Κρίση του ελληνικού δικοματισμού ή της αριστεράς

Η ιστορία του ελληνικού κομματικού συστήματος φθάνει στη δική της «καμπή». Η εξάντληση των «ιδεολογικών καυσίμων» των κομματικών μηχανών όπως αυτές διαμορφώθηκαν μέσα από την επισώρευση των συνεπειών των «διαιρετικών τομών» (Η.Νικολακόπουλος, 1985) του 20ού αιώνα -και κυρίως του εμφυλίου πολέμου- και που οδήγησαν στη δημιουργία των τριών μεγάλων κομματικών οικογενειών (δεξιά, κέντρο, αριστερά) προκαλεί τη μεγαλύτερη κρίση ταυτότητας των κομμάτων τα οποία πρέπει να προσαρμοστούν σ’ έναν κόσμο που αλλάζει ταχύτατα, σε μιαν ανοιχτή, πλέον, κοινωνία που διασυνδέεται καθημερινά μέσω της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των άλλων διεθνικών διακρατικών σχηματισμών με τα ιδεολογικο-πολιτικά ρεύματα τα οποία διατρέχουν την πολιτική σκέψη σε πλανητικό επίπεδο.

Πώς όμως το ελληνικό κομματικό σύστημα και μέσα από ποιες ιδιαίτερες διαδρομές έφτασε στο σημείο καμπής και άρχισε να απορρυθμίζεται ; Τι σημαίνει «κρίση» στην ελληνική περίπτωση ; Ποιες είναι οι διαστάσεις της ; Ποιες εναλλακτικές στρατηγικές και με ποια κοινωνικο-πολιτικά υποκείμενα προτείνονται ;

Το ερώτημα περί του «πότε αρχίζει η κρίση του ελληνικού κομματικού συστήματος» είναι ένα δύσκολο ερώτημα. Οι ιδιαίτερες διαδικασίες που ακολουθήθηκαν για τη συγκρότηση του νεοελληνικού κράτους, η ιδιαιτερότητα της κοινωνικο-ταξικής δομής ο ρόλος και η θέση της χώρας στις γεωπολιτικές συντεταγμένες, η πολιτική κουλτούρα που διαμορφώθηκε ιστορικά και που δεν έχει ακόμα απειληθεί ουσιαστικά από τις νέες τάσεις σε τέτοιο βαθμό που να ανατραπούν στάσεις, αντιλήψεις και συμπεριφορές του παρελθόντος, είναι στοιχεία που πρέπει να ληφθούν υπόψη αν θέλουμε να είμαστε σε θέση να εντοπίσουμε τις βασικότερες αιτίες που προσδιορίζουν την κρίση του ελληνικού κομματικού συστήματος καθώς και τις βραχυπρόθεσμες και μεσομακροπρόθεσμες προοπτικές άρθρωσης ενός νέου πολιτικού λόγου και συγκρότησης νέων πολιτικο κοινωνικών κινημάτων.

Το ζήτημα της κρίσης είχε αρχίσει να τίθεται στην ημερήσια διάταξη της πολιτικο-θεωρητικής συζήτησης ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 (Π.Μπακογιάννης, 1977) . Στην πρώτη φάση της συζήτησης θεωρείται ότι, συνολικά, το κοινοβουλευτικό σύστημα έχει εισέλθει στη φάση της κρίσης στο βαθμό που δεν ανταποκρίνεται στα δεδομένα της σύγχρονης κοινωνίας, έχοντας ταυτιστεί απολύτως με την έννοια της έμμεσης δημοκρατίας. Η διάσταση εξουσίας και κοινωνίας, διάσταση που υποτίθεται με την κατάλυση της μοναρχίας (συνταγματικής ή μη) θα ξεπερνιόταν, συνεχίζει να υφίσταται. Η κεντρική ιδέα πίσω από τη διαπίστωση αυτή είναι ότι το σύγχρονο αυταρχικό καθεστώς «χαρακτηρίζεται από την πραγματική συγκέντρωση της δύναμης και των αποφάσεων στα χέρια μιας ολιγαρχίας, που είναι δεμένη με τις οικονομικές ομάδες και που το περιεχόμενο της απόφασης βρίσκεται σε μόνιμη αντίθεση με τη βάση» και το συμπέρασμα είναι ότι «έρχεται η παρακμή ως συνέπεια στην κοινωνικο-πολιτική διαδικασία, δηλαδή η κατάπτωση των ίδιων των πολιτικών κομμάτων που εξακολουθούν να δρουν αποκλειστικά στο επίπεδο του εκλογικού συστήματος και του κοινοβουλευτισμού, σε ένα επίπεδο επομένως που δεν είναι πια δυνατό να σχηματιστεί, να εκπροσωπηθεί και να ασκηθεί μία συλλογική θέληση που αναφέρεται σε θέματα αρχών» (Π.Μπακογιάννης, 1977, σ.σ.30-1).

Η παραπάνω συλλογιστική, αν και δεν αποσαφηνίζει ποιες είναι εκείνες οι οικονομικές ομάδες που έχουν τη δυνατότητα να επιδράσουν σε μεγάλο βαθμό στη διαδικασία λήψης αποφάσεων στο επίπεδο της κυβέρνησης και του κράτους οδηγώντας ίσως σε διάφορες πολιτικές κατευθύνσεις αντικρουόμενες μεταξύ τους, μας ανοίγει, εν τούτοις, διόδους για την εξερεύνηση των μονοπατιών που βγάζουν σε μία από τις πηγές που προσδιορίζουν την κρίση των κομμάτων : την εκτελεστική εξουσία και την ενίσχυσή της σε βάρος του κοινοβουλίου.

Η εξέλιξη αυτή χαρακτηρίζεται από την τάση που τη διακρίνει για «αυταρχικό κρατισμό» (Ν.Πουλαντζάς,  1982, σ.σ.291-355), δηλαδή «εντεινόμενη μονοπώληση από το Κράτος του συνόλου των τομέων της οικονομικο-κοινωνικής ζωής, μονοπώληση που σπονδυλώνεται με την οριστική παρακμή των θεσμών της πολιτικής δημοκρατίας και με τον δρακόντειο και πολύμορφο περιορισμό αυτών των λεγόμενων «τυπικών ελευθεριών» που ανακαλύπτουμε-τώρα που καταβαραθρώνονται- την πραγματικότητά τους». Η πραγματικότητα αυτή είναι οι συνθήκες του σύγχρονου «μονοπωλιακού καπιταλισμού» μέσα στο πλαίσιο του οποίου το κράτος και η γραφειοκρατική-τεχνοκρατική διοίκηση απορροφούν όλο και περισσότερες εξουσίες και αρμοδιότητες που προηγουμένως ανήκαν στο κοινοβούλιο, στους βουλευτές και τα κόμματα. Μία από τις πλέον συνηθισμένες πρακτικές της κρατικής εξουσίας είναι η έκδοση διαταγμάτων που «υλοποιούν» το γράμμα και το πνεύμα των γενικών νόμων-πλαισίων που ψηφίζει το κοινοβούλιο συνήθως υπό το καθεστώς του επείγοντος της διαδικασίας. Ουσιαστικά, πρόκειται για μια πρακτική μεγαλύτερου αποκλεισμού των μαζών από τα κέντρα των πολιτικών αποφάσεων, διεύρυνσης της απόστασης ανάμεσα στους πολίτες και στον κρατικό μηχανισμό την ίδια στιγμή που αγκαλιάζει το σύνολο σχεδόν της κοινωνικής, πολιτικής και οικονομικής ζωής. Το κράτος συγκεντρώνει σε πρωτόγνωρο, ακόμη και για τα ελληνικά δεδομένα, βαθμό τους πόρους της οικονομίας : οι κυβερνήσεις της «ριζοσπαστικά φιλελεύθερης» καραμανλικής Ν.Δ. κρατικοποιούν τράπεζες, δημιουργούν κρατικές βιομηχανίες.

Οι πρώτες κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ «κοινωνικοποιούν» το κράτος μέσω «συμμετοχικών διαδικασιών» αμβλύνοντας τις αιχμές του ριζοσπαστισμού της μεταπολίτευσης.  Το κράτος γίνεται το «πραγματικό κόμμα της αστικής τάξης». Το κοινοβούλιο γίνεται «θάλαμος καταγραφής». Τα διάφορα κόμματα αντανακλούν μεν πραγματικές αντιφάσεις εντός του κυρίαρχου συνασπισμού εξουσίας και μεταξύ των μερίδων του κεφαλαίου, όμως δεν είναι οι πραγματικοί τόποι χειρισμού των αντιφάσεων αυτών, αλλά τα μέσα διάδοσης των αντιφάσεων  που εκδηλώνεται στο εσωτερικό των κρατικών μηχανισμών της εκτελεστικής εξουσίας. Το σύστημα δεν χρειάζεται πια το νομιμοποιητικό ρόλο που του πρόσφεραν τα πολιτικά κόμματα στο παρελθόν, ο ρόλος αυτός ανατίθεται στα μέσα μαζικής επικοινωνίας που προωθούν τη γενίκευση της κοινωνικής συναίνεσης στο τεχνοκρατικό αυταρχικό κράτος. Η εξέλιξη αυτή αφορά και τα κυβερνητικά και τα αντιπολιτευτικά κόμματα στο βαθμό που τα μεν πρώτα ενσωματώνονται όλο και πιο πολύ στο εσωτερικό των κρατικών μηχανισμών, τα δε αντιπολιτευόμενα αδυνατούν να συλλάβουν το νόημα των επερχόμενων πολιτικών και κοινωνικών εξελίξεων και των σχέσεων που εμπεδώνονται. Ο κυβερνητισμός διαβρώνει και τα αριστερά και τα εργατικά κόμματα που, έχοντας κατακτήσει θέσεις στην περιφέρεια του κράτους, ενδιαφέρονται όλο και περισσότερο να βρεθούν στην καρδιά του κράτους, με συνέπεια να δημιουργείται πολιτικό κενό στις σχέσεις εκπροσώπησης των αριστερών κομμάτων με τα εκμεταλλευόμενα κοινωνικά στρώματα . Το κενό αυτό αναλαμβάνουν να καλύψουν εν μέρει τα νέα κοινωνικά κινήματα που, παρά το γεγονός ότι ενδεχομένως και να δημιουργούνται στα πλαίσια της αντίθεσης κεφαλαίου και εργασίας, διευρύνουν τη θεματολογία ξεπερνώντας συχνά τα πλαίσια αυτά – θεματολογικές συγγένειες ανιχνεύονται ανάμεσα στις CO.BAS. στην Ιταλία και στις ανεξάρτητες εργατικές συσπειρώσεις στην Ελλάδα της τελευταίας εικοσαετίας. Το κομματικό σύστημα μπαίνει σε μία κρίση με άγνωστα αποτελέσματα και δίχως ορατή διέξοδο.

Ο Ν.Πουλαντζάς με την κριτική του στον «αυταρχικό κρατισμό» προσέφερε στην πολιτική κοινωνιολογία σημαντικά νέα στοιχεία : την αποκάλυψη του ανορθολογικού, στην ουσία , χαρακτήρα της τεχνοκρατικής λογικής και την επισήμανση του αναδυόμενου νεοφιλελεύθερου ριζοσπαστισμού που ερχόταν να ενισχύσει στην πράξη τον «αυταρχικό κρατισμό» ολοκληρώνοντας όμως την αποδόμηση του «κράτους πρόνοιας». Όμως μαζί με τα «απόνερα πέταξε και το μωρό» : το κοινωνικο-πολιτικό «υποκείμενο». Η ανάλυσή του θεωρήθηκε «ντετερμινιστική». Ο «στρουκτουραλισμός» στην πολιτική θεωρία αφαιρεί, ή εν πάσει περιπτώσει υποβιβάζει σε δεύτερη μοίρα, τον υποκειμενικό παράγοντα: τα κόμματα θεωρούνται ως απλά λειτουργικά εξαρτήματα του κρατικού μηχανισμού που τα «σκοτώνουν όταν γεράσουν».

Τα κόμματα είναι κατ’ εξοχήν βολονταριστικοί μηχανισμοί που απαρτίζονται από άτομα τα οποία, παρ’ όλες τις ταξικές και κοινωνικές επιρροές που δέχονται, «ελεύθερα προσδιορίζουν» τις επιλογές τους και εντάσσονται στα κόμματα – ενώσεις πολιτών(5).  Εκφράζουν κοινωνικές-πολιτικές τομές κι αντιθέσεις και σε συνδυασμό με το νομικό-θεσμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο ζουν και αναπνέουν δεν γίνεται να εκλείψουν από τη μία μέρα στην άλλη. Αργά η γρήγορα κινούνται διαδικασίες εσωτερικής εξέλιξης και ανανέωσης που αναμετρώνται με αδράνειες και παρελθούσες αντιλήψεις. Από την έκβαση αυτής της μάχης κρίνεται η αποτελεσματική ή όχι ανανέωση. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της περιπέτειας της ελληνικής κομμουνιστικής αριστεράς : ακόμη και στις δύσκολες συνθήκες της δικτατορίας των συνταγματαρχών τέθηκαν σε κίνηση διαδικασίες υπέρβασης της κρίσης που, δυστυχώς , δεν έφεραν το ποθούμενο αποτέλεσμα στο βαθμό που προσέκρουσαν στη δογματική παράδοση και συντηρητική λογική με αποτέλεσμα την μακρόχρονη πορεία  διασπάσεων, απογοήτευσης και παρακμής.  Οι σημερινές εξελίξεις στο ΠΑΣΟΚ σημειώνονται υπό το βάρος της ανάγκης να ξεπεραστεί η κρίση τόσο σε πρωθυπουργικό επίπεδο όσο και στις σχέσεις εκπροσώπησης με τα κοινωνικά στρώματα που ταυτίστηκαν μ’ αυτό το κόμμα.

Όμως δεν είναι μόνο η στρουκτουραλιστική λογική που δεν βοηθάει αρκετά να κατανοήσουμε την κρίση του ελληνικού κομματικού συστήματος . Το ίδιο αναποτελεσματική είναι, κατά τη γνώμη μου, και η άποψη περί «πολιτισμικού δυαδισμού» (Ν.Διαμαντούρος, 1994). Θεωρείται ότι συνυπάρχουν ιστορικά στα πλαίσια της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας δύο εντελώς αντιθετικά συστήματα πρόσληψης της πραγματικότητας. Από τη μία πλευρά η «μεταρρυθμιστική κουλτούρα» και από την άλλη η «underdog culture» (η «κουλτούρα των από κάτω») οι οποίες ανταγωνίζονται ήδη από την ιστορική στιγμή της ίδρυσης του νεοελληνικού κράτους να υπερισχύσει η μία επί της άλλης. Θεωρείται ότι η «κουλτούρα των από κάτω» στον α’ ή β’ βαθμό κυριάρχησε κατά τη διάρκεια της νεοελληνικής ιστορίας ως το 1985. Από τότε η μεταρρυθμιστική κουλτούρα κερδίζει συνεχώς έδαφος σε βάρος της κουλτούρας των «από κάτω» η οποία δίνει μάχες οπισθοφυλακής και χαρακωμάτων για τη διατήρηση των κεκτημένων. Γι’ αυτό και ονομάστηκε το έτος 1985 ως «στιγμή περιχαράκωσης» : είναι το έτος που συμβολίζει την αλλαγή του συσχετισμού των δυνάμεων στο πολιτικό στρατόπεδο της «αλλαγής» και της αναδιάταξης των πολιτικών προτεραιοτήτων του ΠΑΣΟΚ υπέρ ενός «ήπιου νεοφιλελευθερισμού» και σε βάρος του, έστω και υποτυπωδώς συγκροτημένου , «κράτους πρόνοιας». Αυτή η κατάσταση όπου η νέα κουλτούρα αναδύεται και αγωνίζεται να υπερισχύσει ενώ η παλαιά δεν έχει ακόμη δηλώσει «αποχαιρετισμό στα όπλα» παράγει – και αναπαράγει – μία γενικευμένη πολιτική κρίση τα αποτελέσματα της οποίας διαχέονται  εντός του συνόλου των πολιτικών κομμάτων αναδιατάσσοντας προηγούμενες ισορροπίες και προκαλώντας ρήξεις, διασπάσεις και αποσταθεροποιήσεις.

Η λογική που διέπει αυτή την άποψη στηρίζεται , κατά τη γνώμη μου, στη θέση του E.P.Thompson για το λαϊκισμό. Η ταξική σύνθεση της ελληνικής κοινωνίας που έχει βάση της τη μικρή ιδιοκτησία, η γεωπολιτική θέση της Ελλάδας στο μεταίχμιο του Χριστιανικού Δυτικού Κόσμου και του Ισλαμικού Ανατολικού Κόσμου, η ιδιαιτερότητα της Χριστιανορθόδοξης λογικής, ο αμυντικός εθνικισμός, η κληρονομιά του «σουλτανικού καθεστώτος» με τη Βεμπεριανή έννοια και πολλοί άλλοι παράγοντες δημιούργησαν τις προϋποθέσεις για την εδραίωση της θέσης της κουλτούρας των «από κάτω». Η ξενοφοβία, η συνωμοσιακή ερμηνεία των γεγονότων, η εθνικιστική ανασφάλεια που υποτάσσει το δημοκρατικό στοιχείο, η μανιχαϊκού τύπου διαίρεση του κόσμου σε φιλέλληνες και ανθέλληνες, η διφορούμενη στάση έναντι της Δύσης – ταυτόχρονη έκφραση συμπλεγμάτων κατωτερότητας και υπέρ του δέοντος προβολή της αρχαιοελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς – και η τάση να ταυτίζεται το Έθνος με αντιδυτικές προσωπικότητες και συλλογικότητες (εθνικές και άλλες). Πρόκειται για στάσεις, αντιλήψεις και συμπεριφορές που πηγάζουν από υπαρκτές εμπειρίες που βιώθηκαν συλλογικά από το σύνολο του ελληνισμού : οι εθνικές ταπεινώσεις μετά από υπερφίαλες εθνικές φιλοδοξίες,  ανταγωνισμός για την ηγεμονία σε Βαλκάνια και Μεσόγειο και τέλος η , ανοιχτή αλλά και υπόγεια, επέμβαση των ξένων δυνάμεων στην εσωτερική πολιτική της χώρας .

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην «εξισωτική νοοτροπία» που διακατέχει την πλειοψηφία του πληθυσμού ήδη από τον καιρό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και εξαιτίας της γενικευμένης μικρής ιδιοκτησίας καθώς και στον ιδιαίτερο ρόλο του κράτους και στις σχέσεις του με την κοινωνία : σύμφωνα με την πλειονότητα των πολιτικών επιστημόνων το κράτος αποτέλεσε ιστορικά το μεγαλύτερο συλλογικό εργοδότη των νεοελλήνων. Θεωρείται ότι το κράτος είναι «το εργαλείο των αδυνάτων εναντίων των δυνατών», το οποίο είναι και ο «διανομέας των δικαιωμάτων» σε αντίθεση με τη μεταρρυθμιστική κουλτούρα που θεωρεί ότι τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα είναι κατάκτηση των ίδιων των «ελεύθερων υποκειμένων». Με την έννοια «αδύνατοι» προσδιορίζονται τα μη ανταγωνιστικά μικροϊδιοκτητικά κοινωνικά στρώματα που δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν στις ανάγκες της οικονομίας της αγοράς και του εκσυγχρονισμού και αναζητούν , πειραματιζόμενα με, «εναλλακτικές» διαδρομές προς τη νεωτερικότητα(9). Αδυνατώντας τα στρώματα αυτά να δράσουν συλλογικά και ενταγμένα στα κάθετα πελατειακά δίκτυα συσσωμάτωσης βαίνουν προς την περιθωριοποίηση, με συνέπεια να εντείνεται η αίσθηση της ανισότητας, των συνδρόμων καταδίωξης και της θυματοποίησης. Μια τέτοια κατάσταση οδηγεί τα υποκείμενα αυτά στην υιοθέτηση βραχυπροθέσμων τακτικών και στην επιδίωξη της κάλυψης άμεσων αναγκών μονάχα χωρίς να χαράσσονται εναλλακτικές ριζοσπαστικές στρατηγικές.

Η αντίπαλη μεταρρυθμιστική κουλτούρα κατάγεται από τις ιδέες του Διαφωτισμού και του πολιτικού φιλελευθερισμού, είναι κοσμική και εξωστρεφής στους προσανατολισμούς της, ιδιαίτερα προς τη Δύση. Η μεταρρυθμιστική λογική διέπει τις πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές ιδέες των φορέων της και είναι προωθητική δύναμη της ορθολογικοποίησης σε φιλελεύθερη, δημοκρατική και καπιταλιστική κατεύθυνση. Υποστηρίζει τη στρατηγική χρήση του κράτους, επιδιώκει κοινωνικές και πολιτικές διευθετήσεις που διευκολύνουν τον ανταγωνισμό σε όλα τα επίπεδα, ευνοεί τη ρήξη με την παράδοση και κινητοποιεί τις πάσης φύσεως ανανεωτικές δυνάμεις. Στοχεύει στη δημιουργία και στον πολλαπλασιασμό των διασυνδέσεων της Ελλάδας με τη διεθνή κοινότητα και την ενσωμάτωσή της στο παγκόσμιο σύστημα. Στο καθαρά πολιτικό επίπεδο ταυτίζεται με το συνταγματισμό, τη δημοκρατία σε όλα τα επίπεδα και σε όλες τις μορφές, τη διαμεσολάβηση κοινωνικο-πολιτικών αιτημάτων μέσα από σύγχρονους πολιτικούς θεσμούς και την επέκταση αντί της συρρίκνωσης των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων. Φορείς της είναι τα ανταγωνιστικά κοινωνικά στρώματα του αγροτικού, του εμπορικού, του βιομηχανικού και του χρηματοπιστωτικού τομέα που στρέφονται προς τη διεθνή αγορά. Κατάγονται από τις κοινωνικές ομάδες που σχετίστηκαν με το εμπόριο και την τραπεζική πίστη στη διάρκεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και που ζούσαν στις κοινότητες της Ελληνικής διασποράς (Νότια Ρωσία, Δ.Ευρώπη) και στις ναυτικές πόλεις των Βαλκανίων και της Μεσογείου (Μ.Ασία, Κωστάντζα, Χίος, Γαλαξίδι κλπ) καθώς και οι διανοούμενοι εντός και εκτός ελληνικής επικράτειας. Το δίλημμα που συνεχώς αντιμετώπιζαν τα στρώματα αυτά και ιδιαίτερα των ομογενών της Ευρώπης μετά τη δημιουργία εθνικά ομοιογενών κρατών στη Δύση , την εθνικιστική αφύπνιση στην Ανατολή και τη μετασχηματιστική δυναμική του δυτικού κεφαλαιοκρατισμού ήταν : συμμετοχή, είτε από μακριά είτε δια της παρουσίας τους, στην προσπάθεια για επιβολή αστικών μεταρρυθμίσεων στην Ελλάδα που ξεκίνησε στα τέλη του 19ου αιώνα με τις κυβερνήσεις Χ.Τρικούπη ή προσπάθεια ενίσχυσης της θέσης τους στις περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που η μία μετά την άλλη αποκτούσαν την ανεξαρτησία τους κι απειλούσαν την , ούτως ή άλλως, εύθραυστη ισορροπία.

Παρά τα θετικά στοιχεία που επισημαίνονται ως θέσεις-κλειδιά της μεταρρυθμιστικής κουλτούρας, εν τούτοις λόγω της ιδιαίτερης συγκρότησης των φορέων της διαπιστώνονται μία σειρά από αντιφατικές προσεγγίσεις που προκύπτουν και από την ιδέα της γρήγορης προσαρμογής σε μεταβαλλόμενα περιβάλλοντα : εκλεκτικός μιμητισμός της Δύσης , αποκοπή των φιλελεύθερων ιδεών από το πολιτικο-κοινωνικό περιβάλλον όπου γεννήθηκαν, ιδιαίτερου τύπου πολιτιστικός κοσμοπολιτισμός, τάση ξενοφοβίας που στηρίζεται σε κοσμική και όχι θρησκευτική βάση, καιροσκοπικές αντιλήψεις για τις διεθνείς σχέσεις που συνυπάρχουν με εσείς ρεαλιστικής και δημιουργικής προσέγγισης τους και, τέλος, ένας δυναμικός εθνικισμός που στόχευε στη δημιουργία μίας νέου τύπου κρατικής δικτύωσης και διεύρυνσης προς περιοχές με σημαντικές κοινότητες της διασποράς – χαρακτηριστικό το όραμα του Ε.Βενιζέλου για την Ελλάδα των «δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών».

Η ιστορική διαδρομή της αντιφατικής συνύπαρξης των δύο αυτών συστημάτων πρόσληψης της πραγματικότητας στα πλαίσια του νεοελληνικού κοινωνικού σχηματισμού είναι γεμάτη από πολιτικές και κοινωνικές κρίσεις : διχασμός Κωνσταντινικών- Βενιζελικών, μεσοπολεμικά στρατιωτικά κινήματα, εμφύλιος πόλεμος, δικτατορίες Μεταξά και συνταγματαρχών, ιδιόμορφη μεταπολίτευση, άνοδος και πτώση ΠΑΣΟΚ, γρήγορη κατάρρευση της νεοφιλελεύθερης ΝΔ. Αναφερθήκαμε επί μακρόν και αρκετά αναλυτικά στο σχήμα του «πολιτισμικού δυαδισμού» γιατί διαπερνά ένα μεγάλο αριθμό επιστημονικών εργασιών για την ελληνική πολιτική πραγματικότητα (Θ.Διαμαντόπουλος, 1995), την ιστορία (Γ.Μαυρογορδάτος, 1982 και 1988) καθώς και δημοσιογραφικές αναλύσεις για τις σχέσεις Ελλάδας – Ευρωπαϊκής Ένωσης (Θ. Παπανδρόπουλος, 1993)

Όμως όσο κι αν είναι χρήσιμη για την ανάλυση των βασικών στάσεων και αντιλήψεων που χαρακτηρίζουν την ελληνική κομματική κουλτούρα η θεωρία περί «δυαδισμού» εν τούτοις δεν προσφέρει ικανοποιητικές λύσεις στο πρόβλημα με το οποίο έχουμε καταπιαστεί. Η κρίση των κομμάτων δεν είναι μόνο ζήτημα «μη ηγεμονίας» της μίας εκ των δύο συστημάτων πρόσληψης της πραγματικότητας. Ούτε θεωρώ σωστή τη διχοτόμηση του ελληνικού κοινωνικού συνόλου σε εκσυγχρονιστικές τάξεις και στρώματα από τη μία και σε καθυστερημένα μη ανταγωνιστικά από την άλλη, αγνοώντας έτσι τους κοινωνικούς αγώνες και τις ταξικές συγκρούσεις που λαμβάνουν χώρα σ’ όλες τις περιοχές του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού και που δεν σχετίζονται άμεσα με τη διχοτόμηση αυτή. Είναι ίδια η φύση της σύγκρουσης Βενιζελικών – Αντιβενιζελικών , Δεξιάς – Αριστεράς στον Εμφύλιο, δεξιάς – αντιδεξιάς στη δεκαετία του ‘ 60 , κεντροδεξιάς – κεντροαριστεράς μετά τη μεταπολίτευση; Επίσης, μέσα στα πλαίσια αυτά διεξάγονται οι αγώνες των γυναικών για την ισότητα, των νέων για εκσυγχρονισμό/εκδημοκρατισμό της εκπαίδευσης, των πολιτών για το οικολογικό πρόβλημα. Οι αγώνες αυτοί δεν γίνεται να ενταχθούν στις διχοτομικές κατηγοριοποιήσεις του σχήματος που αναλύσαμε στο βαθμό που τα κοινωνικά αυτά κινήματα αρθρώνουν το δικό τους πολιτικό λόγο.

Ας εξετάσουμε άλλες πλευρές της κρίσης των κομμάτων. Το τελευταίο χρονικό διάστημα διεξήχθησαν έρευνες «κοινής γνώμης» που πιστοποίησαν το αποκαλούμενο «ρεύμα των απογοητευμένων» (Η. Νικολακόπουλος, 1995). Στο ερώτημα που αφορά την ικανοποίηση ή μη των πολιτών από τη λειτουργία της δημοκρατίας στη χώρα μας διαππιστώνεται ένα ιστορικό αρντηικό ρεκόρ : μόλις το 25% των ερωτηθέντων στις έρευνες του 1995 νιοώθει ικανοποίηση από τη λειτουργία της δημοκρατίας, ενώ οι απόλυτα αρνητικές κρίσεις προσεγγίζουν το 40% και χαρακτηρίζονται από μιά σαφώς διακομματική προέλευση (10).  Ο «δείκτης ενδιαφέροντος γιά τη πολιτική» : ξεκινάει από 56% το 1985 και καταλήγει το 1995 σε 39% η καμπύλη θετικού ενδιαφέροντος ενώ «δεν ενδιαφέρονται καθόλου» το 31% του 1995 σε σχέση με το 16% του 1985. Κι όλα ετούτα σε μιά χώρα που θεωρείται ότι κατοικείται από άκρως πολιτικοποιημένα άτομα.

Μέχρι τώρα είδαμε την κρίση ως «κρίση αντιπροσωπευτικότητας» των κομμάτων της μεταβατικής κοινωνίας , ως «κρίση δημιουργικότητας» του πολιτικού λόγου ύστερα από την κατάρρευση των «μεγάλων ιδεολογιών», ως κρίση του «νεοκορπορατισμού» , ως κρίση λόγω της «υπερσυγκέντρωσης εξουσιών και αρμοδιοτήτων» των πολιτικών κομμάτων από την εκτελεστική εξουσί, και ως κρίση που προκαλείται από την έλλειψη ηγεμονίας ενός εκ των δύο συστημάτων πρόσληψης της πραγματικότητας.

Ας δούμε, λοιπόν, υπό το φως των προσφάτων εξελίξεων στην Ελλάδα πώς η κρίση τείνει να γίνει οργανικό μέρος του πολιτικού συστήματος, που οδηγεί στην αναδίπλωση αποτυχημένων ηγεσιών και τρόπων πολιτικής παρέμβασης και στην ανάγκη ανανέωσης του πολιτικού προσωπικού και άρθρωσης νέου πολιτικού λόγου. Η σύντομη άνοδος και πτώση της κυβέρνησης Μητσοτάκη (Απρίλιος 1990-Οκτώβριος 1993) και  ραγδαία μείωση της πολιτικής ακτινοβολίας της νέας κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ (Οκτώβριος 1993-Ιανουάριος 1996)  χωρίς παράλληλη αναβάθμιση της αξιωματικής αντιπολίτευσης της ΝΔ είναι κατάσταση άνευ προηγουμένουτην τελαευταία τριακονταπενταετία γιά τα δεδομένα της Ελλάδας. Ας σταθούμε γιά λίγο σε χρονικά σημεία-τομές της περιόδου . Θα ξεκινήσουμε από την πιό σύντομη εκλογική εκαστρατεία της περιόδου της μεταπλίτευσης. Παρά την ιδιαιτερότητα της διαφημιστικής καμπάνιας της ΝΔ που θύμιζε ανάλογες αντικομμμουνσιτκές της δεκαετίας του ‘ 50 ( αρνητική και γκρίζα διαφήμιση, λασπολογία, εκμετάλλευση της υγείας του Α.Παπανδρέου) το ΠΑΣΟΚ δεν ακολούθησε την πάγια εκλογική στρατηγική που ονομάστηκε «η σύγκουση των δύο κόσμων» και που στόχευε στην ενσωμάτωση κεντρώων και αριστερών ψηφοφόρων στην αντιδεξιά του πολιτική πλατφόρμα. Αντίθεατα διατήρησε γνικώς χαμηλούς τόνους και πρόβαλε προφίλ μεταρρυθμιστικού σοσιαλ-δημοκρατικού κόμματος εναρμονίζοντας το λόγο του με του Βρετανικού Εργατικού και του Γαλλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος. Το πρόγραμμα ήταν επεξεργασμνο με περισσότερες από ότι στο παρελθόν λεπτομέρειες και περιλάμβανε προτάσεις οικονομικού εκσυγχρονισμού προς την καεύθυνση της «οικονομίας της αγοράς» , δηλαδή γιά ένα «καπιταλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο». Τόσο στις επίσημες ομιλίες των στελεχών του όσο και στις επί μέους προτάσεις του ήταν φανερή η λοική του «οικονομικού υπερπροσδιορισμού της πολιτικής» (Μ.Σπουρδαλάκης,1996): η «αλλαγή της αλλαγής» στο απώγειό της. Εκτός από το πολιτικό πρόγραμμα η μεταμόρφωση του ΠΑΣΟΚ γίνεται φανερή και επίπεδο της στελέχωσης του κυβερνητικού επιτελείου : μετά το θάνατο του υπουργού Εθνικής Οικονομίας Γιώργου Γεννηματά που εκτελούσε χρέη «αριστερού άλλοθι» το κρίσιμο αυτό υπουργείο καθώς και αυτά των Οικονομικών και Βιομηχανίας-Ενέργειας βρίσκονται στα χέρια πολιτικού προσωπικού που ασπάζεται ένθερμα τις εκσυγχρονιστικές αρχές οικονομικής πολιτικής με σαφή νεοφιλελεύθερη κατεύθυνση (συνέχιση ιδιωτικοποίησεων έστω και με βραδύτερους ρυθμούς, μεγάλα έργα με αυτοχρηματοδότηση κλπ.).

Παρά την είσοδο κατά τους επόμενους μετασχηματισμούς της κυβέρνησης νέων στελεχών με «φιλολαϊκό προφίλ» (π.χ. Τζουμάκας κ.α.) οι βασικές κατευθύνσεις δεν ανατρέπονται. «Σταθερότητα που θα οδηγήσει σεην ανάπτυξη και συνεπώς σε νέες θέσεις εργασίας» είναι η αριστοτεχνικά διατυπωμένη απάντηση στη διογκούμενη απογοήτευαση των λαϊκών-εργατικών στρωμάτων που επί δεκαπέντε και παραπάνω χρόνια στήριξαν την πολιτική του ΠΑΣΟΚ και σήμερα διαπιστώνουν ότι και αυτή η κυβερνητική πολιτική δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες και στα προβλήματα που γεννά και αυξάνει η παρατεταμένη οικονομική κρίση από τη μιά και ο μετασχηματισμός της ελληνικής οικονομίας γιά να ανταποκριθεί στο πρόγραμμα σύγκλισης της Ευρωπαϊκής Ενωσης από την άλλη σε συνδυασμό με την εισαγωγή νέων τεχνολογιών στους χώρους εργασίας. Η κατάσταση που επικρατεί στα λαϊκά και εργατικά στρώματα που πλειοψηφικά στήριξαν το ΠΑΣΟΚ αντανακλάται και στο εσωτερικό του κομματικού μηχανισμού ακόμη και στο ηγετικό επίπεδο και που εκφράστηκε ξεκάθαρα στην ψηφοφορία της κοινοβουλευτικής ομάδας γιά την ανάδειξη νέου πρωθυπουργού – οι διάφορες τάσεις αν και δεν διαφέρουν ουσιαστικά μεταξύ τους όσον αφορά τις βασικές κατευθύνσεις εν τούτοις εκφράζουν διαφορετικούς βαθμούς  «κοινωνικής ευαισθησίας». Το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται σε κρίσιμη καμπή γιατί από τη μιά είναι στο επίκεντρο της κρίσης των κομμάτων και ταυτόχρονα γιατί πρέπει να αποδείξει ότι μπορεί να αυτοανανεωθεί και να στηρίξει την «πολιτική πατροκτονία» στην οποία προέβη το βράδυ της 18.1.96.

Στο σημείο αυτό ας επιστρέψουμε γιά λίγο στην άποψη περί «πολιτισμικού δυαδισμού» για να σημειώσουμε πως, πράγματι, όσον αφορά την εξωτερική πολιτική και τις διεθνείς σχέσεις η σύγκρουση ανάμεσα στα δύο διαφορετικά συστήματα πρόσληψης της πραγματικότητας λαμβάνει χώρα στο εσωτερικό όλων των πολιτικών κομμάτων περιπλέκοντας έτσι την κατάσταση. Χαρακτηριστικά παραδείγματα : σύγκρουση ανάμεσα σε Κ.Μητσοτάκη και Α.Σαμαρά κατά τη διακυβέρνηση τως χώρας από τη ΝΔ και δημιουργία του νέου κόμματος «Πολιτική Ανοιξη» με εθνικιστικό πολιτικό λόγο, σύγκρουση ανάμεσα σε ευρωπαϊστές και ατλαντιστές στο κυβερνητικό ΠΑΣΟΚ μετά την αποχώρηση των «ασυμβίβαστων οπαδών του Δ.Τσοβόλα», διαφορετικές στρατηγικές γιά τα εθνικά θέματα από Μ.Παπαγιαννάκη και Α. Αλαβάνο στο Συνασπισμό. Η σύκρουση στα ζητήματα αυτά είναι πραγματική και, πράγματι, πίσω από μιά τέτοια συγκρουση εκφράζονται διαφορετικές κοινωνικές διαστρωματώσεις που σχετίζονται με διαφορετικό τρόπο με την εγχώρια και διεθνή αγορά. Τμήματα της αστικής τάξης που απειλούνται από την επιβολή των πολυεθνικών επιχειρήσεων της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης συνασπίζονται γύρω από εθνικιστικές θέσεις αδυνατώντας να ανταπεξέλθουν στη νέα πραγματικότητα μη διαθέτοντας : ανταγωνιστική διοίκηση και διαχείριση, φιλεργατική πολιτική, κατάλληλες επικοινωνιακές στρατηγικές. Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα κοντόφθαλμης και ξενόφοβης λογικής από τη μιά το μποϋκοτάζ ολλανδικών και ιταλικών προιόντων λόγω της στάσης τους στο ζήτημα της ΠΓΔΜ και από την άλλη η στήριξη του εμπάργκο επί των εισαγωγών προϊόντων στην ΠΓΔΜ.

Ο λαϊκίστικος και δημαγωγικός εθνικιστικός λόγος δημιούργησε τεταμένο κλίμα και μιά ψυχολογία απειλής που δέσμευσαν γιά αρκετά χρόνια ένα μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού σε μιά «ιρρασιοναλιστική» στάση (Θ. Λίποβατς, 1988, σελ.11-31) και τις πολιτικές ηγεσίες που εκφέρουν το λόγο αυτό σε πολιτικές «συνέπειας» – κυρίως ΠΑΣΟΚ, ΝΔ και ΠΟΛ.ΑΝ. Οπως και στα ζητήματα οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, η σταδιακή (ή και ξαφνική ορισμένες φορές) εγκατάλειψη της πολιτικής των μεγαλόστομων κυρηγμάτων εθνικής πλειοδοσίας εκλαμβανόταν ως ζήτημα ασυνέπειας λόγου και πράξης, προσδοκιών και πραγματικότητας , με αποτέλεσμα τα κόμματα να κρίνονται από τους πολίτες και ιδιαίτερα τους ψηφοφόρους ως αναξιόπιστα. Επίσης στα ζητήματα της δημόσιας διοίκησης και της αποκέντρωσης τα κόμματα προχώρησαν στην υλοποίηση των προγραμμάτων με εξαιρετικά αργος ρυθμούς. Ομως παράλληλα τόσο το ΠΑΣΟΚ όσο και η ΝΔ χρησιμοποίησαν τον κρατικό μηχανισμό και τις επιχειρήσεις του δημόσιου τομέα γιά την εμπέδωση των πελατειακών σχέσεων με τους ψηφοφόρους τους στις οποίες δεν εμπλέκονται πλέον μόνο οι βουλευτές αλλά το σύνολο του κομματικού μηχανισμού (C. Lyrintzis, 1984). Οι όποιες μεταρρυθμιστικές προσπάθειες έμειναν στη μέση (πχ νόμος Εβερτ γιά τη δημόσια διοίκηση, νόμος Πεπονή γιά τις προσλήψεις κλπ) λόγω των αντιδράσεων του κομματικού μηχανισμού ή υλοποιούνται σταδιακά γιά λόγους κομματικής σκοπιμότητας (πχ.δευτεροβάθμια αυτοδιοίκηση). Ενας άλλος τομέας στον οποίο τα κόμματα δεν μπόρεσαν να αναδείξουν και να υλοποιήσουν μιά πολιτική τέτοια που να ανταποκρίνεται στα νέα δεδομένα χωρίς να ανατρέπουν τη σχέση τους με την κοινωνική τους βάση ήταν ο τομέας της πολιτικής επικοινωνίας. Τόσο οι βουλευτικές εκλογές του 1993 όσο και, κυρίως, οι ευρωεκλογές του 1994 αποκάλυψαν τη νέα διάσταση της κρίσης. Ως τότε, και σύμφων με τις θεωρητικές προσεγγίσεις γιά τους τρόπους κινητοποίησης των κομμάτων, η εκλογική αποτελεσματικότητά τους ήταν συνάρτηση του μαζικού τους χαρακτήρα ( M.Spourdalakis, 1996) και της μαζικής κινητποίησης που σήμαινε δράση και παρέμβαση στο τοπικό και κλαδικό επίπεδο (πόρτα-πόρτα) και μεγάλες συγκεντρώσεις και πορείες σε κεντρικό και περιφςερειακό επίπεδο.

Οι υπόλοπιες μορφές επικοινωνίας που στηρίζονταν στο εκάστοτε πιό πρόσφορο τεχνολογικά μέσον (ραδιόφωνο,τηλεόραση , γιγαντοαφίσσες) χρησιμοποιούνταν μονάχα ως συμπλήρωμα της δράσης και τα μυνήματα που εκπέμπονταν ήταν το αποτέλεσμα της εθελοντικής δουλειάς των μελών του κόμματος. Τώρα τα κόμματα απεύθύνονται στους ψηφοφόρους έσω των talk-shows της ιδιωτικής -και λιγότερο της κρατικής- τηλεόρασης , των διαφμηιστικών spots, ραδιοφωνικές σφήνες, έντυπες καταχωρίσεις στον αστικό τύπο. Ειδικές επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν ως διαφήμιση την κομματική προβολή αναλαμβάνουντη δουλειά που έκαναν ως το πρόσφατο παρελθόν τα κομματικά μέλη.Αποτέλεσμα αυτής της επικοινωνιακής λογικής είναι το κόμμα να απευθύνεται σε άτομα-ψηφοφόρους που ομαδοποιούνται με διαφημιστικά κριτήρια (target groupς) και όχι σε πολίτες μέλη τάξεων και κοινωνικών στρωμάτων : έτσι εντείνεται η παθητικοποίηση των ψηφοφόρων και η συναισθηματικοποίηση στις προσεγγίσεις τους. Από την άλλη εκταμιεύονται μεγάλα ποσά από τα ταμεία των κομμάτων χωρίς προηγούμενο γιά τη πληρωμή των επαγγελματιών και των μέσων μαζικής επικοινωνίας. ΄Οτανο εθελοντισμός και η πρωτοβουλία των μελών απουσιάζουν τότε αναλαμβάνουν οι επ’ αμοιβή τεχνοκράτες της πολιτικής και οι τεχνικές εντάσεως κεφαλαίου αντί της συλλογής οικονομικών πόρων από τη βάση του κόμματος.

Μετά από τα όσα παρατέθηκαν ελπίζω ότι έγινε φανερή η τάση και των ελληνικών κομμάτων που κυριάρχησαν κατά τη μεταπολίτευση να μετατραπούν σε «κόμματα-καρτέλ» σύμφωνα με το πρότυπο των Katz and Mair που αναλύσαμε σε προηγούμενο κεφάλαιο. Ομως η τ’αση αυτή δεν είναι οριστική και αμετάκλητη. Τα ελληνικά κόμματα όσο κι αν «κρατικοποιήθηκαν» είναι πάντοτε φορείς που αποτελούνται από άτομα που διαθέτουν βούληση και αναζητούν διεξόδους. Όσο τα αδιέξοδα της κρίσης πληθαίνουν τόσο θα υπάρχουν άτομα που θα αναλαμβάνουν το ρόλο του αντιστεκόμενου πολίτη, προσπαθώντας να συγκροτήσουν εναλλακτικές προτάσεις πολιτικής παρέμβασης. Η τελευταία εικοσεατία στην Ελλάδα και τριακονταετία στη Δ.Ευρώπη και Β.Αμερική ήταν γεμάτες από συγκρούσεις ανάμεσα στα κυρίαρχα κόμματα, ανάμεσα στα κυρίαρχα κόμματα και στα νέα κοινωνικο-πολιτικά κοινήματα αλλά και ανάμεσα στην αριστερά και στα κινήματα αυτά.

Ως τώρα εξετάσαμε την κρίση σε σχέση με τα κυρίαρχα κόμματα του συστήματος που έχουν αποδεχθεί το κοινοβούλιο ως τον κατ’ εξοχήν αντιπροσωπευτικό της λαϊκής θέλησης θεσμό. Με την έννοια αυτή δεδομένη δεν αναφερθήκαμε στην ελληνική εκδοχή της Αριστεράς που ως τη μεταπολίτευση εκφράστηκε σχεδόν αποκλειστικά από την κομμουνιστική της συνιστώσα. ‘ Εχουμε ήδη εντοπίσει ως ένα από τους παράγοντες της κρίσης των κομμάτων την κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ του «υπαρκτού σοσιαλισμού» και στο βαθμό που υποδηλώνει την κατάρρευση των «μεγάλων ιδεολογιών».

Κατά τη γνώμη πολλών μελετητών, αλλά και τη δική μου, η κρίση της αριστεράς με την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» μετατράπηκε από λανθάνουσα σε ανοικτή. Παραλλάσσοντας τον A.Gramsci θα λέγαμε ότι η ιστορία της αριστεράς είναι η ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα : το ΚΚΕ είναι σήμερα το αρχαιότερο ελληνικό κόμμα έχοντας συμπληρώσει ουσιαστικά 78 χρόνια δράσης. Κι όμως η ελληνική αριστερά βρέθηκε δύο φορές μπροστά στην ευκαιρία της ανόδου στην κρατική εξουσία και τις δύο φορές «κλώτσησε τη καρδάρα με το γάλα». Το Δεκέμβριο του 1944 και το καλοκαίρι του 1989. Το 1944, συμφωνα με τις περισότερες ιστορικές πηγές (Α. Κέδρος, 1976β.σ.σ.141-74), το ΕΑΜ ως ο κυριότερος πολιτικός εκφραστής της εθνικής αντιφασιστικής αντίστασης και η ενωμένη παράταξη της ελληνικής αριστεράς πλειοψηφούσαν στο σύνολο του εκλογικού πληθυσμού, είχαν δημιουργήσει την επικράτεια της ελεύθερης από τα κατοχικά στρατεύματα Ελλδας, είχαν εγκαθιδρύσει θεσμούς λαϊκής αυτοδιοίκησης και λαϊκής οικονομίας (Α. Μπαλτάς, 1995). Κι όμως το ΕΑΜ σύρθηκε σε καταστροφικές ένοπλες αναμετρήσεις με την αντιδραστική δεξιά και τους Βρετανούς συμμάχους της με αποτέλεσμα την ήττα του αριστερού κινήματος σε όλα τα επίπεδα (στρατιωτικό, πολιτικό και, κυρίως, ιδεολογικό) και την ένταξη της Ελλάδας στο στρατόπεδο του δυτικού καπιταλισμού. Το 1989-90 ενώ ο «υπαρκτός σοσιαλισμός» κατέρρεε η αριστερά γιά άλλη μια φορά σύρθηκε στην ήττα.  Μόνο που αυτή τη φορά η πραγματικότητα ήταν πολύ διαφορετική. Ο πολιτικός αντίπαλος είχε πολλά και διαφορετικά πρόσωπα και η αριστερά δεν στάθηκε ικανή να διακρίνει. Η επιμονή της να παίζει το ρόλο του «μπαλαντέρ» στα παιχνίδια των κυρίαρχων κομμάτων (ΠΑΣΟΚ, ΝΔ) την οδήγησε στο να δοκιμάσει τη συμμετοχή της σε διαφορετικά κυβερνητικά ταμπλώ υποβαθμίζοντας τις βασικές της αρχές . Η κριτική της στο σύστημα διακυβέρνησης εστιάστηκε μόνο στο ήθος και στο ύφος του ΠΑΣΟΚ και στο όνομα της «κάθαρσης» και της «οικουμενικότητας»  έπαιξε το ρόλο του «αποκωδικοποιητή» γιά το άνοιγμα της πόρτας στη νεοφιλελεύθερη διακυβέρνηση της ΝΔ και στην «αποενοχοποίηση» του ΠΑΣΟΚ. Δεν θεωρώ ότι τίθεται ζήτημα αντίθεσης ανάμεσα στην «αγνή βάση» της αριστεράς και στις «προδοτικές ηγεσίες». Οι ηγεσίες ενώ βεβαίως προσδιορίζουν τη μορφή και την πολιτική στρατηγική των κομμάτων της αριστεράς που διευθύνουν εν τούτοις δεν παύουν να είναι «παιδιά» του κομματικού μηχανισμού και, συνεπώς, της κοινωνικής βάσης της αριστεράς . Μιά κοινωνική βάση μικρογραφία της ίδιας της ελληνικής κοινωνίας και ιδιαίτερα των εργαζόμενων τάξεών της. Η ιστορική αναδρομή σε γεγονότα και περιόδους που θεωρούνται σημαντικές γιά την εξέλιξη του αριστερού κινήματος θα μας δείξει ότι η κρίση της αριστεράς είναι διαρκής, ότι, πράγματι, το ΚΚΕ κατά την ίδρυσή του εξήγγειλε μιάν «αδύνατη επανάσταση»(Α.Ελεφάντης, 1976).

Μιά νεαρή σε ηλικία και ισχνή πληθυσμιακά εργατική τάξη σε μιά χώρα με ασθενή ακόμη βιομηχανικό καπιταλισμό ψάχνει στις αρχές του 20ού αιώνα γιά πολτική και συνδικαλιστική έκφραση. Δημιουργείτα το 1918 το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα Ελλάδας (ΣΕΚΕ) που το 1921 μετονομάζεται σε ΚΚΕ αποδεχόμενο τους «21 όρους» της Τρίτης (Κομμουνιστικής) Διεθνούς των Εργατών. Συγκροτούνται οι πρώτες συνδικαλιστικές ομοσπονίες και η Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδος (ΓΣΕΕ) που από την πρώτη στιγμή μπαίνει στο στόχαστρο του κράτους το οποίο προσπαθεί να την ελέγξει πολιτικά. Η Μικρασιατική εκστρατεία -στον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα της οποίας αντιτάχθηκε το μικρό αντιμιλιταριστικό ΚΚΕ- και η κατάρρευση του μετώπου δημιουργούν 1,5 εκταομμύρια πρόσφυγες που θα αποτελέσουν την κοινωνική βάση γιά την αλλαγή του πολιτικού συσχετισμού δυνάμεων στον Ελλαδικό χώρο υπέρ των αντι-μοναρχικών δυνάμεων. Το ΚΚΕ θα αντλήσει από το χώρο των προσφύγων νέα και μορφωμένα στελέχη που θα συμβάλλουν με τη σειρά τους στην παραπέρα εξέλιξή του αλλά και στις εσωκομματικές διαμάχες που πήραν αυτή την περίοδο μεγάλη έκταση και ένταση. Οι κρίσεις θα καταλήξουν στη «φραξιονιστική πάλη χωρίς αρχές» και την εκ των άνωθεν επιβολή νέας ηγεσίας από την Γ’ Διεθνή (Ι.Καραγιάννης, 1995). Η νέα αυτή ηγεσία ανταποκρίνεται στα πρότυπα των σχολών κομματικών στελεχών της Μόσχας που οργάνωσε το Κομμουνιστικό Κόμμα Σοβιετικής ΄Ενωσης (ΚΚΣΕ) και διακρίνεται γιά τη μονολιθικότητα στη σκέψη και την αντιδημοκρατική αντίληψη γιά την εσωκομματική δομή και λειτουργία. Η ιστορική πορεία του κόμματος στο σημείο αυτό βρίσκεται στην πλέον κρίσιμη καμπή : η εκ των άνωθεν επιβολή ηγεσίας ενάντια δε στη θέληση του μεγαλύετρου μέρους της κομματικής βάσης δημιουργεί το προηγούμενο γιά τις νέες επεμβάσεις που θα ακολουθήσουν (1956, 1968, 1973) . Οι εκ των άνωθεν επιβληθείσες ηγεσίες ακολουθούν πιστά τις εκάστοτε ηγεσίες της Σοβιετικής Ενωσης και δεν μπορούν να αντιληφθούν την ελληνική πραγματικότητα ξεκομμένες από τις μάζες που θεωρητικά έπρεπε να καθοδηγούν( Α.Ελεφάντης, 1979 και Π.Νεφελούδης, 1974). Γιά να μιλήσουμε με όρους «πολιτικής κουλτούρας» θα αναφερθούμε ενδεικτικά στην κρίση του 1929-31.

Κατ’αρχήν επικράτησε μιά «εργαλειακή αντίληψη» γιά το κράτος ως όργανο που το χρησιμοποιεί το κεφάλαιο και η αστική τάξη κατά το δοκούν γιά να βοηθάει στην εκματέλλευση του προλεταριάτου με την άμεση ή έμμεση καταπίεσή του. Οι πολιτικές συνέπειες της αντίληψης αυτής ήταν καταλυτικές γιά το κόμμα: άρνηση συμμαχιών γιά τον εκδημοκρατισμό της πολιτικής εξουσίας, στρατηγική πολέμου κινήσεων γιά την κατάληψη του κράτους και αντικατάστασής του από τη «δικτατορία του προλεταριάτου» που με τα μέτρα και σταθμά της εποχής ισοδυναμούσε με δικτατορία της Κεντρικής Επιτροπης επί του προλεταριάτου όπως στη Σοβιετική Ενωση (Σ.Μπετελέμ 1975, Ε. Μπαλιμπάρ 1978). Η αντίληψη γιά το αστικό κράτος ήταν ανθρωπομορφική και παραπλανητική στο βαθμό που εθεωρείτο ότι αρκούσε η αντικατάσταση των κρατικών διαχειριστών από τους «επαγγελματίες επαναστάτες» του κόμματος γιά να προωθηθεί μέσω διαταγμάτων η σοσιαλιστική οικοδόμηση. Η μεταβολή στην ηγεσία και η προώθηση της νέας γραμμής που πρόβαλλε ο Ν. Ζαχαριάδης γιά γοργή μετατροπή της «αστικοδημοκρατικής επανάστασης σε σοσιαλιστική» δεν γίνεται αμέσως αντιληπτή από τα μέλη. Η ηγεσία κατόρθωσε με την εφαρμογή του αντι-δημοκρατικού συγκεντρωτισμού στην οργάνωση και λειτουργία του κόμματος να μπολιάσει τα μέλη με τη νοοτροπία του «αλάθητου» της Κεντρικής Επιτροπής, με τη λογική της συνωμοτικής επαγρύπνησης γιά τον εντοπισμό των, αληθινών ή ψεύτικων, πρακτόρων του ταξικού αντιπάλου και την επιβολή του νόμου της σιωπής. Το κόμμα εθεωρείτο ως «κόρη οφθαλμού» που έπρεπε να διαφυλαχτεί πάση θυσία, ως η «εκκλησία» που «καίει στην πυρά τους αιρετικούς». Τέλος η αντι-δημοκρατική αυτή κουλτούρα σε συνδυασμό με τη νομοτελειακή «θεωρία των σταδίων»  δημιούργησε στα μέλη του κόμματος μιά «χιλιαστική» νοοτροπία περί ενός «επερχόμενου αταξικού δίκαιου κόσμου» στον οποίο θα λύνονταν όλα τα βασικά προβλήματα του ατόμου και της κοινωνίας. Συνεπώς δεν έπρεπε να τίθεται σήμερα όποιο πρόβλημα θα εμπόδιζε την πραγμάτωση του ονείρου γιά μιά «αταξική κοινωνία» αύριο. Το κλασικό σχήμα γιά τη ζωή του αριστερού προτύπου επαναστάτη ήταν: με τα συνδικάτα γιά τους μισθούς, με το κόμμα γιά την επανάσταση.

Μιά πολιτική κουλτούρα που διαπνέεται από αυτές τις αρχές και στάσεις απέναντι στην κοινωνική πραγματικότητα δύσκολα γίνεται αποδεκτή από την κοινωνική πλειψηφία πουμε την πάροδο του χρόνου αποδέχεται στον ένα ή στον άλλο βαθμό τις αρχές της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της ανεκτικότητας και του ανταγνωισμού. Κάτι τέτοιο δεν σημαίνει πως η Ελληνική αριστερά είχε συνολικά τέτοιες αντιλήψεις. Οπως επισημαίνει η ανάλυση περί «πολιτιστικού δυαδισμού», το σύνδρομο του καταδιωκόμενου με ό,τι αυτό συνεπάγεται γιά τη δημοκρατική κουλτούρα δεν είναι «προνόμιο» μονάχα της κομμουνιστικής αριστεράς. Ουσιαστικά η κρίση της αριστεράς είναι διαρκής. Απλώς η κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» και η εισβολή στην ελληνική πολιτική ζωή του νέου πολιτικού κόμματος που οικειοποιήθηκε το λόγο και το όραμα της αριστεράς , δηλ.το ΠΑΣΟΚ, έκανε ορατή τη «γύμνια του βασιλιά».

Η αναποτελεσματικότητα του αντιπολιτευτικού λόγου προς το σύστημα και της δράσης της αριστεράς άνοιξε το δρόμο γιά την ανάδειξη των νέων κοινωνικών κινημάτων που είτε με μονοθεματική αναφορά είτε ως εκφράσεις ιδιαίτερων ταυτοτήτων (πχ. Γυναικείο, νεολαίας κλπ) διεκκδίκησαν τα δικαιώματα των μελών τους ως πολιτών ανεξάρτητα από τη δράση των υπαρχόντων κομμάτων.

Ως εκ τούτου η Αριστερά γιά να έχει λόγο ύπαρξης οφείλει να επαναθεμελιώσει τον πολιτικό της λόγο και την ταυτότητά της μέσα από τη ριζική αναθεώρηση των ιδεών και αντιλήψεων που καθήλωσαν την ανατρεπτικότητα και το ριζοσπαστισμό των μαζών στην αναμονή μιάς «επερχόμενης επανάστασης» και παρέλυσαν τα μαζικά κοινωνικά κινήματα. Εχει χρέος να αντιληφτεί ότι τα κοινωνικά κινήματα έχουν το δικό τους χαρακτήρα και την αυτονομία τους και ότι ο ρόλος του επαναστατικού κόμματος δεν είναι αυτός του «αλάθητου και αδιαμφισβήτητου οργανωτή και διαχειριστή της αλήθειας» αλλά αυτός του συντονιστικού οργάνου επιμέρους κοινωνικών αγώνων και κινημάτων που αναζητούν μιά διαφορετική πολιτική από ην αστική.  Με αυτήν την έννοια η αριστερά θα χρειαστεί να στοχαστεί εκ νέου γιά τη φύση των πολιτικών της στόχων : «φύση διαιτητική, περίπλοκη, ασταθής, αμφισβητούμενη, γιατί υποχρεωτικά συγκρουόμενο είναι το σύνολο των αξιών και των προσδοκιών – ελευθερία, ισότητα, αδελφότητα, αλληλεγγύη – που συναπαρτίζουν το ιδεολογικό φορτίο της ιστορικής αριστεράς». Η ανάγκη να υπάρξει μιά τέτοια «νέα αριστερά» είναι εμφανής: γιά να διευρυνθεί η έννοια της ισότητας, της δημοκρατίας και της αλληλεγγύης.

«Οποιαδήποτε υπέρβαση της μιάς ή της άλλης μορφής διάκρισης με βάση τις οποίες οι άνθρωποι χωρίστηκαν σε ανώτερους και κατώτερους, σε εξουσιαστές και εξουσιαζόμενους, σε πλούσιους και φτωχούς, σε αφέντες και δούλους , αντιπροσωπεύει ένα στάδιο, αν όχι αναγκαίο, τουλάχιστον όμως πιθανό, στη διαδικασία του εκπολιτισμού. Ποτέ άλλοτε στην εποχή μας δεν συζητήθηκαν τόσο πολύ τα τρία κύρια μέτωπα της ανισότητας : η τάξη, η φυλή και το φύλο. Η βαθμιαία εξίσωση των γυναικών και των ανδρών, πρώτα στη μικρή οικογενειακή κοινωνία και κατόπιν στη μεγαλύτερη αστική και πολιτική κοινωνία, είναι ένα από τα πιό ασφαλή σημάδια της ανεπίστρεπτης πορείας του ανθρωπίνου γένους προς την ισότητα.»

Και αν γιά να αγωνισθεί κανείς γι’ αυτήν τη «νέα αριστερά» πρέπει να το «λέει η καρδιά του», είναι γιατί «αν ο κόσμος εμφανίζεται γερασμένος, η Αριστερά θα είναι και πάλι η νέα του νιότη» σύμφωνα με τον Κ. Τσουκαλά.

Η «νέα αριστερά» θα παίξει το στοίχημα : υπέρβαση της κρίσης των κομμάτων μέσα από την αναθεώρηση των βασικών αρχών του κοινοβουλευτικού συστήματος και των κομμάτων προς την κατεύθυνση της άρθρωσης ενός εναλλακτικού λόγου και της διεύρυνσης των κοινωνικών ορίων τους ή θα υποταχθεί στους κανόνες ενός παιχνιδιού που συνεχώς απορρυθμίζεται χωρίς να προβλέπεται διέξοδος.

ΠΗΓΗ: Τσακίρης, Οι θεωρίες για την κρίση της πολιτικής και των κομμάτων και η αριστερά , Αθήνα 1996

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s