Το ιδεολογικό πρόβλημα της Δεξιάς

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Νέα Κοινωνιολογία», τεύχος 27 (2004), στο πολυτονικό με τον τίτλο «Το ιδεολογικό πρόβλημα της Νέας Δημοκρατίας».  Παρ’όλο που γράφτηκε πριν 4 χρόνια το θεωρώ διαχρονικό και επίκαιρο  μιας και το πρόβλημα της ανύπαρκτης πλέον Δεξιάς  έχει κάνει την ιδεολογία της Αριστεράς και ορισμένα ακραία κομμάτια της όπως αυτής του ΣΥΡΙΖΑ, πλέον να μην κοιτάζουν την Ελληνική  κοινωνία σύμφωνα με τις ανάγκες της αλλά σύμφωνα με τις εξτρεμιστικές τους αντιλήψεις(καταλήψεις σχολείων, μη καταδική βίας, κατάργηση αστυνομίας κλπ)  προκειμένου να περάσουν τις γραμμές τους.

Στα Τετράδια της Φυλακής ό Ιταλός μαρξιστής διανοούμενος και πολιτικός ηγέτης Antonio Gramsci (1891-1937) επεσήμανε ότι την μακροπρόθεσμη πολιτική κυριαρχία εξασφαλίζει η παράταξη εκείνη πού διεκδικεί και επιτυγχάνει να κατο­χυρώσει την ηγεμονία της στο ιδεολογικό πεδίο, στο πεδίο «της διανόησης και της ηθικής», όπως γράφει. Ο Gramsci περιγράφει τούς πολύπλοκους μηχανισμούς μέσω των οποίων οι άρχουσες τάξεις και οι κυρίαρχες πολιτικές ομάδες εξασφαλίζουν την ιδεολο­γική συνοχή μιας κοινωνίας πάνω στήν βάση συγκεκριμένων, οικείων σ’ αυτές, αξιών. «Έτσι, μία πολιτική ομάδα πού κινείται σ’ ένα ευνοϊκό γι’ αυτήν ιδεολογικό κλίμα μπο­ρεί να αναπαράγει την κυριαρχία της επ’ αόριστον. Αντιθέτως, σ’ ένα κλίμα εχθρικό προς αυτήν, σύντομα, πολύ σύντομα θα έρθει σε αντίθεση με την ίδια την κοινή γνώμη και τούς εκφραστές της, θα αντιμετωπισθεί ως ξένο σώμα, μέ αναπόφευκτο αποτέλε­σμα την ήττα και την περιθωριοποίηση.

Το μάθημα του Gramsci αφομοίωσε, υιοθέτησε και υλοποίησε η Αριστερά σε διε­θνές επίπεδο. Όχι διότι είχε την πρόθεση να εφαρμόσει τον μαρξισμό κατά γράμμα (αυ­τό δεν συνέβη καν στην Σοβιετική Ένωση, όπου την σκληρή ολιγαρχία των βογιάρων αντικατέστησε η ακόμη σκληρότερη ολιγαρχία των κομματικών αξιωματούχων, η nomenclature). Αλλά διότι οι δυνάμεις τής Αριστεράς χρειάζονταν ένα εναλλακτικό ιδεολογικό σχήμα, ως όχημα και εργαλείο πολιτικής επικράτησης και αντιμετώπισης των παραδοσιακών, συντηρητικών και φιλελεύθερων, πολιτικών δυνάμεων.

Το εναλλακτικό αυτό ιδεολογικό σχήμα (σύμβολα, σημειολογία, κώδικες επικοινω­νίας, σημεία αναφοράς, μύθοι και άξονες συλλογικής μνήμης, αντανακλαστικά, μέθοδοι σκέψης και ανάλυσης των φαινομένων, τρόποι γραφής και εκφοράς λόγου, ταμπού κλπ.) χρησίμευσε ως μηχανισμός συνοχής, αλληλοαναγνώρισης και πολιτικού αγώνα των νέων πολιτικών δυνάμεων, πού επεδίωξαν τον εξοβελισμό των παραδοσιακών κατεστημένων και την δική τους επικράτηση. Στα πλαίσια τής φιλοδοξίας τους, οι νέες αυτές δυνάμεις κατανόησαν την ανάγκη ό αγώνας για την εξουσία να δοθεί και στό συμβολικό-ιδεολογικό πεδίο, αφού οι αγώνες για την εξουσία μόνον στο ζωικό βασίλειο διεξάγονται στην γυμνή, βιολογική τους μορφή. Έτσι, οι ανερχόμενες αριστερές δυνάμεις οργάνωσαν τήν ιδεολογική τους κυριαρχία σε όλο το εύρος των κοινωνικών δομών καί ειδικά στους θε­σμούς πού παραδοσιακά ελέγχουν την παραγωγή πολιτικού λόγου και ιδεολογίας, όπως ό συνδικαλισμός, η παιδεία, τά μέσα ενημέρωσης, η τέχνη κλπ. Επέτυχαν δέ καί κά­τι περισσότερο: να ελέγξουν τίς έννοιες και να υποχρεώσουν τίς αντίπαλες δυνάμεις να σεβασθούν αρχικά καί νά υίοθετήσουν στήν συνέχεια τό δικό τους πολιτικό λεξιλόγιο καί τά δικά τους σημεία αναφοράς. Σταδιακά, δέ, ή Αριστερά απέκλεισε άπό τόν διεξαγό­μενο διάλογο η καλύτερα ιδεολογικό άγώνα τίς έννοιες πού ασκούσαν ριζική, δομική κρι­τική στό σύμπαν τής αριστερής σκέψης, επιβάλλοντας ένα ιδιότυπο είδος λογοκρισίας, ύπό τήν μορφή τής απαγόρευσης εισόδου καί πρόσβασης στό πεδίο τού ιδεολογικού άγώ­να τέτοιων εννοιών. Η λογοκρισία αυτή εμπεδώθηκε και από την δυσφήμιση των ως τώρα κυρίαρχων άξιών ως «ακραίων», «ξεπερασμένων» κλπ., ώστε να τις εξοντώσει και ηθικά και να αποκλείσει την έπανάκαμψή τους. Επιπλέον, οι φορείς τους υπέστησαν προσωπική και ηθική απαξίωση.

Αυτά τα φαινόμενα συνέβησαν κατά την διάρκεια τού 20ού αιώνα στις περισσότερες ευρωπαϊκές αλλά και άλλες έξω-ευρωπαϊκές χώρες και όχι μόνον δεν εξασθένισαν αλλά απεναντίας εντάθηκαν μετά την οριστική παγίωση των συνόρων μεταξύ τού δυτικού κό­σμου και τού ανατολικού συνασπισμού, δηλαδή τής αμερικανικής και τής σοβιετικής αυ­τοκρατορίας. Έχει σημασία ότι ή Αριστερά επέτυχε αυτού τού είδους τούς αποκλεισμούς ακόμη κι αν οι κοινωνικές πλειοψηφίες των διαφόρων δυτικοευρωπαϊκών και άλ­λων χωρών είχαν παραμείνει πιστές σε παραδοσιακές αξίες (προβιομηχανικές η αστικό-φιλελεύθερες, αδιάφορο). Διότι σημασία έχει ο έλεγχος τού πεδίου εκφοράς τού δημοσίου λόγου και όχι ο χώρος των ιδιωτικών συζητήσεων η τού προσωπικού προβληματισμού. Άλλωστε οι συνειδήσεις μακροπρόθεσμα διαβρώνονται σε σημαντικό βαθμό από τούς μη­χανισμούς επικοινωνίας.

Έτσι, οι αριστερές δυνάμεις σε όλο τον κόσμο εξασφάλισαν σε πρώτη φάση την σιωπή των (έστω και πλειοψηφούντων κοινωνικά) αντιπάλων τους. Ταυτόχρονα προώ­θησαν την ηγεμονία τους στον χώρο τής διακίνησης των ιδεών (βιβλίο, τέχνη κλπ.), με την πολύ απτή υλική αρωγή τής Σοβιετικής Ένωσης, πού διοχέτευε σε όλη την διάρ­κεια τού Ψυχρού Πολέμου τεράστια ποσά και επικοινωνιακή τεχνογνωσία όχι μόνον στά ελεγχόμενα κομμουνιστικά κόμματα-φορείς τού σοβιετικού αυτοκρατορικού ιμπεριαλι­σμού, αλλά και σε έμμεσα συνδεδεμένους μηχανισμούς παραγωγής πολιτισμού.

Έτσι ή Αριστερά διαμόρφωσε ένα πεδίο ιδεολογικού «διαλόγου», όπου οι διάφορες φωνές δεν κυμαίνονταν σ’ έναν άξονα μεταξύ των δύο αντιθέτων πόλων μαρξισμού-άντι-μαρξισμού ως εξίσου νομιμοποιημένων εναλλακτικών σχημάτων, αλλά περιφέρονταν γύ­ρω από τον πρώτο πόλο, σε διάφορες αποχρώσεις. Δηλαδή επέτυχε να θεωρούνται «νό­μιμες» μόνον οι απόψεις με αριστερό πρόσημο. Έτσι έσυρε τις μη μαρξιστικές πολιτι­κές δυνάμεις στο δικό της προνομιακό πεδίο ιδεολογικής αντιπαράθεσης και τις ανάγκασε να παίξουν με τούς δικούς της κανόνες, σ’ ένα παιχνίδι αντιπαράθεσης στο οποίο η αριστερά έξ ορισμού πλεονεκτούσε. Ακόμη περισσότερο, αυτού τού είδους τα αριστερά πρόσημα κατέστησαν απαραίτητο εφόδιο επαγγελματικής και συντεχνιακής ανέλιξης, προβολής, καλλιτεχνικής και επιστημονικής καταξίωσης και αναγνώρισης.

Όλα αυτά κατέληξαν στην ουσία σ’ ένα πραγματικό μονοπώλιο τής σκέψης και σ’ έναν αριστερό μονόλογο, αφού οιαδήποτε κριτική μπορούσε πλέον ν’ ασκηθεί «νομίμως» μόνον εν ονόματι μίας αυθεντικότερης ερμηνείας τής «ορθοδοξίας» και των κλασσικών τού μαρξισμού» αυτό δείχνει ανάγλυφα ή περίπτωση τού Νίκου Πουλαντζά, πού προσπά­θησε να αναιρέσει τον Μαρξ εν ονόματι τού Μαρξ, εγχείρημα εξ ορισμού αντιφατικό και αδιέξοδο.

Πρέπει να προσεχθεί ιδιαίτερα το εξής: όλο αυτό το αριστερό ιδεολογικό πλέγμα, σε όλη του την πολυπλοκότητα (ορθόδοξοι μαρξισμοί, νεο-μαρξισμοί, τροτσκισμοί κλπ.) δη­μιουργήθηκε και διαμορφώθηκε όχι ως μέθοδος καλύτερης προαγωγής τής γνώσης, αυθεντικώτερης προσέγγισης τής αλήθειας η εύρεσης του ορθότερου κοινωνικού δέοντος — αλλά ως συγκεκριμένο εργαλείο πολιτικού αγώνα για την επικράτηση μιας ανερχόμενης πολιτικής τάξης. Αυτό συνάγεται εύκολα από το γεγονός ότι τά αριστερά ποικίλων απο­χρώσεων κινήματα, όταν κατά τίς τελευταίες δεκαετίες ανήλθαν στην εξουσία, μετα­βλήθηκαν σέ ιδιοτελείς ολιγαρχίες, μέ σκληρή καθεστωτική νοοτροπία και αρτηριοσκλη­ρωτική δομή, μέ όλα τά χαρακτηριστικά γνωρίσματα τών πολιτικών δυνάμεων πού ανέ­τρεψαν (κλειστή αναπαραγωγή, πελατειακές σχέσεις, οικογενειοκρατία, ευνοιοκρατία κλπ.) και συχνά σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό. Μόνη τους διαφορά οι πολύ πιο σύγχρονες μέθοδοι προπαγάνδας και η αντικατάσταση τού παραδοσιακού πατερναλιστικού αυταρ­χισμού τής Δεξιάς μέ έναν πολύ πιό περίτεχνο, αθέατο, άρα πιο αποτελεσματικό επικοι­νωνιακό ολοκληρωτισμό, πού στοχεύει περισσότερο στην αλλοτρίωση των συνειδήσεων παρά στη μηχανική υποταγή τής μάζας. Οι κυβερνώσες αριστερές δυνάμεις, παρά την μεταμόρφωσή τους σε μια νέα μορφή τής παραδοσιακής δεξιάς, διατήρησαν όμως ακέ­ραιο το αριστερό τους πρόσημο (θεωρητικές αναφορές, «συντροφικές» προσφωνήσεις κλπ.), αξιοποιώντας τα γκαιμπελικά αξιώματα τής σύγχρονης προπαγάνδας, σύμφωνα με τα οποία η πλήρης διαστρέβλωση των εννοιών και οι αντιφάσεις μεταξύ θεωρίας και πράξης όχι μόνον δεν δυσχεραίνουν υποχρεωτικά την διακυβέρνηση μιας ολιγαρχίας αλ­λά αντιθέτως μπορούν, υπό τίς κατάλληλες προϋποθέσεις, να την διευκολύνουν.

Άμεση συνέπεια όλων αυτών υπήρξε το γεγονός ότι η παταγώδης, πάνδημη και διδακτικώτατη πτώση τού «υπαρκτού σοσιαλισμού», δηλαδή τού αριστερού ολοκληρωτισμού, δεν αφομοιώθηκε από τα πολιτικά συστήματα τής Δυτικής Ευρώπης ούτε οδήγησε στην οριστική χρεοκοπία τής μαρξιστικής ρητορείας καί ορολογίας’ αφ’ ενός μεν γιατί ένα σημαντικό μέρος τής τελευταίας είχε προλάβει να αποστασιοποιηθεί εγκαίρως από τον σοβιετικό ολοκληρωτισμό πρίν αυτός καταρρεύσει οριστικά, αφ’ ετέρου γιατί ό τελευταίος θεωρήθηκε από τήν «ανανεωτική αριστερά» ώς αυταρχική παρέκκλιση τού «πραγματικού» μαρξισμού (πού δεν υπήρξε πραγματικότητα πουθενά και ποτέ). Αυτά όμως κατέστησαν δυνατά διότι η Αριστερά είχε ήδη ελέγξει τούς ιδεολογικούς μηχανι­σμούς, ώστε να επιβάλει τις δικές της ερμηνείες καί η πτώση τού κομμουνισμού, αντί να την καταστρέψει πολιτικά, να περάσει εξ «απαλών ονύχων».

Το μονοπώλιο των αριστερών αξιών, ιδεών και ερμηνευτικών πρισμάτων εξηγεί (εν μέρει) γιατί τα ποικίλα συντηρητικά, φιλελεύθερα, χριστιανοδημοκρατικά, ρεπουμπλικα­νικά, δεξιά, κεντρώα κλπ. κόμματα τού μη μαρξιστικού ή τού μαχόμενου αντιμαρξιστικού χώρου δεν μπόρεσαν η δεν θέλησαν να αξιοποιήσουν προς όφελός τους την έμπρα­κτη ήττα τής αριστεράς και τις συγκλονιστικές αποκαλύψεις γιά τήν τρομακτική αγριό­τητα τού σοβιετικού καθεστώτος. Συνέβαλαν επίσης, σ’ αυτήν τήν αδυναμία, η ανυπαρ­ξία ισχυρής ιδεολογικής παραγωγής από τις Ίδιες τις μη μαρξιστικές ή αντιμαρξιστικές πολιτικές δυνάμεις, η αυτολογοκρισία τους και ο γενικότερος πολιτικός μηδενισμός τους. Αλλά η κύρια αιτία εϊναι ό απόλυτος σχεδόν έλεγχος τού ιδεολογικού πεδίου από τήν αριστερά. Γιά τον ίδιον ακριβώς λόγο τα διάφορα σοσιαλιστικά, εργατικά και κομμουνιστικά κόμματα δεν αισθάνθηκαν την παραμικρή ανάγκη κάποιας αυτοκριτικής, η έστω μερικής αποστασιοποίησής τους από την μαρξιστική θεωρία.

Η ελληνική περίπτωση

Στην Ελλάδα, ήδη από τον Μεσοπόλεμο, η Αριστερά προσπάθησε να δημιουργή­σει συνθήκες ιδεολογικής ηγεμονίας. Η πρώτη κίνηση ήταν να συσπειρώσει το Ίδιο της το στρατόπεδο, καταργώντας κάθε έννοια ελεύθερης κριτικής και διακίνησης ιδεών, ποινικοποιώντας την ελευθερία λόγου και την παραμικρότερη έστω διαφοροποίηση. Η ει­σαγόμενη από την Διεθνή και την Μόσχα «γραμμή» οδήγησε εντός τού κόμματος σε ασφυκτικές συνθήκες ιδεολογικού ελέγχου. Εμπόδιο στην ιδεολογική κυριαρχία τού ΚΚΕ στάθηκε όμως η συστηματική πολιτική και ιδεολογική άμυνα τής κυρίαρχης (βενιζελικής-άντιβενιζελικής) πολιτικής τάξης, πού εκφράσθηκε μέ τήν σκέψη νέων τότε διανοουμένων όπως ο Π. Κανελλόπουλος, ο Γ. Θεοτοκάς κ.ά. και από περιοδικά όπως η «Ιδέα» η το «Αρχείον Φιλοσοφίας». Επιπλέον η κυρίαρχη τάξη ήταν τότε σε θέση να εκφέρει συγκροτημένο πολιτικό λόγο, να παράγει ιδεολογία και να διαμορφώνει όρα­μα πού να συγκρατεί την κοινωνία και ιδίως την νεολαία σε μία άντιμαρξιστική η μη μαρξιστική τοποθέτηση. Σε όλη την διάρκεια τού σκληρού αγώνα μεταξύ Αριστεράς καί Κεντροδεξιάς, στις αιματηρές ή στις πολιτικές του φάσεις, το ιδεολογικό ζήτημα αξιολογήθηκε και από τις δύο πλευρές ως εξαιρετικά σημαντικό και πρωτεύον. Η κυβερ­νώσα Κεντροδεξιά φρόντισε να οργανώσει την ιδεολογική της ηγεμονία στους θεσμούς, αν και μετά το 1944 η προσπάθειά της έχασε το δημιουργικό της ύφος και απέκτησε αμυντικό-αντικομουνιστικό χαρακτήρα, γι’ αυτό ακριβώς και έγινε επιθετικότερη. Αλ­λωστε, ο άντιμαρξισμός υπέφερε κι από ένα σοβαρό δομικό μειονέκτημα: την απουσία ενός κεντρικού ιδεολογικού πυρήνα και την παρουσία στο εσωτερικό του ποικίλων, εντελώς διαφορετικών και συχνά αντιφατικών ιδεολογικών τάσεων, φιλελεύθερων καί αντιφιλελεύθερων, καπιταλιστικών και αντικαπιταλιστικών, και σημεία αναφοράς εξίσου ανομοιογενή όπως η Αρχαία Ελλάδα, το Βυζάντιο, ο καντιανός ιδεαλισμός ή ο τολστοϊσμός κλπ. Αλλά, παρά αυτήν την πανσπερμία, υπήρχε ο κοινός παρονομαστής τής συνειδητοποίησης, άπό το σύνολο τής Κεντροδεξιάς, τής σημασίας τού ιδεολογικού άγώνα γιά τήν μακροπρόθεσμη πολιτική της κυριαρχία. Γι’ αυτό και όλοι οι ανομοιογενείς φορείς της έδωσαν ο καθένας την δικιά του απάντηση στον μαρξισμό.

Έτσι, η ιδεολογική επάρκεια έθεωρείτο απαραίτητο στοιχείο γιά τούς πολιτικούς τής εποχής εκείνης, γι’ αύτό καί οί μεταπολεμικές κυβερνήσεις στελεχώθηκαν από πνευ­ματικές προσωπικότητες μεγάλου —για τα ελληνικά τουλάχιστον δεδομένα— διαμε­τρήματος. Ας αναφέρουμε μερικά παραδείγματα: ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, κορυ­φαίος κοινωνιολόγος και φιλόσοφος» ο Παναγής Παπαληγούρας, τον οποίον μνημονεύει ώς πηγή του στην θεωρία των διεθνών σχέσεων ο Raymon Aron» ο Π. Πιπινέλης, θεω­ρητικός άπολογητής τής μοναρχίας» ο Σπύρος Μαρκεζίνης, ο σημαντικώτερος αναμφισβήτητα Έλληνας ιστορικός τού 20ού αιώνα» ο Α. Στράτος, πού συνέγραψε δίτομη ίστορία τής έποχής τού Ηρακλείου» ο φιλόσοφος Κ. Τσάτσος, ο ίστορικός, λογοτέχνης καί φιλότεχνος Εύ. Αβέρωφ, ο Κ. Καλλίας κ.ά. Αυτοί όλοι, παρά τις διαφωνίες και τις επιφυλάξεις πού μπορεί κανείς να έκφράσει για τις ιδέες τους, διέθεταν πνευματικό ειδι­κό βάρος κατάλληλο γιά νά προσδώσει κύρος στην φαντασιακή θέσμιση τού μετεμφυλιακού κράτους.

Η συγκυρία πού οδήγησε σε ήττα αυτό τό ιδεολογικό σχήμα ηταν η Δικτατορία τών Συνταγματαρχών. Η κατάχρηση καί ό εκχυδαϊσμός τού αντιμαρξιστικού πολιτικού λόγου και της αντικομμουνιστικής ιδεολογίας από τούς Συνταγματάρχες συμπαρέσυρε άλλωστε και το γενικώτερο σύστημα αξιών πού συνέχει κάθε οργανωμένη κοινωνία (κο­ρυφαίο δείγμα αυτής της αποδομητικής διαδικασίας υπήρξε ό πατριωτισμός, πού διαδο­χικά εργαλειοποιήθηκε από τήν Ακροδεξιά και ποινικοποιήθηκε από την Αριστερά). Κα­τά τρόπο αντανακλαστικό, ο αυταρχισμός τής Δικτατορίας σε συνδυασμό με την τραγι­κή εθνική της αποτυχία στο Κυπριακό και την ουσιαστική της μειοδοσία οδήγησαν σέ συνολική απαξίωση εννοιών πού υπερέβαιναν ως τότε και υπερβαίνουν σέ κάθε οργανω­μένη χώρα τις πολιτικές και κοινωνικές διαφορές, καί απλώς ερμηνεύονταν μέ διαφορε­τικό τρόπο από την Κεντροδεξιά και την Αριστερά.

Μετά το 1974, η Δεξιά, πού εν τω μεταξύ επανήλθε στην εξουσία, φάνηκε να δια­κατέχεται από τον τρόμο των ίδιων της των θέσεων, προδίδοντας αισθήματα ενοχής πα­ράδοξα και εν πολλοίς αστήρικτα. Διότι οι ευθύνες της για την Δικτατορία δεν ήταν με­γαλύτερες απ’ αυτές των κεντρώων αποστατών η τού αποσταθεροποιητικού πολιτικού λόγου τού Α. Παπανδρέου η τού ΚΚΕ, πού έδωσε με το σύνθημα «όπλα παρά πόδα» τα αναγκαία προσχήματα στο σκοτεινό παρακράτος. Άλλωστε η εγκαθίδρυση, το 1974, τού πρώτου πραγματικά κοινοβουλευτικού καθεστώτος στήν νεώτερη ελληνική ιστορία και η πάταξη των παρακρατικών-παραστρατιωτικών μηχανισμών χρεώνεται στην Δεξιά και προσωπικά στον Κ. Καραμανλή.

Αυτό το αίσθημα ενοχής, μαζί με την αναπόφευκτη ιδεολογική αδράνεια, συνδυά­σθηκε μέ τήν αποχώρηση από τό πολιτικό προσκήνιο των κυριώτερων ιδεολογικών ταγών τής προ-δικτατορικής Δεξιάς, τήν σιωπή η και τήν μεταστροφή τους (κλασσικά παρα­δείγματα η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση τού Γ. Ράλλη καί η αυτοκριτική τού Παναγιώ­τη Κανελλόπουλου).

Αυτά οδήγησαν στην αμαχητί παράδοση τής διανόησης, τής εκπαίδευσης, τού πο­λιτισμού, των μέσων ενημέρωσης, των μηχανισμών διαμόρφωσης τής κοινής γνώμης στις ποικίλες αποχρώσεις της Αριστεράς. Σημαντικό ρόλο διείσδυσης των αριστερών προτεραιοτήτων στόν παραδοσιακό αστικά σκεπτόμενο χώρο διεδραμάτισε τό ΚΚΕ «ε­σωτερικού», ακριβώς διότι αποτίναξε την σταλινική και ψυχροπολεμική δομή τού ορθό­δοξου ΚΚΕ και δημιούργησε ένα είδος διανοητικής «μόδας» στους χώρους των προοδευτικώτερων δεξιών. Το ΚΚΕ «εσωτερικού» συνετέλεσε στην οικοδόμηση μίας πνευ­ματικής κοινωνίας μέ αριστερό πρόσημο, τήν όποία καρπώθηκε πολιτικά όχι μόνον ο Συ­νασπισμός (πού διεδέχθη τό ΚΚΕ εσ.) αλλά και η εκσυγχρονιστική πτέρυγα τού ΠΑΣΟΚ. Οι έννοιες πού συνήδαν προς την πολιτική κυριαρχία της παραδοσιακής Δεξιάς κατεδαφίσθηκαν συστηματικά: η ιεραρχία, ό σεβασμός, η πειθαρχία, η τάξη, η εργατι­κότητα, η αποταμίευση, η άμιλλα, η παράδοση, η θρησκεία κλπ.

Το πρόβλημα τής Δεξιάς, μετά το 1974, ήταν όχι οι ξεπερασμένες υποτίθεται ιδεο­λογικές της θέσεις (αντιθέτως ξεπερασμένες φάνηκαν σύντομα οι ποικίλες μαρξιστικές ιδεολογίες), αλλά το γεγονός ότι η προβολή οιασδήποτε, και τής δημοκρατικότερης θέ­σης από την συντηρητική παράταξη, προκαλούσε αντιδημοκρατικούς συνειρμούς.Ένώ, αντιθέτως, η Αριστερά μπορούσε νά προβάλει οιαδήποτε, και την αντιδημοκρατικότερη θέση, χωρίς κανένα απολύτως πρόβλημα, αφού εκ των προτέρων οι θέσεις τής Αριστεράς ήσαν αποδεκτές και «νόμιμες», χωρίς να εξετάζεται το περιεχόμενό τους. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο κατέστη δυνατόν το ΠΑΣΟΚ να υιοθετήσει σταδιακά όλες τις θέσεις τής μεταπολιτευτικής Δεξιάς, χωρίς νά πληγεί η ιδεολογική του αξιοπιστία και συνέπεια.

Η επικράτηση αυτού τού ιδεολογικού πλαισίου αναφοράς ευνόησε την πολιτική ήτ­τα τής Δεξιάς και οδήγησε, μακροπρόθεσμα, στην αδυναμία της να επανέλθει στην εξουσία: ή τριετής διακυβέρνηση το 1990-93 από τη «Νέα Δημοκρατία» χαρακτηρίστηκε «σύντομο διάλειμμα» όχι τόσο διότι ήταν χρονικά βραχεία, αλλά ποιοτικά, δηλαδή λόγω τής αδυναμίας τής τότε κυβέρνησης να λάβει έστω και ένα μέτρο προς την κατεύθυνση τής πολιτικής φιλοσοφίας της.

Οι Ίδιοι βαθύτεροι λόγοι —στο ιδεολογικό επίπεδο— βρίσκονται πίσω από το παρά­δοξο γεγονός ότι ο Κ. Σημίτης εξελέγη πρωθυπουργός παρά την δεδηλωμένη απέχθεια του προς την έννοια τού πατριωτισμού, τού έθνους, των ενόπλων δυνάμεων, τής θρη­σκείας κλπ. Η ταπεινωτική κρίση των ‘Ιμίων δεν τον εμπόδισε να λάβει ψήφο εμπιστοσύνης την επομένη ημέρα, ενώ η αναμέτρηση του μέ τήν Εκκλησία δέν στάθηκε πολι­τικά μοιραία γι’ αυτόν. Οι θέσεις κορυφαίων στελεχών τού ΠΑΣΟΚ γιά αποποινικοποίηση τού χασίς καί ή αδιανόητη δήλωση τού Ίδιου τού Κ. Σημίτη ότι «ή ελληνική κοινω­νία δεν είναι ακόμη ώριμη για κάτι τέτοιο» δεν προκάλεσαν γενική κατακραυγή. Και οι καθημερινές ταπεινώσεις απ’ την Τουρκία μπορούν άνετα να συνυπάρχουν στοιχειωδώς με δηλώσεις περί «ομαλοποίησης» των ελληνοτουρκικών σχέσεων, χωρίς πρόβλημα.

Το χειρότερο με την «Νέα Δημοκρατία» δεν είναι ότι ετέθη, μετά τό 1981, στο ιδεολογικό περιθώριο, ούτε ότι το ΠΑΣΟΚ κυβερνά ήδη πολύ περισσότερο απ’ ότι ο Συ­ναγερμός τού στρατάρχη Παπάγου και ή ΕΡΕ τού Κ. Καραμανλή μαζί. Ούτε ότι οι ηγεσίες της εναλλάσσονται χωρίς να τολμούν η να μπορούν να κατεδαφίσουν τούς μύ­θους πού συγκρατούν τό ΠΑΣΟΚ στην εξουσία επί δύο δεκαετίες (Αντίσταση, Πολυ­τεχνείο κλπ.). Ούτε καν ότι δέν μπόρεσε, ή «Νέα Δημοκρατία», να αξιοποιήσει την θεαματική κατάρρευση τής Σοβιετικής Αυτοκρατορίας και τα συμπεράσματά της, ώστε να δικαιώσει τον ιστορικό εαυτό της στο φλέγον ως σήμερα ζήτημα τού Εμφυλίου Πολέ­μου τού 1944-49 και να απομυθοποιήσει το μυθοποιημένο ΕΑΜ, τον Βελουχιώτη (πε­ρί τού οποίου γράφονται βιβλία αγιογραφικού χαρακτήρα πού πραγματοποιούν χιλιάδες πωλήσεις).

Ούτε επίσης ότι δεν έχει προβάλει επαρκώς την δική της συμβολή στην αποκατάσταση τής Δημοκρατίας τού 1974-75, πού θεωρείται αυτονόητα αποτέλεσμα τού Πο­λυτεχνείου, τής Αντίστασης και των λαϊκών αγώνων της αριστεράς, ενώ στήν πραγ­ματικότητα είναι αποτέλεσμα τής τουρκικής εισβολής και των χειρισμών τού Κ. Κα­ραμανλή.

Το χειρότερο με την Νέα Δημοκρατία είναι ότι βαθειά μέσα της έχει αποδεχθεί την ιδεολογική της ήττα και πολιτεύεται με τούς κανόνες, το λεξιλόγιο, τούς κώδικες, τούς μύθους και τις αξίες τού αντιπάλου της, αδυνατώντας να αντιπαραθέσει δικούς της. Αυτό δηλαδή πού είναι ή προϋπόθεση τής μακροπρόθεσμης πολιτικής της καχεξίας.

Η Νέα Δημοκρατία δεν αντελήφθη την βαθύτερη σημασία τής ιδεολογικής μετα­στροφής πού έλαβε χώρα μετά το 1974 ούτε συσχέτισε μ’ αύτήν τήν πολιτική της πε­ριθωριοποίηση. Μεγάλο μέρος τής ελληνικής κοινωνίας έπαψε να ομιλεί, διότι «δεν έδικαιούτο» πλέον, και περιορίσθηκε να ψηφίζει απλώς Δεξιά. Το μέρος τής ελληνικής κοι­νωνίας, πού μέχρι τότε ήταν πολιτικά ηττημένο, πήρε την ρεβάνς του και σε ιδεολογι­κό επίπεδο. Η ΝΔ δεν ανέλυσε με επάρκεια όλους τούς λόγους για τούς όποίους τό ΠΑΣΟΚ επανεκλέγεται διαρκώς μέ αντοχή πρωτοφανή στην νεοελληνική ιστορία. Ούτε βε­βαίως προσπάθησε να επιχειρήσει την μακροπρόθεσμη επιστροφή της, προετοιμάζοντας κατάλληλα το έδαφος, δηλαδή αποδομώντας το ιδεολογικό πλαίσιο τής αριστεράς καί οργανώνοντας δικούς της μηχανισμούς ιδεολογικής ηγεμονίας, σε μακροπρόθεσμη στόχευση. Για κάτι τέτοιο θα απαιτείτο εντελώς διαφορετικής ποιότητας και παιδείας πο­λιτικό προσωπικό και επιτελικά όργανα. Η πολιτική της κριτική είναι αποσπασματική, χωρίς συνοχή, διότι δεν απορρέει από τον κεντρικό πυρήνα κάποιας κοσμοθεωρίας. Γι’ αυτό και δεν δείχνει να πιστεύει καν τις θέσεις της. Η πολιτική στρατηγική της συμ­πυκνώνεται στην έννοια τού «ώριμου φρούτου», δηλαδή στην παθητική αναμονή τής εξουσίας βάσει τής λογικής ότι οιαδήποτε εκδήλωση ιδεολογικής προτίμησης οδηγεί σε απώλειες ψήφου. Αλλά να πού η εξουσία δεν έρχεται. 

Και το χειρότερο: εάν παρ’ ελ­πίδα έρθει, θα είναι, και πάλι, μία παρένθεση.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s