Ο Αμερικανικός Εμφύλιος Πόλεμος (1861-1865) ήταν ο πλέον καταστροφικός και μακροχρόνιος εμφύλιος πόλεμος που έζησε ποτέ το κράτος των ΗΠΑ. Ο πόλεμος αυτός ήταν αποτέλεσμα κυρίως των πολύ σοβαρών κοινωνικοοικονομικών διαφορών μεταξύ των πολιτειών αλλά και του πολιτειακού συστήματος των τότε ΗΠΑ, κατά το οποίο η θέση του προέδρου είχε μικρή επίδραση στην καθοδήγηση του συνόλου της οικονομίας των πολιτειών. Ο πόλεμος για τον Λίνκολν και τις υπόλοιπες πολιτείες του Βορρά είχε σαν αντικείμενο την επαναφορά των αποσχισθέντων στις ΗΠΑ και τη διατήρηση του κράτους. Για τον Νότο το αντικείμενο ήταν να διατηρηθεί σαν χωριστό κράτος, οι τύχες του οποίου δεν θα κρίνονταν από τις πολιτικές ανακατατάξεις στην Ουάσιγκτον. Αν και η ευρέως διαδεδομένη αντίληψη παρουσιάζει σαν αιτία της σύγκρουσης την κατάργηση της δουλείας των νέγρων από τον Βορρά, εντούτοις αυτή υπήρξε μια δευτερεύουσα παράμετρος του όλου οικονομικού προβλήματος. Εξάλλου ο Λίνκολν δεν την κατάργησε με την άνοδό του στην προεδρία, ούτε ποτέ διανοήθηκε να δώσει πολιτικά δικαιώματα στους νέγρους. Μετά το ξέσπασμα του πολέμου, ο Λίνκολν επιχείρησε να κατανικήσει τον Νότο και χρησιμοποίησε τη δουλεία μόνο σαν ένα ηθικό αντίβαρο ενός μακρόχρονου και πολύ αιματηρού αγώνα. Η επικράτηση των Βορείων στη σύγκρουση είχε ως αποτέλεσμα την ισχυροποίηση της θέσης του Προέδρου και τη διατήρηση των ΗΠΑ ως κράτους με τη μορφή που την γνωρίζουμε μέχρι σήμερα.

Αίτια και αφορμές

1. Οικονομικοί λόγοι

Το κυριότερο ανθρωποϊστορικό στοιχείο των μέσων του 19ου αιώνα ήταν η πλημμυρίδα Ευρωπαίων μεταναστών προς τον «Νέο Κόσμο». Άνθρωποι φτωχοί και καταπιεσμένοι κατέφταναν σε μεγάλους αριθμούς στην Αμερική από όλο τον κόσμο, αλλά κυρίως από την Ευρώπη, η οποία παρέμενε φεουδαρχική επικράτεια και βρισκόταν ακόμη κάτω από τον έλεγχο των ευγενών, κατακλύζοντας τη νέα ήπειρο. Οι νέοι άποικοι εξαπλωθήκαν σε όλη τη Βόρεια Αμερική καταλαμβάνοντας εκτάσεις όχι μόνο στις τότε γνωστές ΗΠΑ αλλά και σε άλλες περιοχές όπως το Τέξας και η Καλιφόρνια. Οι ταλαιπωρημένοι άνθρωποι οδηγούνταν στο άγνωστο βασιζόμενοι στην ελπίδα. Ενώ στην Ευρώπη δεν είχαν καμία ελπίδα καλυτέρευσης της ζωής τους, στην νέα ήπειρο διέβλεπαν την πιθανότητα να γίνουν κι αυτοί στο μέλλον ιδιοκτήτες ενός μικρού κτήματος.

Η οικονομική ανάπτυξη όμως που έλαβε χώρα στο νέο κράτος ήταν πολύ διαφορετική μεταξύ Νότου και Βορρά. Στις Νότιες Πολιτείες το ζεστό, σχεδόν τροπικό κλίμα ευνοούσε την καλλιέργεια της γης, γι’ αυτό οι κάτοικοι έστρεψαν την προσοχή τους στη γεωργία. Η παραγωγή αυξήθηκε σε τέτοιο βαθμό με αποτέλεσμα τα παραχθέντα προϊόντα ήτοι το καλαμπόκι, το ρύζι, το ζαχαροκάλαμο, ο καπνός, οι φιστικιές και κυρίως το βαμβάκι, να αντιπροσωπεύουν τα 3/5 της παραγωγής των ΗΠΑ. Η απόδοση όλων αυτών των προϊόντων ήταν τέτοια ώστε δημιουργούσε την ανάγκη για μεγάλο αριθμό εργατικών χεριών. Τα χέρια υπήρχαν και δεν κόστιζαν τίποτα, ήταν τα χέρια των έγχρωμων δούλων. Ένα έμμεσο αποτέλεσμα αυτού του ξέφρενου νεοπλουτισμού ήταν η παντελής παραμέληση της βιομηχανίας, επειδή το βαμβάκι μπορούσε άνετα να εξασφαλίσει την αγορά όλων των προϊόντων – πρώτης ανάγκης και πολυτελείας – , τα οποία εισέρρεαν με εισαγωγές από τον Βορρά αλλά κυρίως κατευθείαν από την Ευρώπη.

Η δουλεία προϋπήρχε σαν θεσμός στις ΗΠΑ πριν Επανάσταση του 1776 και διατηρήθηκε και μετά την ανεξαρτητοποίηση από την Αγγλία. Η εργασία σε τόσο μεγάλες εκτάσεις παρέμενε χειρωνακτική και οι δούλοι αποτελούσαν το κυριότερο «εργαλείο». Στην πραγματικότητα όμως ελάχιστοι στον Νότο διέθεταν μεγάλο αριθμό δούλων, επειδή το κόστος συντήρησης ενός δούλου ήταν απαγορευτικό για την πλειονότητα των κτηματιών. Ο Νότος όμως εξαρτάτο απόλυτα από την οικονομία αυτή, αφού το χαμηλό κόστος παραγωγής και η μεγάλη ζήτηση των προϊόντων, οδηγούσε στην δημιουργία νέων καλλιεργήσιμων εκτάσεων, με αποτέλεσμα να αυξάνει συνεχώς και η ανάγκη για περισσότερους δούλους.

Ο Βορράς, παρότι διέθετε κι εκείνος δούλους, ζούσε σε μία διαφορετική οικονομική πραγματικότητα. Εκεί το ψυχρότερο κλίμα δεν ευνοούσε τόσο την καλλιέργεια της γης και ως επακόλουθο η εξέλιξη της οικονομίας βασίστηκε στην ανάπτυξη της βιοτεχνίας και της βιομηχανίας. Το εργατικό δυναμικό που απαιτούνταν για να τεθεί και να παραμείνει σε κίνηση αυτός ο μηχανισμός προήλθε από τους φτωχούς αποίκους που έρεαν συνεχώς από την Ευρώπη. Ο Βορράς είχε ανάγκη περισσότερο τεχνικά καταρτισμένους εργάτες και λιγότερο εργατικά χέρια με αποτέλεσμα οι καταρτισμένοι λευκοί εργάτες να αποτελούν τη βασικότερη κοινωνική ομάδα, ενώ οι αμόρφωτοι νέγροι παρέμεναν πάντα δευτερεύοντα κοινωνικά στοιχεία, περισσότερο για οικονομικούς, παρά για ηθικούς λόγους. Ωστόσο, σε αντίθεση με τους δούλους, οι νέοι εργάτες σταδιακά απέκτησαν πολιτικά δικαιώματα και οι απόγονοί τους έγιναν πολίτες των ΗΠΑ. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι ΗΠΑ να γίνουν μία πυκνοκατοικημένη βιομηχανική περιοχή, οι ηγέτες του οποίου γρήγορα συνειδητοποίησαν ότι τα οικονομικά της συμφέροντα συγκρούονταν με εκείνα του Νότου.

Η δουλεία, η άνευ αποδοχών δηλαδή εργασία, ήταν απειλητική για το μέλλον τους. Tα προϊόντα της βιομηχανίας του Βορρά έβρισκαν ισχυρό ανταγωνισμό από τις εισαγωγές του Νότου από την Ευρώπη, ενώ αντίθετα τα γεωργικά προϊόντα του Νότου ήταν εντελώς αναγκαία για την επιβίωση του Βορρά. Ουσιαστικά ο Νότος είχε το πλεονέκτημα να καθορίζει την οικονομία των ΗΠΑ και αυτό δύσκολα μπορούσε να γίνει ανεκτό από το Βορρά. Αναζητώντας τρόπους να απεμπλακούν από την «κηδεμονία» του Νότου, οι βιομήχανοι του Βορρά πίεσαν ασφυκτικά την Ομοσπονδιακή κυβέρνηση και απαίτησαν τη θέσπιση προστατευτικού δασμολογίου με την επιβολή φόρων εισαγωγών, φόρους τους οποίους θα ήταν υποχρεωμένος να πληρώνει κυρίως ο Νότος, περιορισμό των περιοχών στις οποίες επιτρεπόταν η δουλεία και ψήφιση νόμου για αναδιανομή του εθνικού πλούτου με τη δωρεάν παραχώρηση κλήρων στους μετανάστες, δηλαδή στους κατοίκους των Βορείων Πολιτειών.

Ο πολιτικός ηγέτης που έμελε να παίξει τον πιο καθοριστικό ρόλο σε αυτή τη σύγκρουση ήταν ο Αβραάμ Λίνκολν (Abraham Lincoln), ένας ικανότατος ρήτορας, ένας οξυδερκής και μεθοδικός πολιτικός, που μελετούσε εξονυχιστικά κάθε λόγο και πράξη του. Φρόντισε οι λόγοι του να εναντιώνονται στις θέσεις που εξέφραζαν οι Δημοκρατικοί, οπότε η κατάργηση της δουλείας αποτέλεσε για αυτόν ένα καλό προεκλογικό σύνθημα, προσέχοντας όμως κι αυτός οι λόγοι του να μην απομακρύνουν πιθανούς ψηφοφόρους του Νότου ή Βόρειους ιδιοκτήτες δούλων. Η ασαφή στάση του απέναντι στο ακανθώδες ζήτημα δεν κατάφερε τίποτε περισσότερο από το να ανησυχήσει και να εκνευρίσει τους κατοίκους του Νότου και ορισμένες πολιτείες εξέφρασαν ξεκάθαρα την πρόθεσή τους να αποσχιστούν από την Ένωση σε περίπτωση εκλογής του. Παρά τη μαζική καταψήφισή του από τους κατοίκους των Νοτίων πολιτειών, το εκλογικό αποτέλεσμα κρίθηκε στο Βορρά και ο Λίνκολν εξελέγη πρόεδρος, ανοίγοντας τους «ασκούς του Αιόλου».

Έναν μήνα μετά την εκλογή του Λίνκολν άρχισε ο χορός των αποσχίσεων με πρώτη την πιο αδιάλλακτη από τις Νότιες πολιτείες, την Νότια Καρολίνα, το σημαντικότερο λιμάνι εξαγωγών προς την Ευρώπη, η οποία ανακοίνωσε επίσημα την απόφασή της. Τελικά έντεκα πολιτείες του Νότου διαδοχικά αποσχίστηκαν (Απρίλιος 1861) ): Βόρεια και Νότια Καρολίνα, Αλαμπάμα, Τέξας Λουϊζιάνα, Μισισίπη, Αρκάνσας, Φλόριντα, Βιρτζίνια, Τενεσή και Τζόρτζια και σχημάτισαν τις Ομόσπονδες Πολιτείες της Αμερικής (Confederate States of America, CSA), με πρωτεύουσα το Ρίτσμοντ της Βιρτζίνια.

Η απόσχιση στην αρχή φαινόταν σαν ένα είδος διαζυγίου «κοινή συναινέσει»: ικανοποιούσε και τις δύο πλευρές αφού η κάθε μία θα ήταν πλέον ελεύθερη να ορίσει την μοίρα της μέσα στα σύνορά της, μία κατάσταση η οποία απομάκρυνε τουλάχιστον το φάσμα μίας ανεπιθύμητης σύρραξης. Οι οικονομικοί παράγοντες της Ένωσης όμως ήταν εκείνοι που ανακάλυψαν την καταστρεπτική αλήθεια: η οικονομία του κράτους είχε σπάσει στη μέση! Ο Βορράς που μέχρι τότε πουλούσε σχεδόν το 70% της παραγωγής του στον Νότο, κινδύνευε τώρα να χρεοκοπήσει αφού αυτές οι εμπορικές συναλλαγές είχαν σταματήσει. Αντίθετα τα έσοδα του Νότου μόνο από τις εξαγωγές του στην Ευρώπη του επέτρεπαν να επιβιώσει αυτόνομα.

Εξαγριωμένοι οι Βόρειοι απαιτούσαν από τον Λίνκολν να εξαναγκάσει την Ομοσπονδία να επανέλθει στην Ένωση το ταχύτερο, έστω και δια της βίας, ενώ ο τύπος παραληρούσε απαιτώντας την τιμωρία των «Επαναστατών». Τότε ακριβώς ο Λίνκολν συνειδητοποίησε την δική του καταστρεπτική αλήθεια: δεν είχε κανένα νομικό δικαίωμα να επέμβει αφού κανένας νόμος δεν απαγόρευε την απόσχιση, καθόσον η Ένωση ήταν αποτέλεσμα εθελοντικής επιλογής των πολιτειών. Από εκείνο το σημείο και μετά ο Βορράς θεώρησε την απόσχιση σαν προδοσία εναντίον του έθνους και του δημοκρατικού συστήματος, του οποίου το εκλογικό αποτέλεσμα δεν γινόταν σεβαστό, ενώ ο Νότος δεν μπορούσε να δεχθεί ότι οι κάτοικοι του Βορρά βασιζόμενοι στην πλειοψηφία τους θα έπρεπε να καθορίζουν την οικονομική και κοινωνική δομή περιοχών τις οποίες ούτε γνώριζαν, ούτε και θα είχαν την ευκαιρία να γνωρίσουν. Τα μόνο που απέμενε ήταν μία αφορμή για να ξεσπάσει ο πόλεμος. Το επεισόδιο στο οχυρό Φορτ Σάμτερ (Απρίλιος 1861) έδωσε το έναυσμα για τη σύγκρουση.

Η Στρατηγική των Νότιων

american-civil-war4

Η ηγεσία των Νοτίων είχε από νωρίς θέσει συγκεκριμένους πολιτικούς και στρατιωτικούς αντικειμενικούς σκοπούς. Ο πολιτικός αντικειμενικός στόχος των Νοτίων ήταν η αναγνώριση της ανεξαρτησίας τόσο από τις ΗΠΑ όσο και από τις Ξένες Δυνάμεις. Προκειμένου να επιτευχθεί ήταν απαραίτητο να κινηθεί σε δύο βασικούς άξονες. Ο πρώτος ήταν η ίδρυση / διατήρηση μίας ανεξάρτητης κυβέρνησης στα εδαφικά όρια των Ομοσπονδιακών πολιτειών και, εάν ήταν δυνατόν, η προσέλκυση των ουδετέρων πολιτειών, των Μιζούρι, Κεντάκι και Μαίρυλαντ, στην Ομοσπονδία. Ο έτερος άξονας ήταν να καταφέρει να πειστεί ο πληθυσμός του Νότου ότι η παραμονή στην Ένωση ήταν επιζήμια. Ο προφανής στρατιωτικός αντικειμενικός σκοπός ήταν η διατήρηση της εδαφικής ακεραιότητας της Ομοσπονδίας.

Προκειμένου όμως να πραγματώσει τους στόχους του ο Νότος έπρεπε να επιτύχει την επικράτησή του στις πολεμικές επιχειρήσεις. Αυτό σήμαινε ότι έπρεπε να βρει τρόπο να υπερκεράσει τις αντικειμενικές δυσκολίες που δυσχαίρεναν την πολεμική προσπάθεια. Κατά την έναρξη του πολέμου, ο Νότος είχε να αντιμετωπίσει δυσεπίλυτα προβλήματα:

  • Αριθμητικό μειονέκτημα σε σχέση με τον αντίπαλό του. Ο Νότος μειονεκτούσε σημαντικά σε ανθρώπινο δυναμικό γεγονός που σήμαινε ότι η ανθρώπινη δεξαμενή από την οποία μπορούσε να αντληθεί προσωπικό και εφεδρείες ήταν περιορισμένη. Παράλληλα έπρεπε να διατηρεί φρουρές στις πολιτείες για το φόβο εξέγερσης των δούλων.
  • Η έλλειψη βαριάς βιομηχανίας. Οι Νότιοι αναγνώριζαν ότι δεν μπορούσαν να ανταγωνιστούν το Βορρά σε αυτό το επίπεδο. Δεν διέθεταν τις υποδομές, την τεχνογνωσία και τη δυνατότητα να παράγουν μεγάλες ποσότητες πυρομαχικών και εφοδίων ενώ οι μικρές ποσότητες πολεμικού υλικού που παρήγαγαν τοπικές βιομηχανίες δεν επαρκούσαν για να υποστηρίξουν μακροχρόνια πολεμική προσπάθεια.
  • Η υπεροπλία της Ένωσης σε Ναυτικές Δυνάμεις. Το ναυτικό της Ένωσης υπερτερούσε σε αναλογία 10:1 του ναυτικού της Ομοσπονδίας! Ή προφανή στρατηγική, που αναμενόταν ότι θα ακολουθούσε ο Βορράς, ήταν να προσπαθήσει να επιβάλλει εμπάργκο στα λιμάνια της Ομοσπονδίας, στραγγαλίζοντας την οικονομία της και παρεμποδίζοντας τον εφοδιασμό με πολεμικό υλικό και άλλα αγαθά πρώτης ανάγκης
  • Τα υπερβολικά εκτεταμένα σύνορα που έπρεπε να υπερασπιστεί. Οι Νότιες Πολιτείες ήταν μεγαλύτερες σε έκταση από τις Βόρειες Πολιτείες, αν και πιο αραιοκατοικημένες. Η απεραντοσύνη σε συνδυασμό με το περιορισμένο ανθρώπινο δυναμικό αποτελούσε για τη στρατιωτική ηγεσία ένα δυσεπίλυτο πρόβλημα. Αφενός μεν απειλούσε να «καταπιεί» τις στρατιωτικές δυνάμεις του Νότου σε περίπτωση που εμπλέκονταν σε επιχειρήσεις σε παράλληλα μέτωπα, αφετέρου έδινε στους Βορείους την δυνατότητα να επιλέγουν τους τομείς επίθεσης και να αποσυντονίζουν την πολεμική προσπάθεια των Νοτίων.
  • Η αδυναμία της οικονομίας τους να ανταποκριθεί σε μακροχρόνιο πόλεμο. Με την κήρυξη του πολέμου ήταν ξεκάθαρο ότι θα αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα αφενός μεν λόγω της μείωσης της παραγωγής αφετέρου δε λόγω του εμπάργκο που θα επέβαλαν οι Βόρειοι. Ο Νότος δεν είχε τη δυνατότητα να διεξάγει έναν παρατεταμένο πόλεμο φθοράς, ο οποίος ήταν κάτι παραπάνω από βέβαιο ότι θα κατέστρεφε ολοσχερώς την οικονομία του.

Πέραν όμως των προβλημάτων ο Νότος διέθετε και συγκεκριμένα πλεονεκτήματα που ήταν αποφασισμένος να εκμεταλλευτεί:

  • Η ποιότητα της στρατιωτικής του ηγεσίας. Οι Νότιοι, ως γαιοκτήμονες, είχαν παράδοση να στέλνουν τα παιδιά τους στη στρατιωτική ακαδημία του Γουέστ Πόιντ για να γίνουν ικανοί αξιωματικοί πιστεύοντας στις παραδοσιακές αξίες, ενώ οι Βόρειοι περισσότερο προτιμούσαν γιούς που γίνονταν επιτυχημένοι επιχειρηματίες. Η ηγεσία των Βορείων ήταν αντικειμενικά κατώτερη από εκείνη των Νοτίων. Οι Νότιοι πολεμούσαν κάτω από τις διαταγές του στρατηγού Ρόμπερτ Λη (Robert E. Li), ενός ηλικιωμένου αλλά ικανότατου στρατηγού, που έχαιρε της εμπιστοσύνης των αντρών του και της εκτίμησης των αντιπάλων του.
  • Η ηθική και στρατιωτική προετοιμασία που είχε προηγηθεί. Οι αρχικές αμφιβολίες για το ορθό ή μη της απόσχισης παραμερίστηκαν όταν εκλήθησαν στα όπλα να αμυνθούν, καθώς τα σχέδια του Βορρά γίνονταν μάλλον εύκολα γνωστά στο Νότο από τους συμπαθούντες του Βορρά, που ήταν τοποθετημένοι σε υψηλά πόστα. «Οπως εύστοχα είχε παρατηρήσει ο Στρατηγός Λη: «… Ο Βορράς δεν κατανοεί την αποφασιστικότητα του Νότου να πολεμήσει».
  • Η δεδηλωμένη συμπάθεια των Ξένων Δυνάμεων. Οι Νότιοι υπολόγιζαν ότι η Ομοσπονδία τους θα αναγνωριζόταν από Ξένες Μεγάλες Δυνάμεις με προεξέχουσα την Αγγλία. Οι Νότιες Πολιτείες ήταν ο κυριότερος προμηθευτής βαμβακιού στην αγγλική βιομηχανία και ένας μεγάλος καταναλωτής στα αγγλικά εμπορεύματα, γι’ αυτό και οι Άγγλοι αντιδρούσαν στους δασμούς που επιβάρυναν τα εμπορεύματα. Συνεπώς ήταν προς το συμφέρον της Αγγλίας να διατηρήσουν οι Νότιες Πολιτείες τις οικονομικές τους θέσεις.

Έχοντας σταθμίσει τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα ο Νότος αποκρυστάλλωσε τη στρατηγική του στους εξής άξονες :

α. Υιοθέτηση του δόγματος της ενεργητικής άμυνας. Οι Δυνάμεις των Βορείων δεν έπρεπε να επιτραπεί να εισβάλλουν σε βάθος στο έδαφος των Νοτίων Πολιτειών. Μία εις βάθος προέλαση, πέραν ότι απειλούσε την ακεραιότητα του νέου κράτους, θα επηρέαζε τη νομιμοφροσύνη των πολιτειών δημιουργώντας σκέψεις για επιστροφή στην Ένωση. Από τη στιγμή που οι δυνάμεις των Νοτίων δεν μπορούσαν να επιβληθούν με τον όγκο τους ούτε να είναι παντού το ίδιο ισχυρές, τα πλήγματα έπρεπε να είναι καλά υπολογισμένα, αιφνιδιαστικά και με την εξασφάλιση τοπικής αριθμητικής υπεροχής, έστω και με εσκεμμένη προσωρινή αποδυνάμωση δευτερευόντων μετώπων.

β. Υιοθέτηση της έμμεσης προσέγγισης. Το αρχικό δόγμα του Νότου προέβλεπε αποφυγή πολυδάπανων επιθέσεων και εμπλοκή σε μάχες φθοράς. Ήταν προτιμότερη η φθορά του αντιπάλου σε αμυντικές μάχες ώστε να αποδυναμωθεί το ηθικό του. Ο Λη επιδίωξε να εκμεταλλευτεί τις φυσικές και ηθικές αδυναμίες της αντίπαλης δύναμης, αποφεύγοντας τα ισχυρά σημεία της. Σκόπευε να προσελκύσει τις υπέρτερες εχθρικές δυνάμεις και να τις εξαναγκάσει σε μάχη, αλλά σε έδαφος της δικής του επιλογής, με απώτερο σκοπό να τους προκαλέσει μεγάλες απώλειες ή να τις εκμηδενίζει, αν αυτό ήταν εφικτό. Με αυτό τον τρόπο θα επιτύγχανε δύο στόχους: Αφενός μεν θα πετύχαινε μία γρήγορη νίκη εντυπώσεων που θα οδηγούσε το Βορρά να συνειδητοποιήσει ότι το διαζύγιο ήταν οριστικό, πετυχαίνοντας τόσο μία επίσημη αναγνώριση του κράτους του από τον χθεσινό του συνέταιρο όσο και από τις Ξένες Δυνάμεις. Αφετέρου θα προστάτευε το εξαιρετικά πολύτιμο γι’ αυτόν ανθρώπινο δυναμικό του.

γ. Η διατάραξη του στρατηγικού σχεδιασμού του Βορρά. Ο Λη ήθελε να αποφύγει να αφήσει την πλήρη πρωτοβουλία στον αντίπαλο και να περιοριστεί σε στατική άμυνα, γνωρίζοντας καλά το παλαιό ρωμαϊκό ρητό: « Όποιος αμύνεται πεθαίνει». Προτιμούσε να κρατά τους αντιπάλους του αβέβαιους ως προς τον αντικειμενικό σκοπό των επιθέσεών του. Απώτερος σκοπός του ήταν η αποδιοργάνωση της στρατηγικής του αντιπάλου και η δημιουργία ανησυχίας και εκνευρισμού στο αντίπαλο στρατόπεδο. Με αυτό τον τρόπο θα περιόριζε τη δυνατότητα του Βορρά να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες, ενώ παράλληλα μείωνε τον κίνδυνο να δεχθεί ο ίδιος αιφνιδιασμό.

Η Στρατηγική των Βόρειων

american-civil-war2

Η ηγεσία των Βορείων είχε θέσει συγκεκριμένους πολιτικούς και στρατιωτικούς αντικειμενικούς σκοπούς. Ο πολιτικός σκοπός των Βορείων ήταν αντίστροφος ανάλογος από αυτόν των Νοτίων. Δεν ήταν διατεθειμένοι να δεχθούν την δημιουργία ενός ανεξαρτήτου κράτους και ήταν αποφασισμένοι να υποχρεώσουν τις αποσχισθείσες Πολιτείες να επανέλθουν στην Ένωση. Ο στρατιωτικός αντικειμενικός σκοπός του Βορρά αποσκοπούσε στην πρόκληση των αντιπάλων εχθρικών δυνάμεων σε μάχη και την οριστική συντριβή τους σε μία σύντομη εκστρατεία.

Η κήρυξη του πολέμου βρήκε το στρατόπεδο του Βορρά να απολαμβάνει σημαντικών στρατηγικών πλεονεκτημάτων. Συγκεκριμένα:

  • Συντριπτική αριθμητική υπεροχή. Ο πληθυσμός των Βορείων Πολιτειών ανερχόταν στα 20.000.000, μία αναλογία 3:1 σε σχέση με τον πληθυσμό του Νότου. Αυτό πρακτικά σήμαινε ότι αφενός μεν στο σύνολο των εκστρατειών ο Βορράς θα απολάμβανε σημαντική αριθμητική υπεροχή, αφετέρου δε είχε την ικανότητα να υποστεί περισσότερες απώλειες χωρίς να μειωθεί ουσιαστικά η πολεμική ισχύς του. Παρόλο που η στράτευση γινόταν ακόμη σε εθελοντική βάση, η ύπαρξη αυτής της σημαντικής εφεδρείας θα μπορούσε να παίξει καταλυτικό ρόλο στις επιχειρήσεις.
  • Εξαιρετικό δίκτυο μεταφορών. Το δίκτυο μεταφορών και επικοινωνιών ήταν σε πολύ καλύτερη κατάσταση συγκρινόμενο με εκείνο του Νότου. Εκεί όμως που ο Βορράς υπερείχε ξεκάθαρα ήταν οι σιδηροδρομικές επικοινωνίες. Η ύπαρξη των σιδηροδρόμων προσέφερε στο Βορρά δύο εξαιρετικά τακτικά πλεονεκτήματα: Αφενός μεν παρείχε δυνατότητα ταχείας μετακίνησης στρατευμάτων από το ένα μέρος του μετώπου σε άλλο και αναδιάταξης δυνάμεων, τη στιγμή που ο Νότος έπρεπε να βασιστεί σχεδόν αποκλειστικά στις μετακινήσεις με ζώα. Αφετέρου δε παρείχε δυνατότητες ύπαρξης συνεχών γραμμών ανεφοδιασμού προς τις μάχιμες μονάδες.
  • Ναυτική υπεροχή. Το ναυτικό της Ένωσης υπερτερούσε συντριπτικά του αντιστοίχου των Νοτίων σε αναλογία 10:1. Η κατοχή του στόλου μπορούσε να εγγυηθεί τον από θαλάσσης αποκλεισμό του Νότου και το στραγγαλισμό της οικονομίας του υποχρεώνοντας τον να ζητήσει συνθηκολόγηση.
  • Ανεπτυγμένη βαριά βιομηχανία. Όπως έχει ήδη αναφερθεί η βιομηχανία στο Βορρά βρισκόταν σε άνθηση. Είναι χαρακτηριστικό ότι πριν την έναρξη του πολέμου το 97% της παραγωγής όπλων ελάμβανε χώρα στο Βορρά! Παρόλο που δεν ήταν προσανατολισμένη στην πολεμική παραγωγή, οι Βόρειοι διέθεταν την τεχνογνωσία και τις υποδομές για την παραγωγή οπλισμού προκειμένου να ενισχύσουν την πολεμική τους προσπάθεια και να απολαμβάνουν πλήρη υπεροχή.
  • Ο κίνδυνος που υπήρχε στα μετόπισθεν του Νότου. Οι στρατιωτικοί ηγήτορες του Βορρά γνώριζαν ότι το 30% των κατοίκων του Νότου αποτελούνταν από δούλους που λαχταρούσαν την ελευθερία τους και ήταν πρόθυμοι να ρισκάρουν για να την αποκτήσουν. Η πρόκληση επανάστασης στο εσωτερικό του Νότου θα αποδιοργάνωνε το κράτος, θα απασχολούσε μεγάλες δυνάμεις και θα εξασθενούσε σημαντικά τη μαχητική ισχύ του Νότου. Αρκούσε μόνο μία σημαντική νίκη στην ξηρά για να προκληθούν αλυσιδωτές αντιδράσεις στο εσωτερικό του Νότου που θα οδηγούσαν στην κατάρρευση.

Ωστόσο υπήρχαν και μειονεκτήματα που δυσχέραιναν την προσπάθεια για ταχεία ολοκλήρωση του πολέμου. Τα πιο σημαντικά από αυτά ήταν:

α. Έλλειψη αξιόπιστης στρατιωτικής ηγεσίας. Οι περισσότεροι ήταν φοβερά αλαζόνες και προσπαθούσαν μέσω διασυνδέσεων να αναλάβουν ηγετικά καθήκοντα κατάσταση που επιδείνωσαν οι πολιτικές επιλογές του Λίνκολν. Για μεγάλο χρονικό διάστημα οι στρατηγοί επιλέγονταν καθαρά για πολιτικούς λόγους και όχι βάσει των ικανοτήτων τους.

β. Η υπεραισιοδοξία για τη νίκη και η υποτίμηση του αντιπάλου. Τα στρατηγικά πλεονεκτήματα του Βορρά ήταν προφανή ακόμα και στους μη ειδήμονες. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να ασκείται πίεση στο Λίνκολν για γρήγορο τερματισμό του πολέμου. Ο Τύπος προπαγάνδιζε υπέρ του πολέμου και καλλιεργούσε την εντύπωση μίας σύντομης νίκης. Το πείσμα και η θέληση των Νοτίων να αντισταθούν υποτιμήθηκε σε μεγάλο βαθμό.

γ. Ο φόβος εξωτερικής επέμβασης. Η πιθανότητα επέμβασης της Αγγλίας ή της Γαλλίας στην εμφύλια σύγκρουση αποτελούσε όχι μόνο τη μεγαλύτερη ελπίδα του Νότου αλλά ταυτόχρονα τον χειρότερο εφιάλτη του Βορρά. Ειδικά η επέμβαση της Αγγλίας μπορούσε να καταστρέψει σημαντικό μέρος του σχεδιασμού αφού ως ναυτική δύναμη μπορούσε να διασπάσει τον αποκλεισμό που σκόπευε να επιβάλλει στην Ομοσπονδία και να διευκολύνει τον εφοδιασμό της. Η αποστολή ξένων παρατηρητών από την Αγγλία επιδείνωσε την κατάσταση εκνεύρισε το Βορρά και τον εξανάγκασε να επιδιώξει άμεση λύση.

Κάτω από αυτό το πρίσμα ο Βορράς αποκρυστάλλωσε τη δική του στρατηγική :

α. Υιοθέτησε το δόγμα της άμεσης ενέργειας προκειμένου να υποχρεωθούν οι αποσχισθείσες πολιτείες να επανέλθουν στην Ένωση. Το δόγμα προέβλεπε την διενέργεια επιθετικών επιχειρήσεων με στόχο το κέντρο βάρους του εχθρού, το Ρίτσμοντ. Ήταν κάτι περισσότερο από βέβαιο ότι οι Νότιοι θα έσπευδαν να υπερασπιστούν την πρωτεύουσά τους. Αυτό θα έδινε τη δυνατότητα στον υπέρτερο αριθμητικά στρατό του Βορρά να αντιμετωπίσει το σύνολο του στρατού του Νότου σε μία αποφασιστική αναμέτρηση και να τον εκμηδενίσει.

β. Εφάρμοσε από το 1862 – παράλληλα με την ανάληψη επιθετικών πρωτοβουλιών – τη στρατηγική της έμμεσης προσέγγισης, με τη δημιουργία του «Δυτικού» Μετώπου και τον ναυτικό αποκλεισμό του Νότου. Η αριθμητική υπεροχή έδινε στο Βορρά τη δυνατότητα να εκτελεί παράλληλες επιχειρήσεις μακριά από το μέτωπο που είχε αξιοποιηθεί στις αρχές του πολέμου. Το άνοιγμα «Δυτικού» μετώπου είχε δύο σημαντικά πλεονεκτήματα: Αφενός υποχρέωνε το Νότο να διασπείρει σε μεγάλο βαθμό της δυνάμεις του, αφετέρου δε εμπόδιζε σε μεγάλο βαθμό τον ανεφοδιασμό του.

Ο ναυτικός αποκλεισμός από την άλλη θα δυσχέραινε την πολεμική προσπάθεια του Νότου. Με τις θαλάσσιες γραμμές ανεφοδιασμού κλειστές, θα διέκοπτε τη ροή εφοδίων απαραίτητων για την διεξαγωγή πολεμικών επιχειρήσεων, θα δημιουργούσε συνθήκες στέρησης στους πολίτες, ενώ παράλληλα θα δημιουργούσε σοβαρά προβλήματα στην οικονομία του. Αυτό το τρίπτυχο ήταν από μόνο του ικανό να οδηγήσει μακροπρόθεσμα στην υποταγή του Νότου.

 Εφαρμογή της υψηλής στρατηγικής των αντιμαχόμενων

Το 1861, οι Βόρειοι επεδίωξαν την επίτευξη αμέσου αποτελέσματος με την εκδήλωση επιθετικών ενεργειών. Στο πλαίσιο εφαρμογής της στρατηγικής τους και έχοντας την ελπίδα μίας σύντομης νίκης εισέβαλλαν στο Νότο με τελικό στόχο την κατάληψη της κοιλάδας της Σεναντόα που οδηγούσε στο Ρίτσμοντ. Οι Νότιοι έσπευσαν να υπερασπιστούν την πρωτεύουσά τους με αποτέλεσμα να δοθεί η πρώτη μάχη του εμφυλίου στο Μανάσσας (21 Ιουλίου 1861). Οι Βόρειοι υπέστησαν καταστροφή και τράπηκαν σε άτακτη φυγή, γεγονός που διέλυσε τις αυταπάτες για μία σύντομη νίκη και επιβεβαίωσε τους φόβους των πιο μετριοπαθών ότι «ο πόλεμος δεν θα ήταν με τίποτα ένας περίπατος μέχρι το Ρίτσμοντ».

Το 1862 οι επιχειρήσεις πραγματοποιήθηκαν τόσο άμεσες όσο και έμμεσες επιχειρήσεις από τους δύο εμπολέμους με αμφίρροπα αποτελέσματα.

Οι Βόρειοι ανέλαβαν την πρωτοβουλία, επιτέθηκαν δια θαλάσσης και κατάφεραν να καταλάβουν τη Νέα Ορλεάνη. Η ενέργεια αυτή αποτέλεσε την αρχή εφαρμογή της έμμεσης προσέγγισης, καθώς οι επιχειρήσεις έλαβαν χώρα μακριά από το μέτωπο που είχε αξιοποιηθεί μέχρι τότε και υποχρέωσε τους Νοτίους να αναλάβουν παράλληλες επιχειρήσεις σε αυτό το θέατρο μαχών. Οι Νότιοι προσπάθησαν να αντιδράσουν αλλά απέτυχαν κυρίως λόγω της δράσης του Στρατηγού Γκράντ (Grant). Αυτό είχε ως αποτέλεσμα το «Δυτικό» μέτωπο να εδραιωθεί και να αποτελεί «ένα αγκάθι στο πλευρό του Νότου», μία διαρκή απειλή, η οποία όμως δεν μπορούσε να αποβεί άμεσα καταδικαστική λόγω του μεγάλης έκτασης.

Στο «Ανατολικό» μέτωπο, οι Βόρειοι προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν τόσο την κυριαρχία στη θάλασσα όσο και την αριθμητική τους υπεροχή και να μεταφέρουν δυνάμεις στο πλευρό του αντιπάλου – εφαρμογή της έμμεσης προσέγγισης-. Η συγκεκριμένη ενέργεια αποδυναμώθηκε εν τη γένεση της και ο Λη , που είχε αναλάβει τη διοίκηση, με μία σειρά τεχνασμάτων αντιπερισπασμού και παραπλανητικών ενεργειών, κατόρθωσε να χωρίσει τις δυνάμεις των Βορείων και να τις εξουδετερώσει σταδιακά.

Παρά τις επιτυχίες η πολιτική ηγεσία του Νότου αντιλαμβανόταν ότι οι επιτυχίες της εξανεμίζονταν με το πέρασμα του χρόνου και υποχρεώθηκε να τροποποιήσει μερικά το στρατηγικό της δόγμα. Αποφάσισε να επιδιώξει θεαματικές νίκες μέσα στο έδαφος του Βορρά, ποντάροντας στην δυσαρέσκεια με την οποία ο κόσμος έβλεπε τον Λίνκολν. Εγκατέλειψε την πετυχημένη στρατηγική της άμυνας και της διεξαγωγής πολέμου ελιγμών και αναλώθηκε σε μετωπική επίθεση εναντίον υπέρτερου αριθμητικά αντιπάλου στο Αντιετάμ (17 Σεπτεμβρίου 1862). Αποτέλεσμα ήταν να υποστεί σοβαρές απώλειες και ο εξαναγκασμός του Λη να υποχωρήσει και πάλι στο Νότο. Ο Βορράς κατά τη διήμερη μάχη υπέστη μεγαλύτερες απώλειες, αλλά είχε πετύχει τη στρατηγική νίκη που επιθυμούσε.

Το 1863 απετέλεσε το έτος κλειδί για την εξέλιξη του πολέμου. Ο Βορράς ανέλαβε ξανά επιθετική πρωτοβουλία. Ο νέος αρχιστράτηγος Χούκερ, εμφανίστηκε στα σύνορα του Νότου με διπλάσιες δυνάμεις αλλά η προσπάθειά του απέτυχε παταγωδώς. Αποτέλεσμα ήταν να υποστεί ο Βορράς μία σοβαρή αμυντική ήττα που επέτρεψε στους Νοτίους να εισβάλλουν ξανά στο έδαφός του.

Αυτή ήταν για τους Νοτίους η τελευταία ευκαιρία για να επιτύχουν στρατιωτικά το στόχο τους. Με το ηθικό του στρατεύματός του στα ύψη ο Λη αποπειράθηκε να επιδιώξει αποφασιστική νίκη. Τα αποτελέσματα αυτής της εισβολής – της αποθέωσης της εμμέσου προσέγγισης – αρχικά ήταν επιτυχή. Τα αποτελέσματά της όμως εξουδετερώθηκαν όταν ο Λη ενεπλάκη σε άμεση αναμέτρηση στο Γκέτυσμπεργκ. Στην προσπάθεια του να πετύχει την αποφασιστική νίκη που πίστευε ότι θα οδηγούσε το στρατό του Βορρά σε πλήρη κατάρρευση και την Ένωση στη συνθηκολόγηση επανέλαβε το λάθος του 1862 και πραγματοποίησε επιθέσεις σε οχυρωμένες θέσεις. Στο τέλος της τρίτης ημέρας είχε απωλέσει μεγάλο μέρος του στρατού του και αναγκάστηκε να υποχωρήσει. Στο Γκέτυσμεργκ ο Νότος απώλεσε τις τελευταίες πιθανότητες νίκης και δεν κατάφερε να αναλάβει ξανά κάποια αποτελεσματική επιθετική πρωτοβουλία. Στο «Δυτικό μέτωπο» ο Γκράντ συνέχισε να ασκεί αμείωτη πίεση και μετά από μία σειρά συντονισμένων επιθετικών ενεργειών κατάφερε να καταλάβει το Βιτσμπεργκ και να αποκόψει τις ζωτικές γραμμές εφοδιασμού του Νότου. Η επιτυχία αυτή σε συνδυασμό με την αποτυχία στο Γκέτυσμπεργκ σφράγισε τη μοίρα του πολέμου για το Νότο. Μετά από αυτή την εξέλιξη ο Νότος ήταν σχεδόν αδύνατο να αποφύγει την καταστροφή. Η πεισματική αντίσταση συνεχίστηκε όλο το έτος αλλά παρά τις αμυντικές επιτυχίες η πρωτοβουλία είχε αλλάξει στρατόπεδο.

Η στρατηγική των αντιπάλων κατά το έτος του 1864 παρουσιάζει ξεχωριστό ενδιαφέρον. Στη σκέψη των δύο αντιπάλων προστέθηκε άλλος ένας παράγοντας τον οποίο όφειλαν να εκτιμήσουν και να αξιολογήσουν, αυτός των εκλογών στο Βορρά. Η κοινή γνώμη στο Βορρά προετοιμαζόταν για τις επόμενες προεδρικές εκλογές του Νοέμβρη, στις οποίες παιζόταν το πολιτικό μέλλον του Λίνκολν καθώς το 60% των κατοίκων στο Βορρά πίστευε ότι η απομάκρυνση του Λίνκολν θα ήταν αρκετή για να σταματήσει ο πόλεμος. Ο Νότος από την πλευρά του αντιλαμβανόταν ότι αυτή ήταν κυριολεκτικά η τελευταία του ευκαιρία. Έπρεπε πάσει θυσία να κερδιθεί χρόνος με μία πεισματική άμυνα και όσο το δυνατό μικρότερη απώλεια εδαφών. Επιτυχής άμυνα που θα κρατούσε τον πόλεμο για ακόμα ενάμιση χρόνο, θα αποδείκνυε ότι μόνο μια συνθήκη ανακωχής θα έλυνε το πρόβλημα, κάτι που ουσιαστικά συνέπιπτε και με τον αρχικό του σκοπό, δηλαδή την αναγνώριση ενός ξεχωριστού κράτους.

Η πρωτοβουλία των κινήσεων είχε περιέλθει στο στρατόπεδο των Βορείων, οι οποίοι για άλλη μία φορά ανέλαβαν τη διεξαγωγή επιθετικών επιχειρήσεων. Ο Λίνκολν υποχρέωσε το Γκράντ να αναλάβει επιχειρήσεις εναντίον του Τέξας, ωστόσο η αποστολή δεν επέφερε τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα – την κατάληψη μεγάλου τμήματος εδαφών του Νότου – δυσχεραίνοντας τη θέση του. Ο Λη προσπαθώντας να χαλαρώσει την πίεση διενήργησε μία αποστολή εντυπώσεων – κίνηση αντιπερισπασμού – στέλνοντας δυνάμεις να απειλήσουν την Ουάσιγκτον. Παρά τις αρχικές επιτυχίες η αποστολή απέτυχε και επέτρεψε στους Βόρειους να εισβάλουν στο Νότο.

Στο «Δυτικό» μέτωπο η αρχική πρόθεση του Νότου να κρατήσει μια μακριά άμυνα, κάτω από πιέσεις της πολιτικής ηγεσίας μετατράπηκε στην αναζήτηση μιας γρήγορης νίκης που θα έδινε την εντύπωση ότι ο Νότος μπορούσε να υποστηρίζει αποτελεσματικά τα εδάφη του. Το αποτελέσματα της επιλογής ήταν καταστροφικά και οδήγησαν στην κατάληψη της Άτλαντα του μεγαλύτερου επικοινωνιακού κόμβου του Νότου. Η επιτυχία αυτή εξασφάλισε την επανεκλογή του Λίνκολν και σήμανε τον «Ουσιαστικό θάνατο» της Ομοσπονδίας.

Στο Βορρά, μετά τις επιτυχίες, προκρίθηκε η διεξαγωγή παραλλήλων συντονισμένων επιχειρήσεων στα δύο μέτωπα με διαφορετικούς όμως αντικειμενικούς σκοπούς που όμως θα οδηγούσαν στο επιδιωκόμενο αποτέλεσμα: την υποταγή του Νότου. Έτσι στο «Ανατολικό» μέτωπο ο Γκράντ θα πίεζε ανελέητα το στρατό του Λη προσεγγίζοντας το Ρίτσμοντ. Με αυτό τον τρόπο θα καθήλωνε τις δυνάμεις των Νοτίων που θα ήταν υποχρεωμένες να υπερασπιστούν την πρωτεύουσά τους. Στο «Δυτικό μέτωπο» ο Σέρμαν θα απειλούσε τις στρατηγικές θέσεις του Νότου με σκοπό να εξαναγκάσει τον εχθρό ή να αναπτύξει υπερβολικά τις δυνάμεις του σε μία προσπάθεια να τις καλύψει ή να τις εγκαταλείψει προκειμένου να διατηρήσει την ισορροπία του. Ο Σέρμαν διαθέτοντας συντριπτική αριθμητική υπεροχή άρχισε την προέλασή του καταστρέφοντας τα πάντα. Ισοπέδωνε συστηματικά το Νότο αποσκοπώντας αφενός μεν στην κάμψη του ηθικού του στρατού και του απλού λαού, αφετέρου δε στην ενθάρρυνση των λιποταξιών των στρατιωτών, οι οποίοι έσπευδαν να προστατέψουν τις πατρογονικές τους εστίες, ενώ ο Γκράντ πίεζε το Λη και δεν του επέτρεπε να ενισχύσει τις απειλούμενες περιοχές. Μετά από απεγνωσμένη άμυνα ο Λη παραδόθηκε στο Απομάτοξ στις 9 Απριλίου 1865.

Συμπεράσματα

Ο Αμερικανικός Εμφύλιος Πόλεμος απετέλεσε τη σημαντικότερη σύρραξη που έλαβε χώρα στην αμερικανική ήπειρο κατά το 19ο αιώνα. Από τη φονική αυτή σύγκρουση προέκυψαν σοβαρά διδάγματα που αξιοποιηθήκαν, θετικά ή αρνητικά, σε μελλοντικές πολεμικές αναμετρήσεις:

α. Η ψυχολογική προπαρασκευή αποτελεί βασικό παράγοντα για τη επιτυχή διεξαγωγή του πολέμου. Στον Αμερικανικό Εμφύλιο και οι δύο πλευρές έλαβαν μέρος θεωρώντας ότι το δίκιο ήταν με το μέρος τους. Οι Νότιοι πίστευαν ότι πολεμούσαν επειδή τους στερούσαν την ελευθερία για την οποία είχαν αγωνιστεί οι πρόγονοί τους. Οι Βόρειοι ότι αγωνίζονταν για να διατηρήσουν την Ένωση που τους είχαν κληροδοτήσει οι πρόγονοί τους. Η αίσθηση του δικαίου, η πεποίθηση ότι κάποιος αγωνίζεται για ένα ιερό σκοπό τον χαλυβδώνει και τον κάνει εξαιρετικά επικίνδυνο αντίπαλο, ικανό να αντέξει στις πιο σκληρές κακουχίες.

β. Σε κάθε πολεμική αναμέτρηση ο πρωταρχικός στόχος πρέπει να είναι η αποδυνάμωση και καταρράκωση του ηθικού του αντιπάλου. Οι άνθρωποι εμφορούνται από δύο βασικά ιδανικά: την αγάπη για την πατρίδα και την οικογένεια. Το δεύτερο συναίσθημα είναι ισχυρότερο δεδομένου ότι είναι ατομικό για κάθε άνθρωπο. Οι στρατιώτες μπορούν να υπεραμύνονται της πατρίδος, εφόσον γνωρίζουν ότι η οικογένειά τους είναι ασφαλής, με τη σκέψη ότι αυτή η θυσία γίνεται για το καλό αυτής της οικογένειας. Όταν όμως αυτή η οικογένεια κινδυνεύει οι δεσμοί του πατριωτισμού καταλύονται. Στην περίπτωση του Νότου οι επιχειρήσεις του Σέρμαν ουσιαστικά στα μετόπισθεν ενός ολόκληρου λαού είχε ως αποτέλεσμα την διάσπαση των δύο αυτών συναισθημάτων με συνεπακόλουθα την κατάρρευση του ηθικού και τη θέληση των στρατιωτών του Νότου για αντίσταση.

γ. Σε περίοδο πολέμου όλες οι παραγωγικές δυνάμεις του κράτους πρέπει να στρέφονται στην υποστήριξη της πολεμικής προσπάθειας. Η κινητοποίηση πρέπει να είναι άμεση και χωρίς καμία διάκριση.

δ. Η ποιοτική υπεροχή – τόσο σε ανθρώπινο δυναμικό όσο σε μέσα – αποτελεί βασικό παράγοντα, που αυξάνει τις πιθανότητες επικράτησης στον πόλεμο, σπάνια όμως μπορεί να επιβληθεί στην ποσότητα.

ε. Η χρήση της τεχνολογίας και η υιοθέτηση νέων τακτικών αποτελούν πρόσθετο πλεονέκτημα για εκείνο από τους αντιμαχόμενους που έχει τη δυνατότητα να τη χρησιμοποιήσει.

στ. Οι επικοινωνίες αποτελούν σημαντικό παράγοντα στο πεδίο της μάχης. Ο αντίπαλος που διαθέτει καλές επικοινωνίες διαθέτει σημαντικά πλεονεκτήματα: ευελιξία, συγκέντρωση δυνάμεων σε απειλουμένους τομείς, αποφυγή άσκοπων μετακινήσεων και δυνατότητα να πετύχει τον αντίπαλό του εκτός ισορροπίας.

ζ. Οι μετωπικές επιθέσεις, ιδιαίτερα εναντίον οχυρωμένων θέσεων, πρέπει κατά το δυνατόν να αποφεύγονται. Το ανθρώπινο δυναμικό, είναι εξαιρετικά πολύτιμο για την επιτυχή διεξαγωγή ενός πολέμου. Ο Κλαούζεβιτς στο βιβλίο του «Περί Πολέμου» θεωρεί τη μάζα ως μία από τις βασικές αρχές του Πολέμου. Οι μετωπικές επιθέσεις, ακόμη και στην περίπτωση που αυτές είναι επιτυχημένες, συνήθως έχουν τόσο μεγάλο κόστος σε ανθρώπινες ζωές, που σπάνια εξυπηρετούν την συνολική πολεμική προσπάθεια. Αντιθέτως μπορεί να προκαλέσουν σοβαρά προβλήματα αφενός μεν καταρρακώνοντας το ηθικό του στρατού, αφετέρου δε αποστερώντας την πολεμική προσπάθεια από πολύτιμες μονάδες.

η. Οι μακροχρόνιες πολεμικές αντιπαραθέσεις, παρόλο που προκαλούν σοβαρές καταστροφές στην οικονομία όλων των εμπολέμων, ευνοούν πάντοτε τον οικονομικά ισχυρό. Η εμπλοκή σε μακροχρόνιες πολεμικές συγκρούσεις δεν είναι προς όφελος των αδυνάτων.

θ. Πριν από την ανάληψη πολεμικής δράσης απαιτείται ρεαλιστική εκτίμηση της κατάστασης. Η υποτίμηση των δυνατοτήτων του αντιπάλου και της θέλησής του να αντισταθεί αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα για την επιτυχή ολοκλήρωση της προσπάθειας. Οι εκτιμήσεις πρέπει να γίνονται με το σκεπτικό «πως θα αντιδρούσαμε εμείς αν ήμασταν στη θέση του εχθρού και όχι το πώς θα θέλαμε να αντιδράσει».

Ο Αμερικανικός Εμφύλιος έγινε για λόγους πολιτικούς, κοινωνικούς και οικονομικούς και όχι για το θέμα της απελευθέρωσης των δούλων. Η απελευθέρωση των δούλων αποτέλεσε ένα εύσχημο πρόσχημα προκειμένου να δικαιολογηθούν οι ενέργειες των Ενωτικών, να περιβληθούν ένα μανδύα ηθικής και νομιμότητας. Δυστυχώς τον 19ο αιώνα τα ζητήματα ηθικής, αξιοπρέπειας και κοινωνικής ευαισθησίας περνούσαν σε δεύτερη μοίρα, όταν έρχονταν σε σύγκρουση με πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα, κάτι που παρατηρείται συχνά και στη σύγχρονη εποχή. Η Ιστορία όμως γράφεται πάντοτε από τους νικητές. Οι αποφάσεις για όλα αυτά κρίθηκαν τελικά στους λόφους του Γκέτυσμπεργκ τον Ιούλιο του 1863. Εκεί ο Ρόμπερτ Λη διακινδύνευσε όχι μόνο την τύχη του Νότου αλλά άλλαξε και το ρου της παγκόσμιας ιστορίας, με επιπτώσεις οι οποίες κυριολεκτικά μας αγγίζουν μέχρι σήμερα.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s