Με θρησκευτική κατάνυξη πραγματοποιήθηκε και φέτος στις 18 Ιουλίου το ετήσιο μνημόσυνο των 3000 απλών Ελλήνων πατριωτών (της ευρύτερης περιοχής της Αρχαίας Φενεού) που εσφαγιάσθησαν από τους κομμουνιστές του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ, εν μέσω μάλιστα της γερμανικής κατοχής το καλοκαίρι του 1943. Το μαύρο εκείνο καλοκαίρι οι απάνθρωποι εντολοδόχοι της Μόσχας, ΑΝΤΙ ΝΑ ΠΟΛΕΜΟΥΝ ΤΟΝ ΚΑΤΑΚΤΗΤΗ, προέβησαν σε σφαγές κατοίκων  (όλων των ηλικιών, φύλων και τάξεων) που θεωρούσαν ότι θα τους ήσαν εμπόδιο στην μετακατοχική κατάληψη της εξουσίας

του Οδυσσέα Τηλιγάδα, Συγγραφέα και πολιτικού

Ιερά Μονή Αγίου Γεωργίου

«Κάποιοι που άκουσαν τ’ αηδόνι στο κλαρί του να λαλή,
είπαν δεν είναι τραγούδι, μοιρολόγι είν’ εκεί.
Κι όσοι είδαν τας ακτίνας των αστέρων τ’ ουρανού
να γελούν, να παιγνιδίζουν με τα φύλλα του ορφανού,
είπανε τα φώτα εκείνα αχ! δεν είναι της χαράς,
είπαν ότι είναι τα φώτα νεκρικής κεροδοσάς».
Είναι στίχοι του μεγάλου μας ποιητή Αριστοτέλη Βαλαωρίτη από την Νεκρική Ωδή.

Με δέος και σεβασμό στην μνήμη των νεκρών, υποκλινόμενος στις σκιές των θυμάτων του Εαμοκομμουνισμού, ευχαριστώ από βάθους καρδιάς τους διοργανωτές αυτής της ιερής σύναξης που μού έκαναν την τιμή να δώσω το δικό μου παρών ετούτη τη μέρα του πόνου τους.

Καλωσορίζω σας συμπενθούντες και ευχαριστώ όλους εσάς και καθ’ έναν χωριστά με το αξίωμα που κατέχει. Σάς ευχαριστώ που τιμάτε με την παρουσία σας το ιερό τούτο χρέος μας, το δίκαιο τούτο ιστορικό Εθνικό μνημόσυνο και εύχομαι να μην ξεχάστε ποτέ την πηγάδα του Φενεού, τον τόπο τούτο του μαρτυρίου και της θυσίας όπου εκτυλίχθηκαν σκηνές φρίκης, σκηνές ντροπής για το ανθρώπινο γένος.

Ο επιτάφιος λόγος είναι από αρχαιοτάτων χρόνων ένα σπουδαίο, έντονο έθιμο των Ελλήνων. Είναι ο επιμνημόσυνος ψαλμός, ο επιτάφιος έπαινος, επάξιο εγκώμιο των νεκρών που ως αξονικό σημείο της πορείας τους και ιερή Διαθήκη της ζωής τους είχαν την αγάπη πρός την Πατρίδα και με την θυσία τους μετουσιώθηκαν σε Ιδέα. Η 18η Ιουλίου είναι η μέρα των παλικαριών, είναι η μέρα των ηρώων κι εγώ σήμερα ο ταπεινός προσκυνητής τους χαράζω τις γραμμές αυτές «εις μνημόσυνον αιώνιον» των ηρώων της πηγάδας του Φενεού, τιμώντας τους ήρωες και τους μάρτυρες που προσφέρθηκαν ως θυσία και σπονδή σε τούτο τον καταραμένο βωμό του Κακοβουνιού.

Ούτε τα χρόνια, που πέρασαν, ούτε αυτά που θα έλθουν πρόκειται ν’ αφανίσουν την μνήμη και την θυσία τους. Κατ’ επιταγή λοιπόν της εθνικής μας συνειδήσεως του ότι οι Έλληνες κρατούν την ιστορική σύνδεση με τα περασμένα και δεν αφήνουν ν’ αδυνατίσει ο ψυχικός και πνευματικός τους δεσμός με το παρελθόν, τιμούμε σήμερα τους νεκρούς μας που δεν μάς επιτρέπουν να τους λησμονούμε και τιμώντας τους νεκρούς ορθώνουμε συγχρόνως ηθικές αντιστάσεις για την επιβίωση του έθνους μας.

Αρετή ενός λαού είναι να ακροάζεται και την οιμωγή, τον επώδυνο βόγκο της Ιστορίας και αν θέλουμε να αποφύγουμε τη φρίκη της έχουμε χρέος να θυμίζουμε διαρκώς την Ιστορία, να μην την τυλίγουμε στη λήθη, αλλά να ανακαλούμε στη μνήμη το ιστορικό παρελθόν, είτε για να επαναλάβουμε το μεγαλείο του είτε για να αποφύγουμε τον όλεθρό του.

Ημέρα η σημερινή του εθνικού μας ιστορικού μνημόσυνου σε μέρες που τα πάντα έχουν απαξιωθεί, σε μέρες που αξίες, ιδανικά και οράματα έχουν γίνει χίμαιρα, σε μέρες που τα πάντα έχουν εμπορευματοποιηθεί, εμείς, είμαστε εδώ, αθεράπευτα προσηλωμένοι στην πατρίδα, με ψυχή και νου δοσμένα στην Ελλάδα ακολουθώντας τα χνάρια των προγόνων μας και προσπαθούμε να γίνουμε ανάχωμα κρατώντας εκείνα τα ιδανικά, τις αξίες, τις αρετές και τα ιδεώδη της φυλής μας που μάς δίνουν ξεχωριστή υπερηφάνεια και αξιοπρέπεια.

Είμαστε, εδώ σήμερα για να θυμηθούμε και να ‘ρθούμε στο ποτισμένο από αίμα χώμα της Φενεάτικης Γης, σεπτόν ιερείον τιμής και Ελευθερίας. Είμαστε εδώ για να ζήσουμε την αδυσώπητη τραγικότητα της ιστορίας και να εγγίσουμε ο καθένας μας τις εσχατιές της εθνικής μας αυτοσυνειδησίας.

Υπάρχουν, αλλοίμονο, ακόμη και σήμερα άνθρωποι ετούτης εδώ της γης που δεν τολμούν να ξαναφέρουν στην μνήμη τους το κομμάτι αυτό της οικογενειακής των τραγωδίας. Οι πικρά δοκιμασμένοι από τους φόνους και τις καταστροφές έζησαν και ζούνε ακόμα το δικό τους χθες. Με ψυχές που σπαράζουν, οι μάνες, οι χήρες, οι αδερφές, τα ορφανά, ποτισμένοι με πόνο, αποδίδουν σήμερα τις τιμές που πρέπουν σε ήρωες. Μαζί σας κι εμείς, αγκαλιά με όλους εσάς τιμούμε την μνήμη εκείνων που δόλια, άνανδρα και πισώπλατα τους μαχαίρωσαν αδελφοί τους.

Με συγχωρείτε εσείς οι χαροκαμένοι συγγενείς που θ’ ανοίξω μια πληγή που τόσους χρόνους κρατάτε κλεισμένη στην ψυχή σας. Με συγχωρείτε που θα ξυπνήσω πόνους που σάς δαγκώνουν τα σωθικά και σάς ποτίζουν φαρμάκι, αλλά έχω χρέος να ξεθάψω από την λήθη αυτή τη μαύρη κι ανήκουστη ιστορία της πηγάδας του Φενεού που πολύς κόσμος δεν γνωρίζει. Θα την ξεθάψω τώρα εδώ και ας σάς ποτίσω με δάκρυ. Αυτό είναι το χρέος το δικό μου και κάθ’ ενός μας ξεχωριστά.

Σ’ εμάς απομένει το χρέος να ξεγυμνώσουμε τους μασκαρεμένους κανίβαλους, που λύκοι βαρείς με ένδυμα προβάτου, κατασπάραξαν το Έθνος σπέρνοντας την διχόνοια και το μίσος. Είναι ιερή υποχρέωσίς μας προς τους νεκρούς μας, είναι ανάγκη εθνική ν’ αφαιρέσουμε τον μανδύα του αντιστασιακού απ’ αυτούς τους σκευωρούς που καπηλεύονται την Ιστορία εκστομίζοντας τις συκοφαντικές τους κακοήθειες και ρίχνοντας με το φτυάρι τις λασπολογίες τους στη μνήμη των προσφιλών μας νεκρών, χαρακτηρίζουν ακόμη και σήμερα, προδότες, δοσίλογους, χαφιέδες, γκεσταπίτες, φασίστες, αντιδραστικούς και όργανα της πλουτοκρατίας, τα θύματά τους. Αυτοί που βούτηξαν τα χέρια τους στη λάσπη, την φούχτωναν και την πέταγαν επάνω στις πεντακάθαρες πατριωτικές μορφές που έδωσαν το παρών στα Αλβανικά βουνά, ακόμη και σήμερα απαξιώνουν την προσφορά εκείνων που ανήκαν στην πατρίδα και την φυλή και αγωνίστηκαν για την Λευτεριά του Έθνους κατά του Γερμανού κατακτητή.

Το Ελληνικό Έθνος έχει δυστυχώς το θλιβερό προνόμιο να θρηνεί αθώους αδελφούς, παιδιά, μανάδες κι άνδρες που φορτωμένοι με ανύπαρκτες κατηγορίες πορεύτηκαν τον δρόμο των φρικτών βασανισμών και σφάχτηκαν σαν τραγιά από χέρια ελληνικά στο βάραθρο του Φενεού που μεταβλήθηκε σε θυσιαστήριο του Κομμουνιστοσυμμοριτισμού και της κόκκινης δικτατορίας.

Κι όμως! Αυτοί οι παρανοϊκοί μακελάρηδες που μαυροφόρεσαν την Ελλάδα απ’ άκρου σε άκρη, περιφέρουν το σαρκίο τους, χωρίς ντροπή, ανάμεσά μας και καμώνονται τους φίλους και τους τρανούς. Τους γνωρίζουμε πλέον. Τους γνωρίζουμε καλά. Τα γνωρίζουμε αυτά τα ελεεινά τέρατα που παριστάνουν τους ανθρώπους. Τους γνωρίζουμε έναν έναν, αλλά δεν τους ονοματίζουμε γιατί η προφορά του ονόματός των μάς αηδιάζει. Μάς προξενεί ναυτία και εμετό.

Ναι! Σάς γνωρίζουμε! Είσαστε αυτοί που πήρατε τη ζωή των δικών μας ανθρώπων. Είσαστε αυτοί που μεθυσμένοι θάνατο σκορπούσατε τα βασανισμένα κορμιά των ηρώων μας πεσκέσι στα όρνια, στα σκυλιά και στα τσακάλια. Είσαστε αυτοί που δεν επιτρέψατε να θάψουμε τα θύματά σας. Είσαστε αυτοί που ηδονιζόσαστε με την καταστροφή και την σφαγή. Είσαστε αυτοί που αιματοκυλήσατε κάθε γωνιά της πατρίδας. Είσαστε αυτοί που και σήμερα ακόμη αν σάς ρωτούσαμε το «ΓΙΑΤΙ;», χωρίς ντροπή θα συκοφαντούσατε και πάλι τους νεκρούς μας και θα μαγαρίζατε την μνήμη τους. Είσαστε αυτοί που τότε, κρυμμένοι κάτω από την κουκούλα της σκοπιμότητας, υπακούγατε στους ξενοκίνητους κομματικούς κομισάριους του ΚΚΕ. Είσαστε οι ακρωτηριαστές της πατρίδας που σχίζατε με το σφυροδρέπανο τις σάρκες του λαού και αφήσατε στο κορμί της Ελλάδας τα αποτυπώματα της ερήμωσης και του χαλασμού. Είσαστε αυτοί οι ίδιοι που κυκλοφορείτε ανάμεσά μας, με την μπόχα της σάπιας συνείδησής σας, με την μάσκα του ψευτοδημοκράτη, με το προσωπείο του προοδευτικού και του εκσυγχρονιστή, υποτιμώντας την νοημοσύνη του λαού για το ποιόν σας. Είσαστε αυτοί που μεταμορφωμένοι σε αγέλες λυσσαλέων λύκων κατασπαράξατε αθώους Έλληνες πατριώτες. Είσαστε αυτοί που δυστυχώς και σήμερα δεν έχετε καταδικάσει τις πράξεις σας αυτές που ισοδυναμούν με ΕΣΧΑΤΗ κατά της Πατρίδας ΠΡΟΔΟΣΙΑ. Είσαστε αυτοί που εμμένετε στις απόψεις και στις ιδέες σας, αφού τολμάτε τις εγκληματικές σας πράξεις να τις ωραιοποιείτε, να τις εξωραΐζετε και να τις προβάλλετε, δυστυχώς, ακόμη και μέσω κρατικών τηλεοπτικών σταθμών, ελέω εγκεφαλικής ανοχής ψηφοθηρικών προδιαγραφών. Είσαστε αυτοί που πλαστογραφείτε και βιάζετε την Ιστορία και από θύτες έχετε μεταβληθεί σε θύματα. Είσαστε αυτοί που απαιτείτε από την ελληνική κοινωνία καταξίωση κρύβοντας τα αιματοβαμμένα σας χέρια στους κόρφους σας. Είσαστε αυτοί που, προσβλητικά προς την αλήθεια, [b]παριστάνετε τους αντιστασιακούς αφαιρώντας με το έτσι θέλω το δικαίωμα της αντίστασης σε κάθε άλλον που δεν ανήκε στο ΕΑΜ και ιδιοποιηθήκατε τη δράση και τα επιτεύγματα των πατριωτικών ομάδων αντίστασης κατά του εισβολέα.[/b] Είσαστε αυτοί που κρύβετε μπαμπέσικα τα κονσερβοκούτια στις τσέπες σας οραματιζόμενοι και τρίτο γύρο. Είσαστε αυτοί που διαδηλώνετε στους δρόμους της Αθήνας υπέρ των δολοφόνων της 17Νοέμβρη και σκορπάτε τον χαλασμό στο πέρασμά σας. Είσαστε αυτοί που καταφέρατε, στο σκοτάδι της σκοπιμότητας των πολιτικάντηδων, και σβήσατε από τις μετωπιαίες πλάκες του ‘Αγνωστου Στρατιώτη στην πλατεία Συντάγματος στην Αθήνα, τις μνήμες του Γράμμου και του Βίτσι. Είσαστε αυτοί που τα δικά μας μνημόσυνα για τους αδικοσκοτωμένους ανθρώπους μας, ονομάζετε γιορτές μίσους. Είσαστε εσείς αιμοβόρα ανδρείκελα που οδηγήσατε την Ελλάδα στον όλεθρο. Είσαστε εσείς πλιατσικολόγοι της Ιστορίας. Είσαστε εσείς ανθρωπόμορφες ύαινες που στερείσθε κάθε ηθικής. Είσαστε εσείς που δεν έχετε το θάρρος και την ανδρεία της μεταμέλειας. Είσαστε εσείς που δεν σάς αφήνει η αλαζονεία να ζητήσετε συγγνώμη από τα θύματά σας. Είσαστε εσείς που δεν μπορείτε να νοιώσετε τύψεις.

Μα κι αν ακόμη είχαμε την παραμικρή αμφιβολία για το ποιοί είσαστε, επειδή τότε περιφέρατε το τομάρι σας με παρατσούκλια φανταχτερά, ήρθε η στιγμή που φανερωθήκατε μόνοι σας όταν το άθλιο μαρξιστικό κράτος της μεταπολίτευσης θέλησε να σάς ανταμείψει για τα φρικτά εγκλήματά σας κατά του Ελληνισμού και σάς φόρτωσε με τίτλους, αξιώματα, τιμές και αμοιβές. Kι εσείς, συνηθισμένοι στο πλιάτσικο, πεταχτήκατε μπροστά και ορμίσατε στα ταμεία του κράτους φωνάζοντας: «εγώ είμαι ο τάδε, εγώ είμαι ο δείνα και κείνος είμαι εγώ». Είσαστε αυτοί λοιπόν που περιφέρετε προκλητικά το σαρκίο σας τυλιγμένο στο χρυσόχαρτο του αντιστασιακού, εσείς οι χυδαίοι υβριστές της ζωής, οι ανθέλληνες που άλλοτε μεθούσατε με το αίμα των θυμάτων σας και τώρα μεθοκοπάτε με τον ιδρώτα του ελληνικού λαού, αφού αμείβεστε πλουσιοπάροχα με τιμές, παράσημα, διδακτορικούς τίτλους, μόρια, δόξα, παροχές και με το χρήμα του Δημόσιου Ταμείου. Αυτοί είσαστε λοιπόν, αλλά εμείς δεν σάς μισούμε. Αλλά και δεν σάς συγχωρούμε. Να γνωρίζετε όμως καλά ότι σάς σιχαινόμαστε και σάς περιφρονούμε.

Ίσως η καταβόθρα του Φενεού να αποτελεί την φρικωδέστερη σελίδα της Ιστορίας μας και το λέω τούτο γιατί αν δεν υπήρχαν και μερικοί ψυχωμένοι συγγενείς των σφαγιασθέντων μαρτύρων, ο τόπος τούτος ίσως να ήταν και άγνωστος διότι αυτοί που έγραψαν την Ιστορία έσχισαν από τις σελίδες της τα ανοσιουργήματα των κομμουνιστοσυμμοριτών, σκέπασαν τις πηγάδες με την αντάρα της σκοπιμότητας, μα οι σωροί από τα κόκκαλα των προσφιλών ηρώων μας ορθώνονται ως αδιάψευστοι μάρτυρες της θηριωδίας του κόκκινου φασισμού και μετατρέπονται σε Ερινύες της λήθης. Τα άδεια κρανία των ιερών μας νεκρών ουρλιάζουν: «Είμαστε κι εμείς εδώ! Μην μάς ξεχνάτε!» και ζητάνε δικαίωση.

Γράφτηκαν χιλιάδες σελίδες για τα δήθεν κατορθώματα των κομμουνιστοσυμμοριτών. Τραγουδήθηκαν δεκάδες τραγούδια για την δήθεν αντρειοσύνη τους. Και οι 46.985 επίσημα καταγεγραμμένοι σφαγιασθέντες ανά την Ελλάδα; Και οι 46.871 όμηροι; Γι’ αυτή τη δράση και την «προσφορά» της κομμουνιστικής λαίλαπας κατά την διάρκεια των ετών 1944-1949, δεν υπάρχει τίποτα να ειπωθεί; Αυτός ο κόσμος πρέπει να ξεχαστεί; Και πόσοι είναι οι Γερμανοί που σκοτώθηκαν από τους δήθεν σωτήρες; Ας μας το πουν οι σφαγείς του ελληνισμού που «μονοπωλώντας τον πατριωτισμό έκαναν αγώνα ξεπαστρέματος, σκοτώνοντας γυναικόπαιδα και καίγοντας ολόκληρα χωριά. Έπρεπε να βγουν αντάρτες να σώσουν την πατρίδα κι όχι να την καταστρέψουν», έλεγε ο Νικόλαος Πλαστήρας.

Μα οι εθνοπροδότες δεν ενδιαφέρονταν για την σωτηρία της πατρίδας, όπως διεκήρυτταν. Οι ΕΛΑΣίτες τα όπλα δεν τα χρησιμοποίησαν για να χτυπήσουν τον Γερμανό κατακτητή. τα χρησιμοποίησαν για να εξοντώσουν τα ελληνικά αντάρτικα τμήματα που ζώστηκαν τ’ άρματα για να αντισταθούν στον εισβολέα. Τα χρησιμοποίησαν εναντίον της ίδιας της πατρίδας.

Τα μεγαλόστομα πυροτεχνήματα και τα τρανά χρυσόλογα ήταν ψεύτικα. Ο στόχος της λευτεριάς από τον κατακτητή, ήταν παγίδα. Οι δήθεν άνθρωποι που σαλπίζανε την ενότητα του Λαού για την πάλη ενάντια στον δυνάστη, έσπερναν την διχόνοια. Οι ύαινες που έταζαν λευτεριά, αγάπη, αδερφοσύνη, καλοσύνη, δικαιοσύνη και δημοκρατική ζωή, έφερναν στο πέρασμά τους την εξουθενωτική σκλαβιά με την περιφρόνηση στην ανθρώπινη ζωή, την ταπείνωση, τους εξευτελισμούς και τους σφαγιασμούς αθώων και από πάνω φώναζαν πως αγωνίζονταν για λευτεριά και καλύτερη ζωή. Τότε ο πόνος γινόταν πιο δυνατός, γιατί το μάτι που είχε την πληγή, το είχε βγάλει ο αδελφός και ο Ελληνισμός συνειδητοποίησε πως τα αγγέλματα των Εαμιτών ήταν απατηλά, κίβδηλα, γεμάτα φωτιά, λεηλασία και αίμα, γιατί ενώ έφυγαν οι ναζί, οι ανελέητοι μπολσεβίκοι, οι κουρσάροι της εξουσίας, κάθισαν με το έτσι θέλω στο σβέρκο του λαού και τον χρησιμοποίησαν για την δική τους επικράτηση και το δυναμικό άρπαγμα της εξουσίας για να επιβάλλουν την μαρξιστική τους κατοχή. Το Έθνος έμενε μέσα στις στάχτες και τη συμφορά δεμένο με τα δεσμά των Μπολσεβίκων και ο τόπος γέμισε ανθρώπινα σφαχτάρια.

«Ω! τι κατάρα, πλάστη μου, τι άσπλαχνη κατάρα! Δε θάρθη μέρα και καιρός που των νεκρών οι τρίχες νά γίνουν άλυσσες βαριές, σχοινί, θηλειά, κρεμάλα;»

Τα αιμοβόρα ανδρείκελα που εργάστηκαν για την εξόντωση του Έθνους, οι Εαμο-Ελασίτες που υπογράψανε συμφωνητικά γι’ αδερφωμένους πατριωτικούς αγώνες και παγίδεψαν άνανδρα πατριώτες, οι κατσαπλιάδες αδελφοκτόνοι, δεν είχαν την ντομπροσύνη, ούτε την συνέπεια, ούτε τον ανδρισμό του Έλληνα. Τους έλειπε η εντιμότης, η ανδρεία και οι αρετές του πολεμιστή και προσπάθησαν να δείξουν την παλικαριά τους στους άοπλους γέρους και στα γυναικόπαιδα. Οι Έλληνες πατριώτες φάνταζαν ως μέγιστη απειλή για τα σχέδια των μπολσεβίκων και έπρεπε να βγουν από τη μέση για να συνετισθούν οι υπόλοιποι και να υποκύψουν. Έτσι έδειξαν όλη τους την «αντρειοσύνη» στα πισθάγκωνα δεμένα θύματά τους και καμώνονταν τους τρανούς προσβάλλοντας τη ζωή μας. Έχοντας στην ψυχή τους το πάθος του φονιά, μ’ ανεντιμότητα και απανθρωπιά, εξευτέλισαν τον άνθρωπο, κουρέλιασαν κάθε αξιοπρέπεια και κόλλησαν σε πατριώτες την ρετσινιά του γκεσταπίτη, του προδότη, του οργάνου των φασιστών και στραγγαλίζοντας κάθε ίχνος δικαιοσύνης, έβαψαν τα χέρια τους σε αίμα ελληνικό, ανθρώπων αναπολόγητων, αδίκαστων, κουρελιασμένων ψυχικά και σωματικά.

Πόσοι άραγε να είναι οι σφαγμένοι στις γύρω πλαγιές και στην πηγάδα μέχρι τον Αύγουστο του 1949; Κανείς μας ίσως δεν θα μάθει ποτέ αφού ξεκληρίστηκαν ολόκληρες οικογένειες και δεν τις αναζήτησε κανείς. Ποτέ δεν θα μάθει κανείς, γιατί η καταβόθρα του Φενεού κρατάει καλά το μυστικό της. Δεν θα μάθει κανείς, γιατί οι σταυρωτήδες του Έθνους δεν επέτρεψαν στους μαυροφορεμένους συγγενείς να επιτελέσουν το ιερό τους χρέος και να τιμήσουν τους νεκρούς των. Δεν επέτρεψαν στους συγγενείς να νεκροφιλήσουν τους αδικοσκοτωμένους δικούς τους ανθρώπους, να τους νεκροστολίσουν, να τους διαβάσουν και να βάλουν το βασανισμένο κορμί τους ν’ αναπαυθεί στο τόπο που τους γέννησε, όπως τους άξιζε. Ήταν κι αυτό ένα από τα μακάβρια σχέδια των κατσαπλιάδων για να μην είμαστε σίγουροι αν οι σφαγμένοι εδώ σε τούτο το σφαγείο είναι χίλιοι, αν είναι τρεις χιλιάδες, αν είναι πέντε. Ένα μόνο είναι το σίγουρο, ότι η Εαμική καταιγίδα χτύπησε την ελληνική φυλή αλύπητα, ρήμαξε τη νιότη της, ο διχασμός κατάκαψε τον τόπο και κατακρεούργησε το μέλλον του Έθνους. Οι αδερφοσφάχτες έσπειραν την συμφορά στο πέρασμά τους που άφησε πίσω αποκαΐδια και κατέστησαν την χώρα ένα απέραντο νεκροταφείο, με τα ακατονόμαστα όργια της σφαγής, με τα κακουργήματα και την θηριώδη συμπεριφορά τους ποτίζοντας με το αίμα αθώων γυναικόπαιδων το πιο ανελεύθερο κοινωνικό σύστημα.

Μα πού την είχαν Θεέ μου καταχωνιασμένη τόση κτηνωδία, τόση βαρβαρότητα ψυχής και ξεχείλισε ξαφνικά ικανοποιώντας με σαρκασμό τα αιμοβόρα τους ένστικτα με ανθρώπινη σάρκα και αίμα; Ποιες άκαρδες και αγάλακτες μάνες γέννησαν αυτά τα αποκρουστικά αιμοδιψή αποβράσματα της φύσης;

Ήταν χρόνια που πάνω από το Έθνος φτερούγιζε ο τρόμος. Ήταν οι μέρες που όλα τα έσκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά του κόκκινου φασισμού. Ήταν χρόνια που υπάνθρωποι, χωρίς ηθική, είχαν γίνει καυχησιολόγοι του εγκλήματος και φορώντας τις μουτσούνες του ελευθερωτή ρήμαζαν στο πέρασμά τους την Ελλάδα αδιαφορώντας για τα ερείπια που άφηναν πίσω τους κάθε φορά, ροκανίζοντας έτσι τα θεμέλια του Έθνους. Κάπνιζαν τα ερείπια της πατρίδας μέσα σε μια ατμόσφαιρα γεμάτη βόγγους, σπαραγμούς και αίματα. Βουτηγμένοι στη διαφθορά οι Εφιάλτες της Ελλάδας, δεν έμπηξαν τα προδοτικά μαχαίρια τους στους ανήμπορους πατριώτες. Τα έμπηξαν στην καρδιά του Έθνους και ασέλγησαν βάναυσα στο κορμί της πατρίδας βιάζοντας κτηνωδώς τις κόρες της. Ξεκληρίστηκε η φυλή από εκείνους που με το προσωπείο του ιδεολόγου τιμωρού της ανομίας και τον μανδύα του ελευθερωτή καπηλευόμενοι τον πόθο του Έλληνα για Λευτεριά, είχαν σηκώσει τα λάβαρα της λευτεριάς. και αντί για λευτεριά σκότωναν την αρετή ικανοποιώντας τα σαδιστικά τους ένστικτα. Ας έχουν την κατάρα της μάνας Ελλάδας και πέραν του θανάτου τους.

Τα λόγια τούτα δεν τα λέω από εμπάθεια και μίσος προς τους πατριδοκάπηλους κουκουέδες. Τα λέω γιατί επανειλημμένα έχω ακούσει την απειλητική φράση «Δεν θα γυρίσουν τα πράγματα;» τα λέω γιατί πρόσφατα στην τηλεόραση, σε μία υπόθεση κάποιας νόθας κόρης του μακελάρη ‘Αρη, βγήκαν τα πρωτοπαλίκαρα του αρχισφαγέα Βελουχιώτη και ακούστηκε εκείνο το τρομερό για μένα, απ’ τα χείλια τους. «Τότε δεν είχαμε καιρό εμείς για τέτοια. Τότε πολεμούσαμε το δικό μας εσωτερικό εχθρό».

Και ποιος ήταν ο δικός σας ο εχθρός μωρέ άθλιοι ανθρωποχασάπηδες; Ήταν εχθρός το νεογέννητο της Βασίλως του Γιώργου του Στάϊκου από το Βαλτέτσι; Η ίδια η Βασίλω, με τις κόρες της, τη 17χρονη Παναγιώτα, τη 15χρονη Γεωργία, τη 13χρονη Μαρία, την 11χρονη Κωνσταντίνα ήταν ο εχθρός; Ήταν ο εχθρός μωρέ δολοφόνοι η Παρασκεούλα του Αγγελή του Μπάρλα που την μακελέψατε; Και το βυζανιάρικο που είχε στη νάκα ήταν ο εχθρός κι αυτό; Και ο Αντώνης ο Ανάμαης από την Ακράτα με την φαμελιά του ήταν ο εχθρός; Ο Γιώργος ο Γκούμας , η Λεμονιά Φράγκου, η Αδαμαντία Φράγκου, ο Παναγιώτης Κακούρης, ο ιερέας Παναγιώτης Χαρλαύτης ήταν ο εχθρός; Ήταν ο εχθρός ο Γρηγόρης ο Καπέλλος από το Πανόραμα η μήπως ο αδερφός του ο Δημήτρης; Ο Παναγιώτης και ο Κώστας Δάρης ήταν ο εχθρός κι αυτοί; Ο εχθρός ήταν ο Γιώργος Γεωργίου από το Στενό; Ο Ηλίας ο Σταματόπουλος; Ο Γιάννης ο Μέλλος; Η γκαστρωμένη 28χρονη Αγγελική Μπαμή; Όλοι τούτοι ήταν ο εχθρός; Και ο Χαράλαμπος ο Κολοβός, ο γιατρός ο Γιάννης ο Τομαράς ήταν ο εχθρός; Η Χαρίκλεια Παπαχριστοπούλου με τον 5χρονο γυιό τον Αργύρη και τον 4χρονο Γιάννη σε τί σάς έφταιξαν μωρέ θεομπαίχτες; Γιατί δεν αφήσατε την Ελένη Παπαπάνου να χαρεί τη φαμελιά της; Και οι ιερομόναχοι τούτης εδώ της μονής ήταν κι αυτοί ο εχθρός; Για ποιό λόγο τους ξεκάνατε όλους αυτούς; Ήταν κεφαλαιοκράτες οι τσοπάνηδες και οι γεωργοί με τους ρόζους στά χέρια; Ήταν ο εχθρός οι άνθρωποι της βιοπάλης, οι φτωχοί ζευγολάτες, οι άνθρωποι της στέρησης και της κακουχίας; Οι ξυπόλυτοι που πάλευαν για την βίωσή τους και οι χιλιάδες που μακελέψατε άνανδρα ήταν ο εχθρός;

Όχι! Κανείς τους δεν ήταν ο εχθρός. Ο εχθρός ήταν ο σάπιος μηχανισμός του ΕΑΜ που χάλκευε κατηγορίες και κατασκεύαζε θύματα. Ο εχθρός ήταν ο αχαλίνωτος κόκκινος φασισμός που στόχευε στην κομμουνιστική επικράτηση προσπαθώντας να θρονιάσει το νέο του κοινωνικό σύστημα επάνω σε ερείπια και στάχτες, επάνω σε τάφους και ποταμούς αιμάτων, επάνω σε σάπια θεμέλια, γκρεμίζοντας τις αξίες και τους θεσμούς. Ο εχθρός ήταν ο ίδιος ο εαυτός σας που ένοιωθε την σαδιστική ικανοποίηση του φονιά με τις μακάβριες πράξεις, τις χωρίς οίκτο και δείγμα ανθρωπιάς. Ο εχθρός είσαστε εσείς οι ίδιοι που σκοτώνατε πισώπλατα «τον κυρίαρχο Λαό» με το γλωσσίδι της καμπάνας του Αϊ Γιώργη. Ο εχθρός είσαστε εσείς που φαίνεται πως σάς άρεσε ν’ ακούτε τα μουγκρίσματα και τα ουρλιαχτά των θυμάτων σας γιατί ήταν το ουρλιαχτό της ίδιας της πατρίδας που ψυχορραγούσε κάτω από τα φονικά σας σύνεργα. Ο εχθρός είσαστε εσείς που οι γοερές κραυγές, οι θρήνοι και το αίμα του Λαού σάς έτρεφε και σάς μεθούσε. Μα δεν φοβόσαστε εσείς πατριδοκτόνοι που ευαγγελιζόσαστε να θεμελιώσετε την κόκκινη τυραννία σας, δεν φοβάστε μήπως ζωντανέψουν οι νεκροί και σάς πάρουν στο κυνήγι ουρλιάζοντας;

Εδώ σε τούτα τα χώματα δεν γράφτηκε η δόξα, αλλά η ντροπή της Εαμοσυμμορίτικης δράσης. Εδώ φάνηκε το αληθινό πρόσωπο του ΕΑΜ. Εδώ διαπομπεύτηκε η έννοια του αγώνα. Εδώ όλα τα άψυχα γύρω μας βεβαιώνουν με φρίκη πως από δώ διάβηκε η κουκουέδικη συμμορία, η συμφορά και ο όλεθρος. Εδώ μεγαλούργησε ο μπαμπέσικος χαλασμός της φυλής από τους ντόπιους δυνάστες. Εδώ καταρρακώθηκε το γόητρο και το κύρος της ανθρωπιάς. Εδώ σφαγιάστηκαν τα οράματα της εθνικής ανάτασης.

Ο δρόμος που πορευτήκαμε ως τον τόπο τούτο της Εαμικής εξαλλοσύνης έχει χαραχθεί με τις σταγόνες του αίματος και το σούρσιμο των ποδιών των ανήμπορων θυμάτων της πηγάδας του Φενεού, έχει χαραχθεί με το δάκρυ και με την πιο τρυφερή σάρκα του Ελληνισμού. Τα μονοπάτια του Φενεού σκαφτήκανε από τις μακρόσυρτες πένθιμες πομπές των μελλοθανάτων Ελλήνων πατριωτών. Οι πλαγιές του Κακοβουνιού έγιναν οι εξέδρες του θεάτρου του απαισιώτερου δράματος που παίχτηκε στο κορμί του Ελληνικού Έθνους μέσα σε μια κόλαση οδύνης και οι βουρκωμένες βουνοκορφές έχουν γίνει οι σιωπηλοί μάρτυρες του ανουσιοργήματος που φιλοτέχνησαν οι τρισκατάρατοι δαίμονες του κόκκινου ολέθρου.

Τα ματωμένα νύχια του κόκκινου φασισμού έχουν αφήσει τις χαρακιές του θανάτου, του πόνου και του χαλασμού σ’ αυτή την γη του Φενεού. Πάνω εκεί ψηλά τα βουνά της Ζήρειας, του Κράθη, της Δουρδουβάνας, του Καστανόβουνου, του Σαϊτά, είναι οι σιωπηλοί μάρτυρες του μεγάλου φονικού. Οι φυλλωσιές των δένδρων τους ανατριχιάζουν γιατί έχουν μπολιαστεί από τα βογκητά και τα ουρλιαχτά της απόγνωσης, της φρίκης, του τρόμου και του αίματος. Κι εμείς ποτισμένοι με την πίκρα της σφαγής των πιο αγαπημένων μας, ακούμε σαν απόηχο τις κραυγές τους να βουΐζουν στ’ αυτιά μας και να μάς σουβλίζουν τα σπλάχνα. Τις ακούμε να μάς καλούνε απεγνωσμένα να τους σώσουμε και τότε γεννιέται μέσα μας η αθεράπευτη οργή για τους φονιάδες τους και ανεβαίνουν στα χείλη μας παραφρασμένοι οι στίχοι του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη:

«Εδώ που σάς εσφάξανε δεν βλέπω κυπαρίσσια,
δέν βλέπω κρίνους και μυρτιές, δεν βλέπω πικροδάφνες.
Βλέπω μακρόθε τα βουνά της Ζήρειας νεκρωμένα
νά παραστέκουν σιωπηλά βαριά βαλαντωμένα».
Τούτος ο φάρος ο ιερός, το ιερό μοναστήρι του Αϊ Γιώργη, ο καθοδηγητής των σκλαβωμένων επί Τουρκοκρατίας, τούτο το ιερό μετερίζι της ψυχής του Ηγούμενου Ναθαναήλ, έμελλε να βεβηλωθεί από τα στίφη των γενίτσαρων και να μετατραπεί σε κρανίου τόπος, σε σύμβολο εθνικού πένθους αλλά και τόπος ντροπής. Η κακή μοίρα, σε τούτο τον ιερό τόπο του αγώνα, έταξε να παίξει το παιχνίδι του Χάροντα και να λερωθεί με το αίμα αθώων, απλών, ανυποψίαστων Ελλήνων πατριωτών, ανθρώπων του Λαού, ανθρώπων του μόχθου. Έμελλε να γίνει ο Γολγοθάς του ελληνικού μαρτυρίου. το βάραθρο στο Κακοβούνι έμελλε να γίνει ο βωμός της μεγάλης ανθρωποθυσίας στόν βωμό του Κομμουνιστοσυμμοριτισμού. Έμελλε να γίνει το θέατρο της τραγωδίας του όργιου της σφαγής χιλιάδων ξυπόλητων και ρακένδυτων ανυπεράσπιστων αθώων, σεμνών προκομμένων δουλευτών της πατρικής γης και ενάρετων πατριωτών.

Κανείς δεν άκουσε τα στερνά λόγια των αγαπημένων μας σαν πνίγηκε για πάντα η φωνή τους εδώ. Κανείς δεν είδε κάποιο σημάδι της τελευταίας τους ύπαρξης πριν ριχτούν σφαχτάρια στο βάραθρο. Έχουν στοιχειώσει τα ουρλιαχτά σε τούτον εδώ τον τόπο του μαρτυρίου και ο άνεμος πήρε τους βόγκους ανάμικτους με τα μουγκρίσματα και το βουητό, τα σεργιανίζει στα διάσελα και στις ρεματιές πηγαινοφέρνοντας το κλάμα τους, τους αναστεναγμούς τους και το μεγάλο ερώτημα: Γιατί; Σέρνονται ακόμα οι ψυχές στα ματωμένα θυσιαστήρια.

Πλανιόνται οι σκιές των νεκρών και ακούγεται ο δικός τους ο θρήνος, το δικό τους παράπονο. Να εκεί, εκεί διακρίνω τη ρασοφόρα σκιά του ιερομόναχου Δανιήλ Στρίφτη και ακούω τους στίχους του:

«Πάρε κι εμένα πλάστη μου
πάρε κι εμέ θεέ μου
γιατί να ζήσω δεν μπορώ
σπλαχνίσου Πλαστουργέ μου».
Κι από κοντά κι άλλες σκιές, κι άλλες, κι άλλες. Μεριάστε αδέρφια να διαβούν οι ιερές ψυχές των τιμημένων νεκρών. Κόπιασε Ελένη Χαρώνη, κι εσύ Κωστούλα Σχοινοχωρίτη με την αδελφή σου την Τασία αγκαλιά. Έλα κοντά μας Θεόδωρε Πολλάλη κι εσύ Αντώνη Παύλο κι εσύ Μαρία Κοκκάλα, κι εσείς Γεωργία Καραθάνου, Γιώργη Κρουμπόζο, Μαρία Μπαμή, Παναγιώτη Καραμάνη, Ασπασία Κολοβού και όλοι εσείς από το βάραθρο κοπιάστε, η τιμή είναι δική σας.

Εσείς ζήσατε την γήινη κόλαση χωρίς να μπορέσετε ποτέ να μάθετε τελικά ποιός ήταν ο πιό σκληρός εχθρός, ο Γερμανός κατακτητής η ο κομμουνιστο-συμμορίτης απελευθερωτής πού εύρισκε την απόλαυση ρουφώντας το αίμα της πατρίδας ασελγώντας στο αιματοβαμμένο κορμί της;

Ακούγοντας αυτή τη στιγμή τους θρήνους, τους κλαυθμούς, τους οδυρμούς, τα παρακαλετά και τις ικεσίες σας πρός τους στυγνούς δημίους σας, αποκαλυπτώμεθα στη μνήμη σας, υποκλινόμαστε στις άυλες μορφές σας και σάς αγκαλιάζουμε με τους στίχους του ποιητή Σαλούτση:

«Ημίθεοι, πλάϊ στού Θεού τον άγιο θρόνο
μέ φωτερό στεφάνι στο κεφάλι
ζήτε έξω κι από τόπο κι από χρόνο
μέσ’ στού φωτός τη θεία αγκάλη».
Αγαπημένοι μας τα τόσα χρόνια που πέρασαν είναι σαν μια ημέρα κι όμως ακόμα η ανατριχίλα βαθειά μάς βόσκει την καρδιά. Κι εσείς που είσθε αθάνατοι που κείτεσθε εδώ πέρα γενείτε η οργή, γενείτε ο εφιάλτης αυτών που σάς πήραν τη ζωή και μέθυσαν με αίμα και σκόρπησαν τις σάρκες σας σε τούτο δω το ρέμα. Γενείτε φίδια φτερωτά στόν κόρφο των φονιάδων, γενείτε βέλη φαρμακερά στις καρδιές των γενιτσάρων.

Η δειλή δήθεν «εθνική παράταξις», αυτή που άλλοτε μιλούσε για σλαβοκομμουνιστές, εθνοπροδότες και συμμορίτες, τώρα σέρνεται, σαν την πόρνη και εκλιπαρεί για ένα αγκάλιασμα με την δολοφονική Αριστερά. Μετά από τόσους αγώνες και επιτυχίες του Εθνικού μας στρατού, οι νικητές όχι μόνο κατάντησαν να συκοφατούνται από τους ηττημένους αλλά και να απολογούνται στούς γενίτσαρους, προσπαθώντας να πείσουν κι εμάς ότι πρέπει να γυρίσουμε πίσω στις ήρεμες πνοές του ανθρωπισμού και να ξεχάσουμε. Βεβαίως, αυτή η περιβόητη λήθη ή η δήθεν μεγαλόψυχη συγχώρεση, είναι απόρροια αλλοδαπών προδιαγραφών. Βολεύει ΟΛΟΥΣ τους ενόχους του παρελθόντος, ΟΛΟΥΣ τους καιροσκόπους του παρόντος, να ξεχνούν και να συγχωρούν. Κι αυτό το βλέπουμε ακόμη και σήμερα που καλούμεθα ν’ αντιμετωπίσουμε την αδιαφορία της επίσημης πολιτείας που με την απαξιωτική απουσία της μάς τονίζει ότι ξέχασε τους δολοφονημένους αδελφούς μας. Εμείς σήμερα καλούμεθα ν’ αντιμετωπίσουμε την ολιγωρία του επίσημου κράτους να τιμήσει την μνήμη και την θυσία των ηρώων μας.

Από το εθνικό τούτο ιστορικό μνημόσυνο των μαρτύρων, λάμπουν διά της απουσίας τους – όπως ήταν άλλωστε αναμενόμενο – τα ελεγχόμενα από το αριστεροκρατούμενο σύστημα των Μαζικών Μέσων Ενημέρωσης. Αν ήταν βέβαια κάποια Εαμοελασίτικη εκδήλωση, όλοι οι ψευτοπροοδευτικοί δημοσιογράφοι θα συνέρρεαν κατά δεκάδες για να καλύψουν το γεγονός και να οικειοποιηθούν την ευκαιρία να προβάλουν ότι, δήθεν, υπήρξαν και οι ίδιοι «αντιστασιακοί» καθώς το φρούτο τούτο της «αντίστασης», μόνο φυσικά από το ΕΑΜ- ΕΛΑΣ, «πουλάει» και «ανοίγει πόρτες».

Εμείς όμως δεν ξεχνάμε! Και θυμόμασθε! Ναι, θυμόμασθε την Στιμάγκα, τον Μελιγαλά, του Μακρυγιάννη, τα Τουρκοβούνια, το Περιστέρι, την Πυρσόγιαννη, την Ούλεν, το Νυμφαίο. Ναι, θυμόμαστε την πηγάδα του Φενεού. Κι όλα τούτα δεν τα θυμόμαστε από μίσος και εκδίκηση αλλά από ιερή υποχρέωση προς την Ιστορία του Έθνους μας και είναι δικαίωμά μας συγχρόνως και χρέος μας να αντισταθούμε στην παραμόρφωση και διαστρέβλωση της Ιστορίας μας. Είναι βλασφημία προς τους άνανδρα σφαγιασθέντες του Φενεού, είναι ύβρις η άνευ όρων λήθη του παρελθόντος.

Εδώ λοιπόν σήμερα, σε τούτον εδώ τον ιερό τόπο που οι κραυγές και οι θρήνοι των ηρώων αντηχούσαν, ας σταθεί ο χρόνος μια στιγμή σ’ ενός λεπτού σιγή στην μνήμη τους και μετά ας αντηχήσει ο Εθνικός μας ύμνος που θα ταράξει τις καρδιές των μακελάρηδων, όσων ακόμα ζουν και όσων βρίσκονται στην κόλαση που τους ανήκει.

Τα λάβαρα λοιπόν ψηλά. Ψηλά τις σημαίες αδέλφια. Η Ελλάδα μας δεν χάνεται όσο οι νεκροί που σκορπίστηκαν στα φαράγγια και στις πηγάδες της ελληνικής γης μένουν στις ψυχές μας αθάνατοι. Ναι, ορκιζόμαστε σ’ εσάς και στα κόκκαλά σας τα ιερά, ότι θα μείνετε ΑΘΑΝΑΤΟΙ! Ναι, ΑΘΑΝΑΤΟΙ! ΑΘΑΝΑΤΟΙ ΚΑΙ Η ΜΝΗΜΗ ΣΑΣ ΑΙΩΝΙΑ!

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s