Οι Πομάκοι είναι μια μεσογειακή φυλή κοινής καταγωγής με τους υπόλοιπους Έλληνες, η οποία, όμως, κάτω από συνθήκες λιγότερο ή περισσότερο γνωστές, εξισλαβίσθηκε γλωσσικά και εκμωαμεθανίστηκε θρησκευτικά, χωρίς να έχει καμιά σημασία αν αυτό έγινε με ή χωρίς βία. Η φυλή τούτη, που έμεινε, και εξακολουθεί να μένει, ξεχασμένη και ίσως για πολλούς άγνωστη, είναι εντυπωσιακά δεμένη με τα πατροπαράδοτα ήθη και έθιμα κι έχει όλα τα σωματοσκοπικά και ανθρωπολογικά γνωρίσματα των Ελλήνων.

Απόγονοι των Αγριάνων, οι Πομάκοι ζουν σ’ ένα δικό τους κόσμο που τον συνθέτουν σκληρή δουλειά στο καπνοχώραφο ή στο δάσος, προσευχή στο τζαμί και καφές στο καφενείο. Η έκφραση και το χρώμα των ματιών τους, η λιπόσαρκη κορμοστασιά και το δέσιμό τους με το χώμα των πατέρων τους, αλλά και η πνευματική οξύτητα των παιδιών τους, φωνάζουν πως η φυλή τούτη έχει τη Μεσόγειο στο αίμα της, μυρίζει Αιγαίο.

Μέσα από το βιβλίο μπορεί ο αναγνώστης να διερευνήσει την καταγωγή  και την προέλευση της φυλή των Πομάκων. Ερχόμενος σε επαφή  με τα ήθη, τα έθιμα και το γλωσσικό τους ιδίωμα, γίνεται κοινωνός της ζωής μιας κοινότητας απομονωμένης από το επίσημο ελληνικό κράτος και την εκκλησία και κατανοεί τους λόγους που το τουρκικό κράτος, επιθυμεί να τους «τουρκοποιήσει».  

Ο συγγραφέας αναπτύσσει  τον  προβληματισμό του  με μεγάλη δόση συναισθηματισμού και είναι σαφές ότι διακατέχεται από μεγάλη αγωνία  σχετικά με το  μέλλον των Πομάκων. Όπως ο ίδιος γράφει: Το πόνημα αφιερώνεται στον άγνωστο Πομάκο που  πριν κόψει, σταυρώνει πρώτα το ψωμί του, που τα παραμύθια του είναι γεμάτα από φέσια και σαρίκια, αλλά και από σφαγές και αίματα ανθρώπων που σταυροκοπιούνται». Ο συγγραφέας επιθυμεί να κινήσει το ενδιαφέρον του ερευνητή, που θα προσφέρει στον λαό αυτό, ότι του έκρυψαν κατά καιρούς, το γνώθις αυτόν.

 Το βιβλίο ξεκινά με μια αφιέρωση στον άγνωστο μαχητή του οχυρού του Εχίνου, που το 1941 υπερασπίστηκε μέχρι θανάτου την πατρίδα του και έγινε  «ήρωας μαζί και θεός» και συνεχίζει δίνοντας εκδοχές για την επιλογή του ονόματος της περιοχής, λέγοντας ότι Εχίνος, εκτός από τον γνωστό  μας αχινό, είναι και το κομμάτι του Δωρικού κιονόκρανου που μαζί με τον  άβακα στηρίζει το επιστύλιο. Μα όποια από τις ερμηνείες του επιλέξει ο αναγνώστης, θα διαπιστώσει ότι ο Εχίνος είναι στήριγμα και οχυρό για τους Πομάκους.

Στην εισαγωγή του καθορίζει  τον γεωγραφικό χώρο της Θράκης, όπου ζει « μια ξανθιά ελληνική φυλή, με ραδινό ανάστημα» και αναφέρεται στην εκεί παρουσία του ως γιατρού.

Ο Μυλωνάς παρουσιάζει αναφορές παλαιοτέρων συγγραφέων όπως ο Jiricek (1891) που ονομάζει τους  Πομάκους « μωαμεθανούς Βούλγαρους». Οι χριστιανοί σύντροφοι τους τους  ονομάζουν  Πομάκους πιθανόν από την λέξη «πομάγκαμ=βοηθός». Μέσα από ιστορικά κείμενα της εποχής, φαίνεται ότι οι Πομάκοι της Ροδόπης δεν είναι σε θέση να αναφέρουν πότε έγινε ο προσηλυτισμός τους στον μωαμεθανισμό και ισχυρίζονται  ότι δεν έγινε το ίδιο χρονικό διάστημα. Για τους κατοίκους του  Cepino ( Βουλγαρία), υπήρχε μνημόνιο που συντάχθηκε το 1227 σχετικά με τον προσηλυτισμό τους. Για τους Πομάκους βοσκούς της Ροδόπης ο προσηλυτισμός φαίνεται να έγινε επί της περιόδου του Βαγιαζήτ του ΙΙ και του  Σελήμ του Α’ (1650-1660).

Μετά τον προσηλυτισμό των Πομάκων, οι Οθωμανοί απέκτησαν στις τάξεις τους έναν ενθουσιώδη μαχητή. Κατά  την επανάσταση του 1821 οι ορεινοί κάτοικοι της Ροδόπης βοήθησαν τους Τούρκους στην κατάπνιξη της επανάστασης της Χαλκιδικής και του Άθωνα, καθώς επίσης  και του κινήματος των Βούλγαρων το 1876.

Ακολουθεί παράθεση στοιχείων από γερμανικό κείμενο του 1917 που αναφέρει τους Πομάκους ως απογόνους των αρχαίων Θρακών, στην αρχή  εκσλαβισθέντες και μετέπειτα  εξισλαμισθέντες. Παραθέτει πληροφορίες από πηγές όπως η εγκυκλοπαίδεια ΧΑΡΗ ΠΑΤΣΗ και η  Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια. Η τελευταία λαμβάνοντας υπόψη μαρτυρία του Τσέχου Γκαίτλερ (1878), αναφέρει  την καταγωγή τους από την πολεμική Θρακική φυλή των Αγριάνων, που κατοικούσαν «στας πηγάς του Στρυμώνος, η εκ των Κουμάνων και Ποτσενέγων». Ολοι συμφωνούν ότι  δεν υπάρχουν βεβαιωμένες πηγές για την καταγωγή τους, ότι  χρησιμοποιούν την τουρκική γλώσσα με λέξεις σλαβικές, βουλγαρικές  και ελληνικές.

Στις ματιές στην ιστορία της περιοχής, γίνεται μνεία στις απόψεις του καθηγητή Κυριακίδη, σχετικά με τους αρχαίους Θράκες που δεν έχουν καμία φυλετική σχέση με τους Έλληνες που κατέβηκαν στην περιοχή γύρω στην 2η χιλιετία π.Χ. Ο συγγραφέας εδώ  διαφωνεί με τον Κυριακίδη και παραθέτει την άποψη του γλωσσολόγου Ραις «ότι τα κρανία είναι πιο σκληρά από τα φωνήεντα και ότι όταν ένας ανθρωπολογικός τύπος αλλάζει γλώσσα, τούτο δεν σημαίνει ότι αλλάζουν και τα φυλετικά του γνωρίσματα».

Προχωρώντας στην Ιστορία, ο Μυλωνάς καταφεύγει και πάλι στον Κυριακίδη , για να περιγράψει τις τελευταίες αναλαμπές του Βυζαντίου, τον πρίγκηπα Μομτσίλο, την ιστορία της «Ξάνθειας», και την αποτυχία της Βουλγαρικής προπαγάνδας να στηρίξει δικαιώματα επί της Θράκης. Αντίθετα αποδείχτηκε ότι η Ξάνθεια «ήτο πόλις ακμάζουσα ελληνική, όθεν και οι σημερινοί οικήτορες αυτής, οι Πομάκοι, πλήν του σλαβικού και του τουρκικού, έχουν και πολύ ελληνικό αίμα στας φλέβας των, ως άλλωστε καταδεικνύοθν και αι άφθοναι ελληνικαί  λέξεις απαντώσαι εις το ιδίωμα αυτών».

Η περίληψη του πορίσματος της αιματολογικής έρευνας της Β’ Παθολογικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης το 1969, για το DNA των Πομάκων, ίσως είναι το πιο εντυπωσιακό στοιχείο σε αυτό το κεφάλαιο και αξίζει να παρατεθεί αυτούσιο. «Προέβημεν εις τον ανοσολογικόν καθορισμόν των φαινοτύπων των απτοσοσφαιρινών επί 508 Πομάκων κατοίκων  Θράκης. Εκ της ανωτέρω ερεύνης ουδεμία διαφορά προέκυψε μεταξύ των Πομάκων  και του λοιπού ελληνικού πληθυσμού, τόσον όσο προς την συμμετοχή των γόνων, όσον και ως προς την συχνότητα των τριών απτοσφαιρινικών  φαινοτύπων.

Επίσης παραθέτει απόψεις ιστορικών, όπως ο Λίβας, ο Πουλιανός, ο  Graves, Croiset ,Durant, για  να συνθέσει  την άποψη ότι ο σημερινός πληθυσμός της Θράκης είναι στην συντριπτική του πλειοψηφία απόγονος αυτόχθονου πληθυσμού, που  όντας στην γεωγραφική γέφυρα Ασίας-Ευρώπης, την Θράκη, επηρεάσθηκε γλωσσικά και θρησκευτικά. Εδώ βεβαίως κατατάσσει και τους  Πομάκους. Αποσπάσματα  από τα βιβλία των διακεκριμένων αυτών ιστορικών και ανθρωπολόγων, χρησιμοποιούντα εδώ εκτενώς για ν’ αποδείξουν μέσω πολλών οδών, ότι  η ίδια φυλετική ενότητα  σε αυτό τον γεωγραφικό χώρο παραμένει αδιατάρακτη «παρά τον εν τω μεταξύ επισυμβάντα  εθνογραφικόν καταμερισμόν, υφισταμένη και μέχρι σήμερον».

Η σύγκριση με το έργο του Κρουαζέ, για την ζωή  των Αχαιών, αφήνει τον αναγνώστη άναυδο. Η ταύτιση των ηθών και εθίμων  Αχαιών και  Πομάκων είναι απόλυτη. Η θρησκεία και η γλώσσα άλλαξαν, τα έθιμα παραμένουν ίδια. Ο αρχηγός της οικογένειας διατηρεί την απόλυτη εξουσία και έχει δικαίωμα να διατάζει την γυναίκα του και τα παιδιά του. Ο οικογενειακός δεσμός έχει θρησκευτικό χαρακτήρα. Τα έθιμα απαιτούν  η γυναίκα να μην βγαίνει συχνά από το σπίτι, να δέχεται μόνον στενούς συγγενείς ή άλλες γυναίκες, μόνο αν το επιτρέπει ο άντρας της.

Έχοντας ολοκληρώσει ιστορικά την πορεία  των Πομάκων, ο Μυλωνάς προχωρεί στον σύγχρονο τρόπο ζωής τους , τον πολιτισμό τους, τα ήθη και τα έθιμα τους. Ξεκινά από τον ρόλο του άνδρα στην οικογένεια, του πατέρα-αφέντη, που δουλεύει στο καπνοχώραφο, πηγαίνει στο καφενείο και προσεύχεται στο τζαμί πέντε φορές την ημέρα. Ο Πομάκος είναι λιγομίλητος, με έναν εσωτερικό πολιτισμό και μια έμφυτη ευγένεια πού την δείχνει σ’ αυτόν πού θα εμπιστευθεί. Υπηρετεί στον ελληνικό στρατό, ως  Έλλην υπήκοος, αλλά πάντα επιστρέφει στον ρόλο του. Το βιβλίο εμπλουτίζεται με  φωτογραφίες από το αρχείο του συγγραφέα. Έτσι εδώ εμφανίζεται ο άνδρας Πομάκος με φορεσιά ανάλογα με τον τόπο του( Μύκη, Κένταυρος, Σάπες, Εχίνος κλπ). Σήμερα, στην προσπάθεια εξευρωπαϊσμού του είναι εμφανής ο ρόλος που προσπαθεί να παίξει  η Τουρκία στον εκτουρκισμό του, μέσα από την αλλαγή της εμφάνισης του.

Η γυναίκα, αμίλητη, υπομονετική, καταπιεσμένη, στα καπνοχώραφα, στο σπίτι, μια διαρκής προσπάθεια να είναι αρεστή, να γεννοβολάει, κατά προτίμηση αγόρια. Μια φιγούρα που περιφέρεται με μπλέ σκούρο φόρεμα και κόκκινη φουφούλα από μέσα, κεντημένη ποδιά, κόκκινο στολισμένο μαντήλι, χοντρές πολύχρωμες κάλτσες και λαστιχένια παπούτσια. Στα πλαίσια του εκτουρκισμού τους, σήμερα  δύσκολα τις ξεχωρίζεις από τις υπόλοιπες μουσουλμάνες, με τα μαύρα παλτά (τους φερετζέδες) και τα άσπρα τσεμπέρια τους. Όλα αυτά έχουν ως αποτέλεσμα την δημιουργία  ατόμων με  έντονες ψυχώσεις. Η σχέση των δύο φύλων δεν υφίσταται πριν το γάμο, παρά μόνο με την σκιά της πεθεράς. Το αποτέλεσμα  είναι να παντρεύονται το αργότερο μέχρι τα είκοσι και συνήθως για τους άντρες πριν φύγουν φαντάροι, εξασφαλίζοντας έτσι την σίγουρη επιστροφή τους στο χωριό. Ο Μυλωνάς αναφέρει ότι το 1965 δεν υπήρχε ξενητεμένος Πομάκος.

Ο τοκετός που κάθε άλλο παρά ιδιωτική υπόθεση είναι, γίνεται τις περισσότερες φορές στο σπίτι, παρουσία όλων των μελών της οικογένειας. Έχοντας πάψει πια να πιστεύουν ότι η βρεφική θνησιμότητα οφείλεται στο κισμέτ, καλούν όλο και συχνότερα και εμπιστεύονται απόλυτα τον γιατρό.

Στο κεφάλαιο 10 γίνεται αναφορά στην Πομακική γλώσσα, που κατά τον καθηγητή Δασκαλάκη είναι «διάλεκτος με πολλά θρακικά στοιχεία και κατά τα άλλα είναι μείγμα ελληνικής, τουρκικής και σλαβικής».Π.χ HALKOMA=χάλκωμα, ERGATE=εργάτης, GONI=γωνιά κλπ. Η πολύχρονη κατοχή των Σλάβων βεβαίως τους εκσλάβισε γλωσσικά και η τουρκική επιρροή τους εξισλάμισε θρησκευτικά.

Από το 1954 το ελληνικό κράτος δυστυχώς- παρά την Συνθήκη της Λωζάνης-(1923) αναγνώρισε την μουσουλμανική κοινότητα της Δυτικής Θράκης ως Τουρκική, συμπαρασύροντας και τους Πομάκους και δημιουργώντας μια σχέση προστάτη και προστατευόμενου πλέον. Όσον αφορά στην παιδεία, την θρησκεία και το παιδί, δυστυχώς και εδώ  όλα είναι μοιρασμένα στα δύο. Πολλά παιδιά φεύγουν με υποτροφία στην Κωνσταντινούπολη η παρακολουθούν τα ιεροσπουδαστήρια. Ο θρησκευτικός αρχηγός τους ο Μουφτής, εκλέγεται από τους πιστούς (Ν.2345/1920) και πρέπει να είναι μουσουλμάνος έλληνας πολίτης. Επί  κυβερνήσεως Παπάγου και κατόπιν διαβήματος του Τούρκου πρεσβευτή Τζεμάλ Χουζνί Ταράζ, ενεκρίθη ο όρος τουρκική αντί μουσουλμανική μειονότητα. Έτσι άνοιξε ο δρόμος για ένα σοβαρό προγεφύρωμα των σκοπών της Τουρκίας και κυρίως της προπαγάνδας στους Πομάκους.

Ως μουσουλμάνοι περιμένουν με μεγάλη χαρά και ανυπομονησία το Χατζηλίκι, καθώς επί ένα μήνα πριν την αναχώρηση τους για την Μέκκα, μένουν στο τζαμί και προσεύχονται. Βεβαίως εξέχουσα θέση στις γιορτές τους κατέχουν το Κουρμπάν μπαϊράμ και το Σεκέρ μπαϊράμ καθώς και το Ραμαζάνι. Βαθιά θρησκευόμενοι  μουσουλμάνοι, πιστεύουν στην μεταθανάτια ζωή και στην λύτρωση της ψυχής από την φυλακή της σάρκας .Στην λεπτομερή περιγραφή της κηδείας  αναφέρεται η λέξη τούμπα κατά την διαδικασία της ταφής, από τα στόματα πολλών Πομάκων «βλέπε τύμβος».

Οι συνθήκες διαβίωσης των Πομάκων απασχολούν έντονα τον συγγραφέα. Τα χωράφια τους λόγω του ορεινού της περιοχής είναι λίγα και φτωχά. Καπνοχώραφα  ως επί το πλείστον, οδηγούν τους Πομάκους στην κτηνοτροφία και την υλοτομία. Η έλλειψη κατάλληλου τόπου για χωράφι και οικισμό είναι το μεγάλο πρόβλημα της περιοχής και τα σπίτια στους μαχαλάδες θυμίζουν έντονα Πήλιο, Καστοριά, Άγιο Όρος, όπως είναι φτιαγμένα από πλιθιά και ξύλα. Την αρχιτεκτονική των σπιτιών την διακρίνει η ευθεία και όχι η καμπύλη γραμμή και αυτό είναι μια σοβαρή  αντίθεση προς την αρχιτεκτονική των Τούρκων και της Ανατολής γενικότερα.

Παρά το ότι η Πολιτεία παραμέλησε κατ’ εξακολούθηση «τους ελληνες αδελφούς», στον τομέα της υγείας στάθηκε έγκαιρα αρωγός, ειδικά στην καταπολέμηση των αφροδισίων νοσημάτων και ιδιαιτέρως της σύφιλης. Το 1954 από τους 3480  εξετασθέντες, 2054 ήταν πάσχοντες από αφροδίσια νοσήματα. Η πενικιλίνη έκανε το θαύμα της και έτσι ο συγγραφέας αναφέρει ότι το 1965 δεν υπήρχε ούτε  ένας συφιλιδικός. Άλλες προσφορές της Πολιτείας ήταν ο ηλεκτροφωτισμός, οι ανασχετικές τοιχοποιίες, η ασφαλτόστρωση του οδικού δικτύου, γέφυρες, δημιουργία δασικών σταθμών, βελτίωση μεθόδων καλλιέργειας, αξιοποίηση κτηνοτροφίας.

Στα επόμενα κεφάλαια ο συγγραφέας περιγράφει το τελετουργικό της προσευχής στο τέμενος, μια στιγμή ανάπαυλας στον καφενέ με τον καϊμακλίδικο σε γυάλινο ποτήρι και τις συναλλαγές να δίνουν και να παίρνουν, φυσικά μόνο από άντρες.

Στον εορτασμό της 25ης Μαρτίου στον Εχίνο παρελαύνει μία διμοιρία οπλιτών Πομάκων των ΤΕΑ. «Γιασασίν γιρμπί μπές Μάρτζ. Ζήτω η 25η Μαρτίου» αναφωνούν οι μαθητές και οι μαθήτριες.

Στο βιβλίο λίγο πριν το τέλος, υπάρχει μια μικρή αναφορά σε μια επιχείρηση διάσωσης  ενός παιδιού και της διακομιδής του  από την Πάχνη στην Ξάνθη μέσω του φυλακίου της Γλαύκης, καθώς επίσης και μια σύντομη αναφορά στην αξιοσύνη του Πομάκου κυνηγού και την ιδιαίτερη ευχαρίστηση που αντλεί, όταν κυνηγάει με ξένους. Είναι ένας τρόπος έκφρασης της έμφυτης ευγένειας και της καλοσύνης του ,που αναφέρει ο συγγραφέας σε πολλά σημεία του βιβλίου του.

Στον επίλογο του βιβλίου ο συγγραφέας επανέρχεται και τονίζει τον μεσογειακό χαρακτήρα της φυλής των Πομάκων, τα κοινά ήθη και έθιμα καθώς και τα σωματοσκοπικά  και ανθρωπολογικά κοινά γνωρίσματα. Στην συνέχεια αναγνωρίζει ότι στην εποχή μας το σημαντικότερο είναι η εθνική συνείδηση του καθενός

Γνώμη του συγγραφέα είναι πως οι Πομάκοι φεύγουν συνεχώς από τα χέρια μας, επειδή πάντοτε κρατήθηκαν σε χαμηλό πνευματικό επίπεδο. Ακόμα και τώρα που η Τουρκία τους κηδεμονεύει, μπορούμε να τους φέρουμε κοντά μας με την φροντίδα και την στοργή μας. Οι Έλληνες δάσκαλοι  είναι αυτοί που θα συμβάλλουν σε αυτή την κατεύθυνση με ειδική  δική τους προπαρασκευή και ειδική μεταχείριση των Πομάκων. Μέσα από την γνώση και την βελτίωση  των οικονομικών τους συνθηκών θα ανυψωθεί το πνευματικό τους επίπεδο.

Για την θρησκεία, ο Μυλωνάς θεωρεί ως δεδομένο ότι δεν μπορεί και δεν πρέπει να γίνει καμιά κίνηση εκχριστιανισμού, διότι αυτό θα φανάτιζε πολλούς και θα ωθούσε τα πράγματα σε ακραίες εκδηλώσεις. Και καταλήγει: «Η θρησκευτικότητα του ‘Έλληνα ήταν πάντα λεύτερη  και οι Πομάκοι είναι πάντα Έλληνες»

Παραθέτοντας μια εκτενή βιβλιογραφία, φτάνει στο επίμετρο του βιβλίου του που είναι η επίσκεψη στον Εχίνο το 1988,όταν αποφασίζει να γράψει το  βιβλίο αυτό. Με χαρά του διαπιστώνει τις αλλαγές που έχουν γίνει, όπως Κέντρα Υγείας, σχολεία και χαίρεται για τα συναπαντήματα με παλιούς γνώριμους και θα έφευγε  «γιομάτος ευτυχία ,αν δεν είχαμε χάσει από την αγκαλιά μας αυτό το ελληνικό κομμάτι του λαού μας».

Κατά την παραμονή του εκεί ο Μυλωνάς ξανάζησε την Πομακική ευγένεια, τον αυθορμητισμό και την εγκαρδιότητα που δείχνουν στους φίλους τους ,ενώ στ’ αυτιά του  ηχούσαν μόνον τούρκικες μουσικές και τηλεοπτικά προγράμματα.

Βρήκε την ζωή των Πομάκων αλλαγμένη. Έχουν ξεφύγει από τα στενά πλαίσια των χωριών τους, ξενιτεύονται, Αθήνα, Λάρισα, Θεσσαλονίκη, δουλεύουν σε εργοστάσια, ναυπηγεία, στην Γερμανία. Τα παλιά σπίτια σιγά-σιγά έδωσαν  την θέση τους σε καινούργια. Παιδιά  παλιών του φίλων έγιναν  γιατροί, δικηγόροι,  επιστήμονες. Χαίρεται από την μια, κλαίει από την άλλη όποιος αναλογίζεται ότι σπούδασαν «δωρεάν» στην Τουρκία.

Οι παροχές πού δόθηκαν στους Πομάκους από την ελληνική πολιτεία ήταν πολλές, αλλά πρέπει να τους εξασφαλισθεί δουλειά, υγεία, στέγη, μόρφωση που θα τους κρατήσει στη Ελλάδα. Χρειάζεται ένα πρόγραμμα ΕΘΝΙΚΟ, που θα σέβεται την ζωή τους, την ελευθερία, την περιουσία και την θρησκεία τους.

Ο συγγραφέας  έχοντας βιώσει την καταπίεση που υφίσταται η Πομάκα, ξαναγυρίζει σε παλιούς γνώριμους, αναζητώντας έστω κάποια αλλαγή .Αλλοίμονο, τίποτα διαφορετικό, καμιά βελτίωση. Τα ρούχα ίδια, οι ίδιες νευροφυτικές διαταραχές που προέρχονται από την καταπίεση. Όταν ρωτήθηκε γιατί εξακολουθεί να φοράει τα ίδια ρούχα, ενώ ο άντρας της ντύθηκε ευρωπαϊκά, απαντά. «Γιατρέ….ξέρουμε όλες οι Πομάκες ότι όλες οι αρρώστιες μας ξεκινούν από τον τρόπο που ζούμε, που δουλεύουμε, που ντυνόμαστε. Δεν  μας αφήνουν όμως. Πες μου τι να  κάνουμε. Θέλουμε κι εμείς να ζήσουμε  σαν άνθρωποι». «Επανάσταση να κάνετε» απάντησε ο συγγραφέας και σ’ αυτό μπορεί να βοηθήσει η μετεγκατάσταση στην περιοχή, Ελληνίδων.

Εκδόσεις ΛΙΒΑΝΗ,1990

ISBN 960-236-075-5

 «Δική μας επικράτεια τούτη η γωνιά της Δυτικής Θράκης. Αυτό και μόνο καθορίζει το δικαίωμα μιας πρωτοβουλίας μας. Ας κινηθούμε όσο είναι καιρός». Π.  Μυλωνάς, 1990

*Ο συγγραφέας Πόλυς Μυλωνάς, Θεσσαλονικιός, γιατρός στο επάγγελμα και δημοσιογράφος – δεν ζει πια- έγραψε το βιβλίο σε ηλικία 68 ετών. Έζησε  και εργάστηκε ως γιατρός στον Εχίνο  και την Μύκη στη δεκαετία του ’60

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s