάλλον παραπλανητικός, αφού, κατ’ ουσίαν, πρόκειται για ένα Επιτελείο ή μία Γενική Γραμματεία παρά τω Υπουργώ.

Πλην του Υπουργού, την Πολιτική Ιεραρχία του Υπουργείου συναποτελούν οι κάτωθι αναφερόμενοι παράγοντες:

  • ο Αναπληρωτής Υπουργός Άμυνας
  • ο Υφυπουργός αρμόδιος επί της Πολιτικής
  • ο Υφυπουργός – αρμόδιος για τον τομέα των Πληροφοριών
  • ο Υφυπουργός – αρμόδιος επί των Οικονομικών
  • ο Υφυπουργός – αρμόδιος για το Προσωπικό και την Ετοιμότητα
  • ο Υφυπουργός – αρμόδιος επί Τεχνολογίας και Διοικητικής Υποστήριξης
  • ο Βοηθός Υπουργός – αρμόδιος Διοίκησης, Ελέγχου, Επικοινωνιών και Ενσωμάτωσης Δικτύων και Πληροφορικής
  • Γενικός Επιθεωρητής
  • ο Βοηθός Υπουργός επί των Νομικών Υποθέσεων
  • ο Βοηθός Υπουργός επί των Δημ. Σχέσεων
  • Εκτελεστικός Γραμματεύς του Υπουργείου
  • ο Γενικός Σύμβουλος
  • ο Δ/ντής Επιχειρησιακών Δοκιμών
  • ο Δ/ντής Διοίκησης-Διαχείρισης (Director of Administration and Management)
  • ο Βοηθός παρά τω Υπουργώ – αρμόδιος για την εποπτεία των Υπηρεσιών Πληροφοριών (Assistant to the Secretary of Defense for Intelligence Oversight)

Βεβαίως, η Πρωτοκαθεδρία του Πολιτικού Στοιχείου και της Πολιτικής Ηγεσίας παραμένει, διακηρυκτικά τουλάχιστον, βασικό αξίωμα της δομής και λειτουργίας του Υπουργείου Άμυνας και διασφαλίζεται διά της ρήτρας που απαγορεύει στον Αρχηγό του Μικτού Επιτελείου Αρχηγών να εκδίδει διαταγές περί της ακολουθητέας πολιτικής οι οποίες δεν απορρέουν από σχετική πρωτοβουλία ή δεν έχουν τύχει της εγκρίσεως του Υπουργού.

Εξέχοντα ρόλο στο πεδίο αυτό έχει επωμισθεί και ο Υφυπουργός που είναι αρμόδιος για την Αμυντική Πολιτική, ο οποίος και φέρει την ευθύνη της κατάρτισης, κατ’ έτος, της Οδηγίας Αμυντικής Σχεδίασης (Defense Planning Guidance / DPG), επί τη βάσει της Εκτίμησης Εθνικών Απειλών στην οποία προβαίνουν οι Υπηρεσίες του .

Ανώτατο όργανο σχεδίασης πολιτικής και λήψης αποφάσεων στον κρίσιμο τομέα της Εθνικής Άμυνας και Ασφάλειας παραμένει, από το 1947 και εξής, το Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας, το οποίο αποτελεί και το πλαίσιο για μία «σχεδόν ιδεώδη ισορροπία μεταξύ πολιτικών και στρατιωτικών».

Ελλάδα

 

Η Εθνική Άμυνα της Ελλάδας σχεδιάζεται, αποφασίζεται και υλοποιείται στα πλαίσια ενός ευρύτερου θεσμικού πλαισίου, σε πολιτικό και στρατιωτικό επίπεδο. Το πλαίσιο αυτό περιλαμβάνει:

  • τη Διαρκή Επιτροπή Εθνικής Άμυνας και Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής, που επεξεργάζεται, αναλύει και ψηφίζει νομοσχέδια και προτάσεις νόμου που αφορούν θέματα αρμοδιότητας του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας και
  • το Κυβερνητικό Συμβούλιο Εξωτερικών και Άμυνας (ΚΥΣΕΑ), στο οποίο προεδρεύει ο πρωθυπουργός, και το οποίο είναι το κύριο όργανο για τη λήψη των αποφάσεων σε ζητήματα που αφορούν την Ελληνική Εθνική Άμυνα,

Το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας (ΥΠΕΘΑ) είναι ο κυβερνητικός φορέας που εκφράζει το οργανωτικό πλαίσιο της διοίκησης των Ενόπλων Δυνάμεων. Το Ελληνικό ΥΠΕΘΑ περιλαμβάνει :

  • την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου,
  • το Επιτελείο Υπουργού Εθνικής Άμυνας,
  • τη Γενική Γραμματεία Οικονομικού Σχεδιασμού και Αμυντικών Επενδύσεων,
  • το Γενικό Επιτελείο Εθνικής Άμυνας,
  • τα Γενικά Επιτελεία Στρατού, Ναυτικού και Αεροπορίας,
  • τα όργανα που συγκροτούνται από τις ηγεσίες των Επιτελείων αυτών,
  • πέντε Διακλαδικά Στρατηγεία υπό τον Α/ΓΕΕΘΑ,
  • τον Ενιαίο Διοικητικό Τομέα που αποτελεί συνισταμένη του πολιτικού προσωπικού των Επιτελείων.

Το ΕΠΥΕΘΑ είναι ένα καινοτόμο όργανο, για τα Ελληνικά δεδομένα. Οι αρμοδιότητες που δόθηκαν στο ΕΠΥΕΘΑ αφαιρέθηκαν από το ΓΕΕΘΑ, κάτι το οποίο δημιούργησε μια αίσθηση ανταγωνισμού μεταξύ αυτών των δυο επιτελικών οργάνων. Το ΕΠΥΕΘΑ ανέλαβε, βάσει του άρθρου 9 του Ν. 2292/1995, αρμοδιότητες επί θεμάτων ανθρωπίνων πόρων, αμυντικής σχεδίασης και προγραμματισμού, στρατηγικών μελετών, επιστημονικής έρευνας, και κοινωνικών δραστηριοτήτων. Ο ρόλος που, κατά το νόμο, το ΕΠΥΕΘΑ θα διαδραμάτιζε θα ήταν κεντρικής σημασίας για το σύστημα Αμυντικής Σχεδίασης και Προγραμματισμού του Υπουργείου, καθώς όλα τα Γενικά Επιτελεία θα υπέβαλλαν στο ΕΠΥΕΘΑ τη μακροπρόθεσμη σχεδίαση και τα μεσοπρόθεσμα σχέδια των κλάδων, και το ΕΠΥΕΘΑ, αφού τα επεξεργαζόταν, θα διαμόρφωνε τα ενιαία σχέδια μακροπρόθεσμης σχεδίασης και μεσοπρόθεσμου προγραμματισμού, τα οποία θα τα ενέκριναν ο Υπουργός Άμυνας αρχικά και εν συνεχεία το Κυβερνητικό Συμβούλιο Εξωτερικών και Άμυνας (ΚΥΣΕΑ) υπό την προεδρία του Πρωθυπουργού.

Η πράξη απέδειξε ότι το οργανο αυτό δεν απέδωσε όπως είχε σχεδιαστεί για πολλούς λόγους, αρκετοί εκ των οποίων αναφέρονται στη μελέτη.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s