Το πολιτικό κόμμα-καρτέλ

Πρόκειται όμως πράγματι για κρίση των κομμάτων ; Οι Peter Mair και Richard Katz έχουν μία διαφορετική γνώμη. Εισάγουν την έννοια του «κόμματος-καρτέλ» (P.Mair and R.Katz, 1995).  Η σταδιακή ανάδυση του «κόμματος-καρτέλ»  ως κομματικού τύπου που διαδέχεται το «πανσυλλεκτικό κόμμα» (Ο.Kirchheimer, 1967) εξελίσσεται μέσα στις συνθήκες της «κοινωνίας της αφθονίας», της έντασης των ρυθμών κοινωνικής κινητικότητας που οφείλεται στην «εισβολή των μαζών» στους εκπαιδευτικούς μηχανισμούς και συνεχώς μεγιστοποιείται σε σχέση με το παρελθόν , της ανάπτυξης των παντός είδους μέσων μαζικής επικοινωνίας που διαδίδουν έναν ομοιόμορφο πολιτιστικό κώδικα. Το «κόμμα-καρτέλ» εντείνει στο έπακρο τα χαρακτηριστικά του «παν-συλλεκτικού» ταυτόχρονα όμως υπονομεύει τις βασικές αξίες συγκρότησής του.  Δεν είναι πλέον το κόμμα που ελέγχει το κράτος αλλά το κράτος που ελέγχει το κόμμα.  Τα κυρίαρχα κόμματα της δεξιάς, της κεντροδεξιάς και της κεντροαριστεράς έχουν, στη διάρκεια των τελευταίων τριάντα χρόνων, δοκιμαστεί στην πράξη ως «κυβερνητικά κόμματα». Ακόμα «κι αν ένα κόμμα, όπως στην περίπτωση του Βρετανικού Εργατικού Κόμματος, μαραζώνει για μακρά χρονική περίοδο στην αντιπολίτευση, αυτό σπάνια σημαίνει άρνηση πρόσβασης στα οφέλη του κράτους, ούτε καν τουλάχιστον σε κάποιο μερίδιο πελατειακών διορισμών»[9]. Όταν δεν υφίσταται αυτή η άμεση ή έμμεση πρόσβαση, η ύπαρξη ομάδων πίεσης σε συνδυασμό με τη δράση της αντιπολίτευσης επιφέρει αλλαγές στην κυβερνητική πολιτική. Τα ΜΜΕ που ολοένα και πιο συχνά φιλοξενούν τις απόψεις της αντιπολίτευσης (ειδικά με την εδραίωση της πρωτοκαθεδρίας της ιδιωτικής τηλεόρασης ο συσχετισμός γέρνει σε βάρος των κυβερνητικών κομμάτων) με αποτέλεσμα να υποβαθμίζεται ο ρόλος του ειδικού κομματικού τύπου στη διαμόρφωση της «κοινής γνώμης». Η κρατική χρηματοδότηση των κομμάτων είναι μία από τις άμεσες συνέπειες της συνταγματικής κατοχύρωσης του ρόλου τους στην πολιτική ζωή των σύγχρονων κοινωνιών με αποτέλεσμα την υποβάθμιση του ρόλου του κομματικού μηχανισμού ως συλλογέα οικονομικών πόρων για την ύπαρξη και δράση του κόμματος.

Το «κόμμα-καρτέλ» που γεννιέται κατ’ αυτόν τον τρόπο χαρακτηρίζεται από την αλληλοδιείσδυση κράτους και κόμματος, καθώς και από ένα είδος διακομματικής συμπαιγνίας». Είναι δυνατόν να μιλήσουμε και για «κομματικό σύστημα-καρτέλ» όπως στις περιπτώσεις της Αυστρίας, της Γερμανίας και της Ολλανδίας από το 1960 ως το 1980 όταν υπήρξαν κυβερνήσεις «μεγάλων συνασπισμών» κεντροδεξιάς και κεντροαριστεράς. Οι διακομματικές συμφωνίες προβλέπουν την κατανομή των «κρατικών λαφύρων» ανάλογα με διάφορα κριτήρια (πχ. εκλογική δύναμη κλπ.).

Η υπερίσχυση αυτού του κομματικού τύπου στη σύγχρονη κοινωνία δεν συνεπάγεται την αυτόματη εξαφάνιση των προγενέστερων τύπων κομμάτων(«στελεχών», «μαζών», «παν-συλλεκτικών» κλπ.). Η έννοια του κομματικού τύπου είναι, σύμφωνα με τη Βεμπεριανή μέθοδο, ένας «ιδεό-τυπος»: προσδιορίζει τα οριακά χαρακτηριστικά που κυριαρχούν σε μίαν ολότητα. Οι πολιτικοί στόχοι και η βάση του ανταγωνισμού των κομμάτων θεωρούνται ως τα χαρακτηριστικά εκείνα που κάνουν τη διαφορά. Το ζήτημα της κοινωνικής μεταρρύθμισης – ή και της αντίθεσης σ’ αυτήν- κυριάρχησε στην εποχή των «κομμάτων-μαζών» και αυτά ανταγωνίζονταν στη βάση της αντιπροσωπευτικής ικανότητας. Η κοινωνική βελτίωση – και όχι η συνολική μεταρρύθμιση- είναι το κύριο ζήτημα της εποχής των «παν-συλλεκτικών κομμάτων» που ανταγωνίζονται στη βάση της αποτελεσματικότητας της πολιτικής τακτικής. Τέλος, με την ανάδυση του «κόμματος-καρτέλ», έρχεται μία περίοδος στην οποία οι στόχοι της πολιτικής, τουλάχιστον σήμερα, αναφέρονται όλο και περισσότερο στο «εγώ», με την ίδια την πολιτική να έχει γίνει ένα -τεχνοκρατικό- επάγγελμα, ο δε ανταγωνισμός μεταξύ των κομμάτων να αναπτύσσεται στη βάση των αξιώσεων για αποτελεσματικότερη και αποδοτικότερη διαχείριση. Όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο αναπτύσσεται ο εκλογικός ανταγωνισμός η ανάδυση του «κόμματος-καρτέλ» φαίνεται να ενισχύει το στοιχείο της «διακομματικής συμπαιγνίας»: η επιβίωση του πολιτικού προσωπικού στα πλαίσια της κρατικής εξουσίας και η διαχειριστική λογική για την πολιτική παρέμβαση θέτουν τα κυρίαρχα αυτά κόμματα μπροστά σε διλήμματα που σχετίζονται με τον εκλογικό νόμο και το θεσμικό-κανονιστικό, εν γένει, πλαίσιο εντός του οποίου διεξάγονται οι εκλογικοί αγώνες[10].

Οι επιπτώσεις στην κομματική στρατηγική είναι πολλές:πρώτα απ’ όλα, στην επικοινωνιακή εκλογική στρατηγική, το «κόμμα-καρτέλ» γίνεται όλο και περισσότερο «εντάσεως κεφαλαίου» αντί «εντάσεως εργασίας», δηλαδή η εθελοντική δουλειά των μελών υποχωρεί έναντι της συγκεντρωτικής-επαγγελματικής δραστηριότητας των κομματικών managers που μισθοδοτούνται είτε μέσω της κρατικής χρηματοδότησης είτε με τη μέθοδο της απόσπασης από οργανική θέση του δημοσίου τομέα. Τα μέλη του κόμματος έχουν περισσότερα καταστατικά δικαιώματα σε σχέση με τα μέλη του «κόμματος μαζών» ή των «παν-συλλεκτικών κομμάτων» όμως η διάκριση του μέλους από τον οπαδό γίνεται ολοένα και πιο ασαφής. Η απεύθυνση μέσω των ΜΜΕ στον «ανώνυμο πολίτη» και, κατά συνέπεια, η απόσπαση της ηγεσίας από τον κορμό της κομματικής οργάνωσης – χαρακτηριστικό και του «παν-συλλεκτικού» – είναι φαινόμενα που χαρακτηρίζουν όλο και περισσότερο τα «κόμματα-καρτέλ»[11]. Οι διαφημιστικές καμπάνιες στηρίζονται πιο πολύ στη μορφή παρά στο περιεχόμενο ανταποκρινόμενες στις απαιτήσεις της λογικής των ΜΜΕ – και ιδιαίτερα των ηλεκτρονικών.

Συνοψίζοντας τα παραπάνω, βλέπουμε κατ’ αρχήν ότι το «κόμμα-καρτέλ» ανταποκρίνεται σε ένα κομματικό σύστημα που ταιριάζει στα μέτρα και σταθμά μίας «μεταβιομηχανικής κοινωνίας» (D.Bell, 1967), δηλαδή στην κοινωνία που χαρακτηρίζεται από την πλήρη κυριαρχία της τεχνολογίας της πληροφορικής σε όλο και περισσότερους τομείς της οικονομίας και της κοινωνίας. Τα κόμματα τα οποία επιθυμούν να διατηρηθούν στην πολιτική ζωή αναπροσαρμόζουν τη στρατηγική τους σύμφωνα με τα νέα δεδομένα  κυριαρχία του «συμβολικού λόγου», υποχώρηση της άμεσης και μαζικής κινητοποίησης των πολιτών, επαγγελματοποίηση της πολιτικής. Αυτή η κατάσταση δεν είναι κατά τους P.Katz και R.Mair  μία κατάσταση κρίσης. Αντίθετα τα κόμματα ενδυναμώνονται «αγκυροβολώντας» στο κράτος. Η υποχώρηση της αντίληψης περί άμεσης και μαζικής κινητοποίησης των πολιτών δεν οδήγησε σε αδύναμα κόμματα.

Επειδή όμως τα κόμματα δεν υπόκεινται σε «σιδερένιους νόμους» που νομοτελειακά καθορίζουν την εξέλιξή τους αλλά είναι οργανώσεις πολιτών, δηλαδή βουλησιαρχικές και ιστορικές, που προσπαθούν να παρέχουν σ’ όλα τα επίπεδα παρέχοντας πρόγραμμα και προτάσεις εξουσίας, αποδεικνύουν ότι όταν το σύστημα-καρτέλ δεν αποδίδει επιδιώκουν τη ρήξη μ’ αυτό : η περίπτωση της Αυστρίας απέδειξε ότι από τη στιγμή που συγκροτήθηκαν δύο διαφορετικά πολιτικά προγράμματα για την αντιμετώπιση της αυξανόμενης κοινωνικής δυσφορίας, έστω και εντός του πλαισίου της καπιταλιστικής οικονομικής πραγματικότητας το σύστημα δεν μπόρεσε να λειτουργήσει όπως πριν.  Συνεπώς η ερμηνευτική ικανότητα της θεωρίας των Katz και Μeir τίθεται υπό αμφισβήτηση. Αμφισβήτηση που γίνεται εντονότερη από την πλήρη κατάρρευση του κλασικότερου συστήματος- καρτέλ  :  αυτού της Ιταλίας.

Η τοποθέτηση του κόμματος-καρτέλ στην καρδιά του κράτους αφήνει χώρο για την ανάπτυξη νέων κοινωνικό-πολιτικών κινημάτων που επιδιώκουν να εκφράσουν την επιστροφή των πολιτών στο τοπικό επίπεδο πολιτικής παρέμβασης, τα νέα αιτήματα για την ικανοποίηση των σύγχρονων κοινωνικών αναγκών που δεν διαμεσολαβούνται από τα κόμματα-καρτέλ.

ΠΗΓΗ: Τσακίρης, Οι θεωρίες για την κρίση της πολιτικής και των κομμάτων και η αριστερά , Αθήνα 1996

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s