Η ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΜΥΝΤΙΚΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ

Η κυριαρχία, που είναι το ζητούμενο της γεωπολιτικής, αποτελεί την εκφρασμένη διάσταση της «ισχύος», η οποία, στην ουσία είναι το κίνητρο της δημιουργίας, της αποκρυστάλλωσης και της συστηματικής επιστημονικής χρήσης της γεωπολιτικής από τα Υπουργεία Εξωτερικών, τα Υπουργεία Άμυνας και όλες τις άλλες κρατικές υπηρεσίες. Υπό την άποψη αυτή η Ελλάδα ως βασικό κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά ταυτόχρονα και μέλος του ΝΑΤΟ καλείται στον 21ο αιώνα, να παίζει σημαντικότατο στρατηγικό ρόλο στα πολιτικοστρατιωτικά δρώμενα που συντελούνται στον πλανήτη μας. Ένας πυλώνας στήριξης αυτής της στρατηγικής αποτελεί η Ελληνική Αμυντική Βιομηχανία και η ενεργή τοποθέτησή της στον ευρύτερο ευρωπαϊκό αμυντικό βιομηχανικό χώρο, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζεται η διατήρηση της παραδοσιακής συνεργασίας με τους αντίστοιχους βιομηχανικούς κλάδους της αμερικανικής ηπείρου που συνέβαλαν καταλυτικά στην έρευνα, ανάπτυξη και παραγωγή αμυντικού υλικού και προϊόντων εβρισκομένων πάντοτε στην αιχμή της καινοτομίας της τεχνολογίας και της επιχειρησιακής χρησιμότητας.

ΕΠΤΑ ΚΥΡΙΟΙ Διαπιστωτικοί Παράγοντες που επηρεάζουν την Ελληνική Αμυντική Βιομηχανία

α. Στον προγραμματισμό

Η μακροπρόθεσμη σχεδίαση και ο ρεαλιστικός προγραμματισμός των αναγκών των ΕΔ σε οπλικά συστήματα, σε προγράμματα εκσυγχρονισμού καθώς και σε υποστήριξη των αμυντικών συστημάτων αποτελούν απαραίτητη προϋπόθεση για τις Αμυντικές Βιομηχανίες ώστε να μπορέσουν:

  • Να χαράξουν τους στρατηγικούς στόχους και τα επιμέρους μέτρα υλοποίησής τους.
  • Να καθορίσουν και να προγραμματίσουν τις πηγές και τις ροές χρηματοδότησης.
  • Να υλοποιήσουν τα επενδυτικά σχέδια σε εξοπλισμό και τεχνογνωσία.
  • Να είναι έγκαιρα προετοιμασμένες, για να συνδυάσουν τις παραγωγικές ικανότητες της βιομηχανίας με τις ανάγκες των ΕΔ.
  • Να εκμεταλλευτούν τις δυνατότητες του ΕΜΠΑΕ.

β. Στις χαρακτηριστικές αδυναμίες, όπως:

  • Μεταβαλλόμενη πιθανότητα υλοποίησης των προγραμμάτων ή αναβολή τους.
  • Προκαθορισμένη χρηματοδότηση.
  • Μη αναλυτικός προσδιορισμός των προγραμμάτων.Είναι σαφές ότι περιγραφές όπως: πυρομαχικά, ανταλλακτικά, υλικά επικοινωνιών δεν διευκολύνουν το βιομηχανικό προγραμματισμό.
  • Στη μέχρι πρότεινος δομή και ελαστικότητα του ΕΜΠΑΕ. Δεν προσδιορίζοντο με ακρίβεια οι ποσότητες των προς απόκτηση υλικών κατά έτος και δεν υπήρχαν πλήρη στοιχεία προγραμμάτων για έρευνα, ανάπτυξη, επενδύσεις.
  • Καταμερισμός των προμηθειών.Παρατηρείτο συχνά το φαινόμενο να προκηρύσσονται χωριστοί διαγωνισμοί για το ίδιο υλικό ή στην ύπαρξη μεγάλων αναγκών να προκηρύσσονται διαγωνισμοί για πολύ μικρές ποσότητες λόγω χρηματοδοτικών προβλημάτων. Ο κατακερματισμός αυτός μειώνει δραστικά την πιθανότητα εξασφάλισης της πληθοπαραγωγής που θα επέτρεπε τη δημιουργία νέων γραμμών παραγωγής και την ανταγωνιστικότητα των προϊόντων.

γ. Στο νομικό πλαίσιο

Το περί προμηθειών νομικό πλαίσιο των ΕΔ καθορίζεται από το ΠΔ 284/89 και την τροποποίησή του που έγινε με το ΠΔ 189/97, ωστόσο βασικές αδυναμίες του νομικού αυτού πλαισίου ήταν π.χ.:

  • Η παροχή της δυνατότητας συναξιολόγησης προσφοράς εμπόρου και κατασκευή.
  • Η μη παροχή κινήτρων στον Έλληνα κατασκευαστή, π.χ ο τρόπος αξιολόγησης της προσφερόμενης ΕΠΑ διακρίνεται από αοριστίες και η ΕΠΑ που τελικά προσφέρεται, αξιολογείται με μικρούς συντελεστές.
  • Η μη παροχή επαρκών τεχνικών δεδομένων στον κατασκευαστή.

δ. Στις ελάχιστες πιστώσεις για έρευνα και ανάπτυξη

Οι σχεδιασμοί κύκλων ζωής οπλικών συστημάτων διεθνώς προβλέπουν έρευνα ανάπτυξη – παραγωγή – συντήρηση κλπ. Σε εμάς προβλέπετο  μόνο κόστος πρόσκτησης των υλικών. Παράλληλα υπήρχε (και υπάρχει) πλήρης έλλειψη συντονισμού με τους εμπλεκόμενους φορείς.

 ε. Στα Αντισταθμιστικά Ωφελήματα (Α.Ω.)

Έχουν διαπιστωθεί σοβαρότατες αδυναμίες στις κατευθυντήριες οδηγίες εφαρμογής των βιομηχανικών αντισταθμιστικών ωφελημάτων και κυρίως σε τομείς που αφορούν:

  • Την αδυναμία  υποβολής από τους προμηθευτές δεσμευτικών προτάσεων συνεργασίας με την εγχώρια βιομηχανία, από τη φάση των προσφορών.
  • Τη μη μετατροπή των προτάσεων αυτών σε συμβατικές δεσμεύσεις, πριν της υπογραφής της σύμβασης προμήθειας.
  • Αδυναμίες όμως προκύπτουν και από την έλλειψη κεντρικής ρεαλιστικής στρατηγικής της Αμυντικής Βιομηχανίας, η οποία θα βοηθούσε στον προσανατολισμό των αντισταθμιστικών ωφελημάτων προς επιλεγμένες κατευθύνσεις και στον προκαθορισμό κατά περίπτωση των επιθυμητών συναλλαγών.

στ. Στο περιβάλλον των Κρατικών Αμυντικών Βιομηχανιών

Υπάρχει ανάγκη βελτίωσης της αξιοπιστίας των Αμυντικών Βιομηχανιών, η οποία έχει τρωθεί διαχρονικά από τη μη εκτέλεση συμβάσεων, από καθυστερήσεις στις παραδόσεις και από τις ποιοτικές αποκλίσεις των υλικών, και η οποία δρά ως ανασταλτικός παράγοντας στη συνειδητή βούληση των ΕΔ για ανάθεση συμβάσεων σε αυτές.

Η ανταγωνιστικότητα της Κρατικής Αμυντικής Βιομηχανίας πλήττετο από παραμέτρους όπως :

  • Υψηλές χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις.
  • Υψηλές μη παραγωγικές δαπάνες.
  • Μη εφαρμογή σύγχρονης τεχνολογίας.
  • Μικρό μερίδιο από τη διεθνή αγορά.
  • Μικρό μερίδιο από τη μη αμυντική αγορά.
  • Αδυναμίες εφαρμογής οικονομιών κλίμακας (συμπίεση κόστους ως αποτέλεσμα αύξησης της ποσότητας των προϊόντων).
  • Μεγάλη εξάρτηση από τον κύριο πελάτη που είναι οι Ένοπλες Δυνάμεις.

ζ. Στα κύρια προβλήματα της Ευρωπαϊκής Αμυντικής Βιομηχανίας

Η Ευρωπαϊκή Αμυντική Βιομηχανία αντιμετωπίζει βαθιές αλλαγές προσαρμογής σε ένα ολοκληρωτικά νέο στρατιωτικό, στρατηγικό και οικονομικό περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από:

  • Μεγάλες μειώσεις των αμυντικών προϋπολογισμών σε όλο τον κόσμο και ιδιαίτερα στην Ευρώπη.
  • Συρρίκνωση της παγκόσμιας αγορά
  • Συνεχή αυξανόμενο ανταγωνισμό από τρίτες χώρες, ιδιαίτερα από την Αμερική, όπου η αναδιοργάνωση της Αμυντικής Βιομηχανίας έχει υποστηριχθεί αποφασιστικά από την κυβέρνηση και όπου ο προϋπολογισμός για την έρευνα και την ανάπτυξη έχει διατηρηθεί.
  • Διαφορετικές διαδικασίες και κανόνες στις αγορές των ευρωπαϊκών χωρών.
  • Το μέλλον της Ευρωπαϊκής Αμυντικής Βιομηχανίας απειλείται σοβαρά από τη διάσπασή της εξαιτίας του μη σωστού καταμερισμού και του κινδύνου να απολέσει σημαντικές της δυνατότητες σε τεχνολογίες κλειδιά για βασικούς τομείς παραγωγής.
  • Η Ευρωπαϊκή Αμυντική Βιομηχανία έχει αναλάβει σημαντικές αναδιοργανώσεις τόσο σε εθνικές όσο και διεθνείς βάσεις. Κάτω από την έλλειψη οποιουδήποτε συντονισμού στις διαδικασίες προμηθειών της ευρωπαϊκής αγοράς το αποτέλεσμα της αναδιοργάνωσης ενδεχομένως να μην επιφέρει τις βέλτιστες λύσεις.

Η Νέα πολιτική του ΥΕΘΑ/ΓΓΟΣΑΕ/ΓΔΑΒΕ

Έτσι το ΥΕΘΑ, η ΓΓΟΣΑΕ και κατά συνέπεια η ΓΔΑΒΕ στα πλαίσια της νέας κυβερνητικής πολιτικής, επιδιώκουν σαν κεντρικό αντικειμενικό στόχο η Ελληνική Αμυντική Βιομηχανία:

  • Να εκμεταλλευθεί τους υψηλούς αμυντικούς προϋπολογισμούς που υπάρχουν στο ΕΜΠΑΕ ώστε αφενός να απορροφήσει όσο το δυνατόν μεγαλύτερο μερίδιο, αφετέρου να αναλαμβάνει υποκατασκευαστικό έργο, όταν τα προγράμματα είναι πέραν των δυνατοτήτων της.
  • Να συμμετέχει πιο ενεργά και αποτελεσματικά και να επενδύει στους οργανισμούς συνεργασίας του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, γιατί κατά αυτό τον τρόπο θα αποκτήσει μεγαλύτερη και καλύτερη συνεργασία και τεχνογνωσία και έτσι θα μπορεί να επεκτείνει της δραστηριότητές της, δεδομένου του γεγονότος ότι η ελληνική αγορά είναι μικρή.
  • Να στηριχθεί επαρκώς κυρίως στον τομέα της νομοθεσίας (η οποία σύντομα θα εκσυγχρονισθεί), ώστε να μην υπάρχουν  χρονοβόρες και γραφειοκρατικές διαδικασίες κατά την εισαγωγή και εξαγωγή αμυντικού υλικού.
  • Να επιτευχθεί η συνεργασία των κρατικών και ιδιωτικών εταιρειών, ώστε να γίνεται πλήρης και συντονισμένη εκμετάλλευση των παραγωγικών δυνατοτήτων της χώρας.
  • Να αναζητηθεί η διεύρυνση του κύκλου εργασιών της Αμυντικής Βιομηχανίας στον ευρύτερο Δημόσιο Τομέα ( π.χ. Αστυνομία, Πυροσβεστική, Λιμενικό), με καθιέρωση κοινών προγραμμάτων όπου είναι δυνατό να επιτευχθεί κάτι τέτοιο.
  • Να υπάρχει συντονισμός όλων των φορέων που ασχολούνται με τη μελέτη, σχεδίαση, προγραμματισμό έρευνας, ανάπτυξης  και παραγωγής ώστε να μπορεί η Αμυντική Βιομηχανία (Κρατική και Ιδιωτική) να προγραμματίζει την παραγωγική της δραστηριότητα.

Με βάση λοιπόν τα προηγούμενα εκτεθέντα οι κύριοι άξονες δράσης της ΓΓΟΣΑΕ/ΓΔΑΒΕ, για το μέλλον της Αμυντικής Βιομηχανίας της χώρας συνοψίζονται ως εξής:

  • Σύνθεση των επιτροπών σύνταξης και αξιολόγησης προκηρύξεων / διαγωνισμών και επιτροπών διαπραγματεύσεων με τρόπο ώστε να περιλαμβάνουν εξειδικευμένα στελέχη του ΥΕΘΑ.
  • Τροποποιήσεις των κανόνων των διαγωνισμών προμηθειών αμυντικού υλικού με στόχο την ουσιαστικής δυνατότητας ισότιμη συμμετοχή εγχωρίων και ξένων κατασκευαστών(π.χ. εκσυγχρονισμό του Π.Δ. 284/89 με διευρωπαϊκό προσανατολισμό και διαλειτουργικότητα).
  • Αυστηρή τήρηση του νομικού πλαισίου προμηθειών, ώστε να διασφαλίζονται πλήρως η διαφάνεια και οι όροι του υγιούς ανταγωνισμού, χωρίς μονοπωλιακές σχέσεις ιδιωτικών εταιρειών με το δημόσιο, χωρίς προτιμησιακό καθεστώς υπέρ των κρατικών εταιρειών και χωρίς τις εύνοιες και τις στρεβλώσεις του παρεμβατισμού της κεντρικής εξουσίας.
  • Μακροπρόθεσμος σχεδιασμός των παραγγελιών αμυντικού υλικού από πλευράς Δημοσίου.
  • Λειτουργία των κρατικών αμυντικών βιομηχανιών, με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια.
  • Αναδιάρθρωση και εκσυγχρονισμό της κρατικής αμυντικής βιομηχανίας, είσοδος στρατηγικού επενδυτή, κατά περίπτωση. Οριστική εγκατάλειψη των μέχρι σήμερα μεταπρατικών τους δραστηριοτήτων και μετατροπή τους σε ανταγωνιστικές παραγωγικές μονάδες, με συγχωνεύσεις ομοειδών δραστηριοτήτων και διοικητική αναδιοργάνωση, με στόχο την οικονομία κλίμακος.
  • Προσπάθεια για πιστοποίηση ασφαλείας των εταιρειών της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας.
  • Διαφοροποίηση των βιομηχανιών σε εφαρμογές παραγωγής προϊόντων διττής (πολιτικής/στρατιωτικής) χρήσης και εμπορευματοποίησής τους στην ελεύθερη εγχώρια και διεθνή αγορά.
  • Στήριξη της οργανωμένης παρουσίας στο εξωτερικό ελληνικών προϊόντων του κλάδου.
  • Ανάθεση ερευνητικών και αναπτυξιακών προγραμμάτων στις εγχώριες αμυντικές βιομηχανίες και τα ερευνητικά ιδρύματα, για την παραγωγή ολοκληρωμένων οπλικών συστημάτων με ταυτόχρονη εξασφάλιση εγχώριας ερευνητικής και εργαστηριακής υποδομής σε ανθρώπινο δυναμικό, υλικοτεχνικά μέσα και ανάλογη χρηματοδότηση.
  • Αριστοποίηση των δυνατοτήτων των Ερευνητικών Κέντρων των Ενόπλων μας Δυνάμεων (π.χ. υπό σύσταση ΚΕΤΕΘΑ).
  • Έμφαση σε αγορές υλικού από χώρες που θέτουν λιγότερους περιορισμούς στη μεταφορά τεχνολογίας μέσα από αγορές αμυντικού εξοπλισμού.
  • Έμφαση στις ξένες εταιρείες οι οποίες έχουν μεγαλύτερη εμπειρία και διάθεση συνεργασίας, με σκοπό τη μεταφορά τεχνολογίας προς τους αγοραστές του αμυντικού εξοπλισμού.
  • Μέγιστη δυνατή επίτευξη εξελιγμένης ΕΠΑ σε συνθήκες Ε.Π.Τ.Α. (Ελληνική Προστιθέμενη Τεχνολογική Αξία) και Ελληνική Βιομηχανική Συμμετοχή (ΕΒΣ).
  • Μέγιστο δυνατό και ρεαλιστικό ποσοστό απορρόφησης Αντισταθμιστικών Ωφελημάτων (ΑΩ) που θα ελέγχεται συστηματικά, ώστε να υπάρχει ουσιαστικό και πρακτικό όφελος για να μη χάνονται κεφάλαια, υλικά και τεχνογνωσία.
  • Μελέτη και / ή εφαρμογή συνεργασιών/ συνεργιών στις οποίες ήδη εμπλέκονται οι εταιρείες της αμυντικής βιομηχανίας εντός και εκτός Ελλάδος.
  • Εκσυγχρονισμό και διαρκή ανανέωση μητρώου κατασκευαστών από το οποίο θα διαγράφονται εταιρείες που συμμετέχουν σε συμβάσεις μη διαφανείς ή/ και αποκλίνουν από τη νομιμότητα.
  • Διενέργεια τεχνοδιαγνώσεων κατά περιοδικά διαστήματα στην αμυντική βιομηχανία.Ίδρυση Φορέα Προώθησης Εξαγωγών Αμυντικού Υλικού, υπό την εποπτεία του ΥΕΘΑ και λειτουργία του με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια.

Η ύπαρξη εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας διέπεται εκ των πραγμάτων από στρατηγικά, πολιτικά, οικονομικά, και τεχνικά κριτήρια, με αποτέλεσμα, εφόσον όλα συνδυάζονται αρμονικά, να δύναται να παράσχει το βέλτιστο αποτέλεσμα με το μεγαλύτερο δυνατό έλεγχο επί του τελικού προϊόντος. Αυτό όμως που η εγχώρια αμυντική βιομηχανία δεν μπόρεσε να προσφέρει, είναι η ευελιξία στο χρόνο υλοποίησης αφενός λόγω της γενικής έλλειψης βιομηχανικής υποδομής, αφετέρου λόγω του βραχυπρόθεσμου σχεδιασμού της ζήτησης. Ο συνδυασμός αυτών των γνωρισμάτων δρα ως φαύλος κύκλος αποτρέποντας τη δημιουργία σοβαρής βιομηχανικής υποδομής, σε ορισμένους, έστω, στρατηγικά επιλεγμένους κλάδους και περιορίζοντας χρονικά τον αμυντικό σχεδιασμό στο ελάχιστο. Δεδομένης της τεχνολογίας αιχμής που χαρακτηρίζει τα αμυντικά προϊόντα και του τεχνολογικού επιπέδου της χώρας, ο αρμονικός συνδυασμός όλων των παραπάνω κριτηρίων δεν είναι και ούτε θα μπορούσε να είναι το ζητούμενο. Αυτό όμως που είναι ζητούμενο, είναι να προσδιοριστούν :

  • το επίπεδο αμυντικής τεχνολογίας το οποίο να είναι ρεαλιστικά εφικτό,
  • οι κατηγορίες προϊόντων που προσφέρουν – και θα προσφέρουν στο μέλλον –επαρκή ζήτηση,
  • οι κατασκευαστικοί τομείς που κρίνονται ως εθνικά κρίσιμοι για τις ανάγκες της χώρας και,
  • η δυνατότητα αρμονικής συνεργασίας μεταξύ της ζήτησης –του ελληνικού Δημοσίου- και της προσφοράς των ελληνικών παραγωγών αμυντικών προϊόντων.

Οι τελικοί αποδέκτες των όποιων ωφελημάτων προκύψουν από την εναρμονισμένη αυτή προσπάθεια, θα είναι και οι Ένοπλες Δυνάμεις και οι εθνικοί λογαριασμοί, με άμεσο αντίκτυπο στην ασφάλεια της χώρας. Πολύ σημαντικότερο όμως όφελος και με μακρύτερο χρονικό ορίζοντα αναμένεται να έχει το πλέγμα συνεργασίας κράτους –παραγωγικών μέσων που νοσεί σήμερα τόσο σε όλους τους άλλους τομείς όσο και στην Άμυνα.

Αναστ. Γ. Τενεκούδη, Γενικό Δντή ΓΔΑΒΕ, Ομιλία στη  Σχολή Εθνικής Άμυνας, Αθήνα, 2  Νοεμβρίου 2004

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s