Κρίση αντιπροσώπευσης

Η εκκίνηση της κρίσης των κομμάτων, δηλαδή το σημείο καμπής στην ανάπτυξη της αλληλουχίας γεγονότων και πράξεων, δεν μπορεί να εντοπιστεί με ακρίβεια κι αυτό γιατί δεν μπορεί να προσδιοριστεί από ποίο χρονικό σημείο και ύστερα αρχίζουν τα κόμματα να μην είναι σε θέση να παίξουν τους παραδοσιακούς τους ρόλους και να επιτελούν τις συνταγματικές και πολιτικές τους λειτουργίες.Ο Θανάσης Διαμαντόπουλος ξεκινώντας από την εκτίμηση ότι κατά παράδοση τα κόμματα «είναι ιδεολογικά έμφορτες προτάσεις εξουσίας», δηλαδή το συστατικό τους στοιχείο είναι η ιδεολογία, οριοθετεί την έναρξη της κρίσης κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ‘80. Οι αιτίες τις οποίες εντοπίζει σχετίζονται με την κατάρρευση του αυτοαποκαλούμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού» που λειτουργούσε ως το αντίπαλο δέος στον καπιταλισμό, τη διάλυση των «μεγάλων συνεκτικών μύθων»  που, ελλείψει συγκροτημένων σε πολιτική οργάνωση αντικαπιταλιστικών δυνάμεων της κοινωνίας, οδήγησε σε αποθέωση του εμπειρισμού και της ωμής διαχείρισης και τέλος, με τη μακρά μετάβαση στη λεγόμενη «μεταβιομηχανική κοινωνία» κατά τη διάρκεια της οποίας αναδεικνύονται νέες ταξικές διαστρωματώσεις και υποβαθμίζονται παραδοσιακές επαγγελματικές ομάδες(Θ.Διαμαντόπουλος,1995,σ.σ.13-29). Το σημείο καμπής προσδιορισμένο ως μία ολόκληρη χρονική περίοδος δεν φαίνεται να φθάνει ακόμα στο «τέλος» του. Το παλιό αρνείται να παραδοθεί αμαχητί και το νέο δεν έχει ακόμα παρουσιάσει μία καθαρή εικόνα του. Οι δημοσκοπήσεις και οι ποιοτικές έρευνες δείχνουν καθαρά ότι οι πολίτες από τη μία δεν ταυτίζονται πλέον με τα παραδοσιακά πολιτικά κόμματα και από την άλλη δεν δίνουν ευκαιρίες στα καινούργια(Η.Νικολακόπουλος, έρευνα Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας, 18/12/95).

Όμως πρόκειται για γενική κρίση όλων των πολιτικών κομμάτων ή για κρίση του συμβατικού πολιτικού λόγου; Είναι κρίση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας αυτής καθ’ εαυτής ή κρίση  αντιπροσωπευτικότητας; Είναι κρίση μόνο μίας πλευράς του πολιτικού φάσματος που προσδιορίζεται από την άμεση αναφορά στην ιδεολογία της «σοβιετικής» αυτοκρατορίας που κατέρρευσε ή μήπως η κρίση αγκαλιάζει όλες τις δυνάμεις του πολιτικού φάσματος; Η συζήτηση για την κρίση πρέπει να λάβει υπόψη της και τα ερωτήματα αυτά. Γιατί είναι έντονος ο προβληματισμός εκείνων που θεωρούν πως δεν πρόκειται για γενική πολιτική κρίση, πως η κρίση δεν αφορά αυτή καθεαυτή την αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Η «κρίση αντιπροσωπευτικότητας» ερμηνεύεται ως «κρίση δημιουργικότητας», «αδυναμία σύνθεσης και επεξεργασίας που παρουσιάζουν τα συλλογικά υποκείμενα της πολιτικής»(Ε.Βενιζέλος, 1993, σ.σ.11-16).Ως φαινόμενα που αποδεικνύουν του λόγου το αληθές αναφέρονται ο «διεθνής κλονισμός των μεγάλων ιδεολογιών» που βοήθησε στη συρρίκνωση ακόμη και των «ρεαλιστικών στρατηγικών» ης σοσιαλδημοκρατίας, η «κατάργηση των απλών γεωπολιτικών εξισώσεων» που συνέθλιψε τα παγκόσμια δίκτυα των «διεθνών» των ιδεολογικών ρευμάτων και ώθησε τα κόμματα να αναζητήσουν νέους φίλους κι εχθρούς διαφορετικούς από αυτούς της εποχής του διπολισμού και η «ακύρωση» βασικών συμβάσεων του κοινωνικού κράτους με την ταυτόχρονη ανάδειξη των τεχνοκρατών σε μοναδική πηγή πολιτικής παραγωγής. Η ίδια συλλογιστική φωτίζει και το ρόλο της αριστεράς στη μεγέθυνση των επιπτώσεων της κρίσης: ένα ρεύμα της – κυρίαρχο στην Ελλάδα – προσανατολίστηκε στην υιοθέτηση των προτύπων της κοινωνικής δομής και του πολιτικού συστήματος του καταρρεύσαντος «υπαρκτού σοσιαλισμού» και ένα άλλο ρεύμα της – παρά την ανομοιογένειά του πλειοψηφικό στην ευρωπαϊκή αριστερά, μειοψηφικό στην Ελλάδα – δεν κατάφερε, πέρα από την υιοθέτηση της στρατηγικής του «ειρηνικού περάσματος» και την ανάδειξη ενός «διαδικαστικού λόγου», να προτείνει  ένα συνολικά διαφορετικό μοντέλο από το «σοβιετικό» και να υπερβεί έναν «θεσμικό συντηρητισμό». Τέλος, στα πλαίσια της συλλογιστικής αυτής ιδιαίτερο ρόλο παίζει η κριτική του «νεοκορπορατισμού», ο οποίος θεωρείται «πηγή έμπνευσης για ορισμένους αναγκαίους χειρισμούς ως προς τις σχέσεις και τη στάση των κοινωνικών εταίρων», όμως οι μέθοδοί του δεν είναι αρκετές για να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα μίας αμήχανης κοινωνίας. Μ’ άλλα λόγια, δεν προσφέρει στους πολίτες εναλλακτικές λύσεις ή τουλάχιστον τη δυνατότητα συγκρότησής τους.

Η κρίση ως «κρίση αντιπροσώπευσης», ως «έλλειμμα αντιπροσώπευσης», γίνεται αποδεκτή και από την πλευρά εκείνη που διατηρεί στην επικαιρότητα το βασικό μεθοδολογικό πυρήνα της «σχολής των κοινωνικών συγκρούσεων»(Chantal Mouffe,1995,p.p.500-2). Με χαρακτηριστικό παράδειγμα αναφοράς τη Γαλλική περίπτωση των προεδρικών και δημοτικών εκλογών του 1995, υποστηρίζεται ότι η κοινωνική πόλωση ανάμεσα στις «ελίτ» και στο «λαό» είναι ακόμη βασική έννοια-κλειδί για την κατανόηση της πολιτικής και ιδιαίτερα της Γαλλικής( Ε.Τοdd,1995). Απορρίπτεται η υπόθεση μίας «κεντρώας» κοινωνίας χωρίς ιδεολογία.[7]  Οι τάξεις, και ιδιαίτερα η εργατική, συνεχίζουν να υφίστανται, παρά τις ανασυνθέσεις τους: μείωση του αριθμού των μελών της βιομηχανικής εργατικής τάξης, αύξηση των χαμηλόμισθων εργατών «λευκού κολάρου» που είναι συνολικά η πλειοψηφία του Γαλλικού πληθυσμού(50-55%) και αποτελεί αυτό που αποκαλείται «κοινωνική αριστερά» η οποία και δεν αναγνωρίζει τον εαυτό της στα «κατεστημένα» αριστερά πολιτικά κόμματα (κυρίως το Γ.Σ.Κ. και, δευτερευόντως, το Γ.Κ.Κ.) καθιστάμενη, εν δυνάμει, επικίνδυνη για το πολιτικο-κοινωνικό status-quo, λόγω της «αντι-ελιτίστικης και αντι-συναινετικής της συμπεριφοράς». Αυτή τη συμπεριφορά προκαλεί, σύμφωνα με την άποψη αυτή, η υιοθέτηση από τα παραδοσιακά κυρίαρχα πολιτικά κόμματα(κεντροδεξιός συνασπισμός και Γ.Σ.Κ.) της διεθνοποίησης/παγκοσμιοποίησης της οικονομίας που επιδρά έντονα αρνητικά στα λαϊκά στρώματα της κοινωνίας. Ενδεικτικό της συμπεριφοράς αυτής στοιχείο είναι η απόρριψη από τους μισούς ψηφοφόρους της Γαλλίας της συνθήκης του Maastricht και η μαζική ψήφιση υπέρ των εκτός επίσημου πολιτικού πλαισίου υποψηφίων για τις προεδρικές και δημοτικές εκλογές (Le Pen, De Villier και Laguilleur, Robert Y ). Οι ψηφοφόροι θεωρήθηκαν ως «οπισθοδρομικοί» και «εθνικιστές» από τους εκπροσώπους των κυρίαρχων πολιτικών κομμάτων που δεν φάνηκαν να έχουν ιδιαίτερη επαφή με την νέα πραγματικότητα. Η υποτίμηση αυτή των ψηφοφόρων από την πλευρά των κομμάτων αντανακλά με ανάγλυφο τρόπο την έντονη κρίση στο λόγο και στη σκέψη των κομματικών γραφειοκρατιών και η οποία συνδέεται με την «έλλειψη γνώσης για τους τρόπους κατασκευής της πολιτικής ταυτότητας». Επιπροσθέτως, ανασταλτικός παράγοντας για την κατανόηση της κοινωνικο-πολιτικής διάστασης της κρίσης από πλευράς αριστερών κομμάτων  είναι η , ταυτόχρονη με την αποδοχή από τη μεριά τους των αρχών του πολιτικού πλουραλισμού και των φιλελεύθερων δημοκρατικών θεσμών, παραίτησή τους από την όποια προσπάθεια να προσφέρουν μίαν εναλλακτική λύση στην παρούσα ηγεμονική τάξη πραγμάτων»[8]. Αν υπάρχει ένα νόημα στη δημοκρατική ιδέα αυτό «είναι η ρήξη με τη συμβολική αναπαράσταση της κοινωνίας ως ενός οργανικού σώματος» και η συνακόλουθη ανοιχτή έκφραση μέσα στη δημοκρατική κοινωνία των «συγκρουόμενων συμφερόντων και αξιών». Τελικό συμπέρασμα των εκφραστών της άποψης αυτής είναι ότι το θόλωμα των ιδεολογικο-πολιτικών γραμμών ανάμεσα σε δεξιά και αριστερά, ανάμεσα στις έννοιες της ελευθερίας και της ισότητας για όλους, έχει σημαντικές συνέπειες για την πολιτική δυναμική και την κατασκευή των πολιτικών ταυτοτήτων : η δυσαρέσκεια απέναντι στα πολιτικά κόμματα αυξάνει και η συμμετοχή των πολιτών στα κοινά μειώνεται. Αυξάνεται η απόσταση ανάμεσα στο «εμείς» και στο «αυτοί», η δημοκρατική ανοχή απέναντι στον «άλλο» μειώνεται μέχρι αυτός να γίνει «εχθρός» και «αποδιοπομπαίος τράγος». Ο πολιτικός λόγος του λαϊκισμού κρύβει μέσα στις γραμμές του τον «εθνικισμό» και το «ρατσισμό» που αντιστρέφουν τη φορά της συμμετοχής.

Η κρίση των κομμάτων της Πέμπτης Γαλλικής Δημοκρατίας είναι εντυπωσιακή και επιβεβαιώνει τα στοιχεία του ορισμού : σημεία καμπής οι συνεχόμενες εκλογικές αναμετρήσεις, στόχοι και σκοποί των συμμετεχόντων που απειλούνται από το πολιτικό-κοινωνικό κόστος των πολιτικών επιλογών, αβεβαιότητα για τις επιλογές και τις  εναλλακτικές λύσεις που προτείνονται, στρες και αγωνία στους κομματικούς μηχανισμούς κλπ.

ΠΗΓΗ: Τσακίρης, Οι θεωρίες για την κρίση της πολιτικής και των κομμάτων και η αριστερά , Αθήνα 1996

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s